Σχεδιασμένη να αποτύχει είναι η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, καθώς αποτελεί μια αόριστη συζήτηση για μελλοντικές διαπραγματεύσεις, χωρίς κανένα συγκεκριμένο πλαίσιο ή διαδικασία.
Σύμφωνα με τον Αναπληρωτή Καθηγητή του Πολυτεχνείου Κρήτης, Γιώργο Ατσαλάκη, το τρέχον μνημόνιο κατανόησης (MoU) συμφωνήθηκε ουσιαστικά για να συζητηθεί ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης το οποίο δεν έχει καν διαμορφωθεί ακόμη, με διαδικασίες που παραμένουν εντελώς ακαθόριστες.
Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρείται αδύνατο για την Τεχεράνη να απεμπολήσει το πυρηνικό της πρόγραμμα, το οποίο αποτελεί και το ισχυρότερο διαπραγματευτικό της χαρτί στη διεθνή σκακιέρα.
Ο επενδυτικός «μύθος» των 300 δισεκατομμυρίων
Την ίδια στιγμή, οι προσδοκίες για άμεση εισροή ξένων επενδύσεων στην ιρανική οικονομία χαρακτηρίζονται ως υπερβολικά αισιόδοξες και εκτός πραγματικότητας. Σύμφωνα με τον Καθηγητή, δεν υπάρχουν δεσμευμένα επενδυτικά κεφάλαια, ούτε κάποιο διεθνές ταμείο, ούτε τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια που συχνά αναφέρονται στον δημόσιο διάλογο.
Το βασικό ερώτημα που θέτει η ανάλυση του επικεφαλής του Εργαστηρίου Επιστημονικών Δεδομένων στο Πολυτεχνείο Κρήτης είναι οικονομικά αμείλικτο: ποιος μεγάλος διεθνής επενδυτής θα αναλάμβανε σήμερα το ρίσκο να χρηματοδοτήσει έργα υποδομών σε μια χώρα που εξακολουθεί να διοικείται από το ίδιο πολιτικό καθεστώς, ενώ παραμένει αντιμέτωπη με ασφυκτικές κυρώσεις και τεράστιες γεωπολιτικές αβεβαιότητες;
Το υψηλό πολιτικό ρίσκο
Μια επένδυση μεγάλης κλίμακας σε υποδομές δημιουργεί εξ ορισμού μια μακροχρόνια εξάρτηση από την κυβέρνηση της χώρας υποδοχής. Οι επενδυτές εξαρτώνται άμεσα από την πολιτική σταθερότητα, τις θεσμικές εγγυήσεις και τις συνεχείς αδειοδοτήσεις, γεγονός που στην περίπτωση του Ιράν εκτοξεύει τον πολιτικό και επενδυτικό κίνδυνο στα ύψη.
Κατά συνέπεια, οι θορυβώδεις αναφορές σε μελλοντικές επενδύσεις φαίνεται να λειτουργούν περισσότερο ως ένα επικοινωνιακό και πολιτικό μήνυμα παρά ως ένα άμεσα υλοποιήσιμο οικονομικό σχέδιο. Με τον τρόπο αυτό, η ιρανική ηγεσία επιχειρεί να παρουσιάσει στο εσωτερικό της μια εικόνα διπλωματικής επιτυχίας και μια ψευδαίσθηση επερχόμενης οικονομικής ανάκαμψης.
«Στην πραγματικότητα, το συγκεκριμένο μνημόνιο κατανόησης δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια προσωρινή ανάπαυλα. Πρόκειται για ένα «time-out» που επιτρέπει και στις δύο πλευρές να κερδίσουν χρόνο και να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους, προετοιμαζόμενες για την επόμενη, αναπόφευκτη γεωπολιτική τους μάχη», αναφέρει ο κ. Ατσαλάκης.
Η νέα γεωοικονομία της «προβλεψιμότητας»
Σε έναν κόσμο όπου οι θαλάσσιες οδοί, τα υποθαλάσσια καλώδια, οι αλυσίδες εφοδιασμού, η τεχνητή νοημοσύνη, οι ενεργειακές ροές και οι χρηματοπιστωτικές υποδομές καθορίζουν τη νέα γεωοικονομία, η προβλεψιμότητα μετατρέπεται ίσως στη σημαντικότερη μορφή ισχύος. Η χώρα που μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα προσελκύει κεφάλαια. Η χώρα που μπορεί να προστατεύσει τους εμπορικούς διαδρόμους γίνεται αναγκαίος εταίρος. Η χώρα που μπορεί να λειτουργεί μέσα σε κανόνες αποκτά πρόσβαση σε τεχνολογία, χρηματοδότηση και διεθνείς αγορές. Αντίθετα, η χώρα που προκαλεί διαρκή αβεβαιότητα μπορεί να φοβίζει, αλλά δύσκολα μπορεί να ευημερεί.
Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη μακρά αλυσίδα κρίσεων της Μέσης Ανατολής. Αποτελεί σημείο καμπής σε μια ευρύτερη γεωοικονομική μετάβαση. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια εποχή όπου η ισχύς δεν θα μετριέται μόνο με στρατούς, πυραύλους, ενεργειακά αποθέματα ή γεωγραφικό βάθος. Θα μετριέται όλο και περισσότερο με την ικανότητα ενός κράτους να θεωρείται προβλέψιμο, αξιόπιστο και ενταγμένο σε δίκτυα εμπορίου, ενέργειας, τεχνολογίας και δεδομένων.
Το μεταπολεμικό δίλημμα της Τεχεράνης
Το Ιράν μετά τον πόλεμο βρίσκεται ακριβώς μπροστά σε αυτό το δίλημμα. Θα συνεχίσει να αναζητά ασφάλεια μέσω της αντιπαράθεσης και της αποτροπής ή θα επιχειρήσει να μετατρέψει τη γεωγραφική του θέση από εργαλείο πίεσης σε πηγή οικονομικής ενσωμάτωσης; Θα παραμείνει μια δύναμη που οι άλλοι φοβούνται ή θα γίνει μια δύναμη με την οποία οι άλλοι θέλουν να συνεργαστούν;
«Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της Τεχεράνης, αλλά και τη σταθερότητα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, των ενεργειακών αγορών και της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες», επισημαίνει ο κ. Ατσαλάκης.
Το Ιράν μετά τον πόλεμο έχει μπροστά του τρία πιθανά μονοπάτια
Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, το Ιράν έχει μπροστά του τρία πιθανά μονοπάτια. Το πρώτο είναι η σκληρή περιχαράκωση. Σ’ αυτό το σενάριο, η Τεχεράνη ερμηνεύει τον πόλεμο ως απόδειξη ότι μόνο η στρατιωτική αποτροπή εγγυάται την επιβίωση. Ενισχύει τους μηχανισμούς ασφαλείας, επιταχύνει τα πυραυλικά και πυρηνικά της προγράμματα, βαθαίνει τη σχέση με τη Ρωσία και την Κίνα και περιορίζει ακόμη περισσότερο την εσωτερική οικονομική και πολιτική ελευθερία. Το αποτέλεσμα θα είναι περισσότερη αποτροπή, αλλά λιγότερη ανάπτυξη. Περισσότερη ασφάλεια για το καθεστώς, αλλά λιγότερη ασφάλεια για την κοινωνία.
Το δεύτερο είναι η ελεγχόμενη προσαρμογή. Σ’ αυτό το σενάριο, το Ιράν δεν αλλάζει πλήρως στρατηγική, αλλά αναγνωρίζει ότι η οικονομική ασφυξία απειλεί και την ίδια την κρατική ισχύ. Αναζητά περιορισμένες συμφωνίες, τεχνικές διευθετήσεις, μερική αποκλιμάκωση, ενεργειακές συνεννοήσεις και σταδιακή μείωση ορισμένων κυρώσεων. Αυτό το σενάριο είναι πιθανό, γιατί δεν απαιτεί πλήρη μεταμόρφωση του πολιτικού συστήματος, αλλά προσφέρει οικονομικές ανάσες.
Το τρίτο είναι η στρατηγική επανένταξη. Το Ιράν αποφασίζει ότι η μακροχρόνια ασφάλεια δεν μπορεί να προκύψει από την απομόνωση. Επιδιώκει συνολική συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, εγγυήσεις για τη ναυσιπλοΐα, σταδιακή επιστροφή στις αγορές, περιφερειακή συνεννόηση με τους γείτονες και μετατροπή της γεωγραφίας του σε εμπορικό πλεονέκτημα. Αυτό είναι το πιο ωφέλιμο σενάριο για τον ιρανικό λαό, αλλά και το πιο δύσκολο πολιτικά, γιατί απαιτεί αλλαγή στρατηγικής νοοτροπίας.
«Το Ιράν μετά τον πόλεμο θα αποτελέσει δοκιμασία για ολόκληρο το διεθνές σύστημα. Αν οδηγηθεί σε βαθύτερη απομόνωση, η Μέση Ανατολή θα παραμείνει μόνιμη πηγή ενεργειακών σοκ, ναυτιλιακής αστάθειας και πληθωριστικών πιέσεων. Αν, αντίθετα, υπάρξει έστω μερική επανένταξη σε μια τάξη κανόνων, τότε η περιοχή μπορεί να αρχίσει να μετακινείται από τη λογική της διαρκούς αποτροπής προς τη λογική της αμοιβαίας ωφέλειας. Το μέλλον του Ιράν δεν θα κριθεί μόνο στα πεδία των μαχών ούτε μόνο στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Θα κριθεί στο αν η χώρα θα μπορέσει να απαντήσει σε ένα βαθύτερο ερώτημα: θέλει να είναι δύναμη που προκαλεί φόβο ή δύναμη που παράγει εμπιστοσύνη;», καταλήγει ο Γιώργος Ατσαλάκης.















