Γιατί βλέπουμε ξανά και ξανά τις ίδιες ταινίες; Την απάντηση επιχειρεί να δώσει ο Daniel Moran με άρθρο του στο Silicon Canals.
Όπως αναφέρει, υπάρχει μία ταινία που την έχει δει τόσες φορές, ώστε μπορεί να απαγγείλει τους διαλόγους της ακόμη και την ώρα που πλένει τα πιάτα, ενώ θυμάται κάθε λεπτομέρεια και το τέλος σχεδόν καρέ-καρέ.
Για μεγάλο διάστημα θεωρούσε αυτή τη συνήθεια προσωπική αποτυχία, καθώς, παρά τις αμέτρητες ταινίες που είναι διαθέσιμες, επέστρεφε διαρκώς στην ίδια. Ωστόσο, όπως μεταφέρει, η συμπεριφορά αυτή έχει μελετηθεί. Δύο ερευνητές, η Cristel Russell και ο Sidney Levy, σε μελέτη το 2012 στο Journal of Consumer Research της έδωσαν την ονομασία ηθελημένη επανακατανάλωση (volitional reconsumption). Ο όρος αφορά στην εκούσια επαναβίωση μιας εμπειρίας που έχουμε ήδη ζήσει, όπως η επανάγνωση ενός βιβλίου ή η επαναπροβολή μιας ταινίας.
Αυτό που αποκάλυψαν οι συνεντεύξεις τους ήταν ότι οι άνθρωποι δεν επιστρέφουν σε αυτές τις εμπειρίες απλώς από συνήθεια. Επιλέγουν συνειδητά το συναίσθημα που θέλουν να ξαναζήσουν, γνωρίζοντας ότι η συγκεκριμένη ταινία θα τους το προσφέρει. Οι Russell και Levy το ονομάζουν συναισθηματική αποτελεσματικότητα, ενώ Moran «κράτηση δωματίου».
Μάλιστα, το γεγονός ότι γνωρίζουμε το τέλος δεν καταστρέφει απαραίτητα την εμπειρία. Έρευνα ψυχολόγων από το UC San Diego το 2011 έδειξε ότι οι αναγνώστες μπορούσαν να απολαμβάνουν ακόμη περισσότερο ιστορίες όταν γνώριζαν εκ των προτέρων την ανατροπή. Η εξήγηση βρίσκεται στη λεγόμενη «ευχέρεια» επεξεργασίας: όταν ο εγκέφαλος δεν χρειάζεται να καταναλώνει ενέργεια προσπαθώντας να προβλέψει τι θα συμβεί και μπορεί να επικεντρωθεί περισσότερο σε άλλα στοιχεία της εμπειρίας.
Οι γνώριμες ταινίες μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ως ένα είδος κοινωνικής υποκατάστασης. Μελέτη του 2009 της Jaye Derrick έδειξε ότι οι άνθρωποι στρέφονται στις αγαπημένες τους σειρές όταν νιώθουν μοναξιά και στη συνέχεια αισθάνονται λιγότερο μόνοι. Σύμφωνα με τον Moran πρόκειται για την «υπόθεση της κοινωνικής υποκατάστασης» (social surrogacy hypothesis), την ιδέα δηλαδή ότι μια αγαπημένη τηλεοπτική σειρά μπορεί, ως έναν βαθμό, να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της πραγματικής ανθρώπινης συντροφιάς. Η επίδραση αυτή ωστόσο συνδέεται με συγκεκριμένους, γνώριμους χαρακτήρες και όχι απλώς με το γεγονός ότι υπάρχει μια τηλεόραση ανοιχτή.
Βλέπουμε τις ίδιες ταινίες και σειρές όταν έχουμε κακές μέρες
Σύμφωνα με το άρθρο, η ανάγκη να δει κανείς μία ταινία που ξέρει καλά γίνεται ακόμη εντονότερη μετά από ημέρες που απαιτούν μεγάλη αυτοσυγκράτηση. Επικαλούμενο σχετική έρευνα του 2013 αναφέρει ότι οι συμμετέχοντες, αφού είχαν καταναλώσει σημαντικά αποθέματα αυτοελέγχου, προτιμούσαν γνώριμους φανταστικούς κόσμους και στη συνέχεια ανταποκρίνονταν καλύτερα σε νέα καθήκοντα που απαιτούσαν πειθαρχία.
Και σε αυτή την περίπτωση, ο αρθρογράφος ταυτίστηκε. Όπως αναφέρει, στο παρελθόν μετά από μία εξαντλητική μέρα στη δουλειά όπου έπρεπε να αντιδρά με ηρεμία σε κάθε απαίτηση και συμπεριφορά, γυρνώντας στο σπίτι δεν αναζητούσε μια απαιτητική ταινία αλλά εκείνη της οποίας γνώριζε ήδη το τέλος. Ήθελε απλώς να περάσει την τελευταία ώρα της ημέρας σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν χρειαζόταν τίποτα από εκείνον.
Τι πρέπει να προσέξει κανείς
Ωστόσο, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να έχει και κάποια μειονεκτήματα. Σύμφωνα με τον Moran, η ίδια η Derrick έχει επισημάνει κάτι αντίστοιχο: όταν απομακρυνόμαστε από τους πραγματικούς ανθρώπους και αναζητούμε παρηγοριά στην τηλεόραση, μπορεί με τον καιρό να διαθέτουμε λιγότερα ψυχικά και κοινωνικά αποθέματα για να αντιμετωπίσουμε την καθημερινότητα. Το ερώτημα, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, είναι αν κάποιος επισκέπτεται απλώς αυτό το «δωμάτιο» ή αν έχει εγκατασταθεί εκεί. Η επανάληψη μετά από μια δύσκολη εβδομάδα μπορεί να λειτουργεί αποκαταστατικά, ενώ η χρήση της για να αποφεύγεται μια συζήτηση ή μια κατάσταση μπορεί να έχει διαφορετική λειτουργία.
Συμβουλές
Τέλος, ο αρθρογράφος προτείνει να επιλέγεται εκ των προτέρων η ταινία ή η σειρά, πριν επέλθει η κόπωση, να παραμένει η παρακολούθηση περιορισμένη και να αποφεύγεται το ατελείωτο autoplay.
Παράλληλα, σημειώνει πως αξίζει να προσέχουμε τι επιλέγουμε να ξαναδούμε, καθώς αυτό μπορεί να αποκαλύπτει τι μας λείπει περισσότερο: τάξη, φροντίδα ή ανθρώπους που κάνουν τη ζωή πιο διασκεδαστική. Όπως, λέει, «ένα μικρό, ασφαλές και προβλέψιμο “καταφύγιο” δεν σημαίνει ότι έχεις παραιτηθεί από τον κόσμο. Για κάποιους από εμάς, είναι ακριβώς αυτό που κάνει τον κόσμο αρκετά υποφερτό, ώστε να μπορούμε να ξαναβγούμε σε αυτόν».














