Τα δημοψηφίσματα στην Ελβετία τραβούν συχνά τα βλέμματα της διεθνούς κοινής γνώμης με προτάσεις που στους ξένους φαίνονται τουλάχιστον αλλόκοτες, από την επιβολή πλαφόν 10 εκατομμυρίων στον πληθυσμό της χώρας, μέχρι την πλήρη απαγόρευση εισαγωγής φουά γκρα.
Αυτά τα συχνά δημοψηφίσματα αποτελούν τον πυρήνα της ελβετικής άμεσης δημοκρατίας, δίνοντας στους πολίτες τη δύναμη να παραπέμπουν συνταγματικές αλλαγές απευθείας στην εθνική κάλπη.
Πώς λειτουργεί το σύστημα;
Κάθε Ελβετός πολίτης, κόμμα ή οργάνωση μπορεί να καταθέσει μια λεγόμενη λαϊκή πρωτοβουλία, προτείνοντας μια αναθεώρηση του Συντάγματος.
Για να οδηγηθεί μια πρωτοβουλία σε ψηφοφορία, οι υποστηρικτές της πρέπει να συγκεντρώσουν 100.000 υπογραφές από πολίτες με δικαίωμα ψήφου μέσα σε διάστημα 18 μηνών. Δικαίωμα ψήφου διαθέτουν περίπου 5,7 εκατομμύρια από τα 9,1 εκατομμύρια κατοίκους της χώρας, καθώς οι υπόλοιποι είναι αλλοδαποί ή ανήλικοι.
Για να εγκριθεί μια πρόταση, απαιτείται διπλή πλειοψηφία: τόσο του συνολικού εθνικού σώματος όσο και των 26 καντονίων (υποδιοικήσεις) της χώρας. Ο κανόνας αυτός θεσπίστηκε για να προστατεύονται τα συμφέροντα των μικρότερων περιφερειών.
Οι εθνικές κάλπες για διάφορα ζητήματα στήνονται τέσσερις φορές το χρόνο, με τη συμμετοχή να διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 50%. Έρευνες δείχνουν ότι σχεδόν το 90% των Ελβετών έχει ψηφίσει τουλάχιστον μία φορά σε δημοψήφισμα, επιλέγοντας να συμμετάσχει όταν κρίνει το θέμα επαρκώς σημαντικό ή άμεσου ενδιαφέροντος.
Πώς διαφέρουν οι πρωτοβουλίες από τα δημοψηφίσματα;
Τα δημοψηφίσματα επιτρέπουν στους ψηφοφόρους να μπλοκάρουν νόμους που έχει ήδη υπερψηφίσει το κοινοβούλιο. Για να συμβεί αυτό, οι διαφωνούντες πρέπει να μαζέψουν 50.000 υπογραφές εντός 100 ημερών από την ψήφιση του νόμου. Σε αυτή την περίπτωση, απαιτείται μόνο η απλή πλειοψηφία των ψηφοφόρων και όχι των καντονίων. Το 2014, ένα τέτοιο δημοψήφισμα οδήγησε στην ακύρωση της σχεδιαζόμενης αγοράς σουηδικών μαχητικών αεροσκαφών.
Πόσο συχνές είναι οι λαϊκές πρωτοβουλίες;
Η Ελβετία καταγράφει κατακόρυφη αύξηση στον αριθμό των πρωτοβουλιών. Από τη θέσπιση του συστήματος το 1891 έως το 2000, διεξήχθησαν 127 ψηφοφορίες. Έκτοτε, έχουν τεθεί στην κρίση των πολιτών άλλες 115, ενώ 20 ακόμη βρίσκονται στα σκαριά.
Μια εξήγηση για τη σειρά αυτή είναι η αλλαγή στη σχετική αναλογία υπογραφών και ψηφοφόρων. Το όριο των 100.000 υπογραφών παραμένει αμετάβλητο από το 1977, όταν διπλασιάστηκε μετά την παραχώρηση δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες. Ωστόσο, το εκλογικό σώμα έχει αυξηθεί κατά περίπου 50% τις τελευταίες πέντε δεκαετίες, καθιστώντας αναλογικά ευκολότερη τη συγκέντρωση των απαιτούμενων υπογραφών.
Πόσο συχνά περνούν τελικά οι προτάσεις;
Οι Ελβετοί σπάνια υπερψηφίζουν τις λαϊκές πρωτοβουλίες. Μόλις το 11% των 242 προτάσεων που έχουν τεθεί σε ψηφοφορία από το 1891 έχει εγκριθεί.
Αν και δεν υπάρχει σαφής αυξητική τάση στο ποσοστό έγκρισης, ο απόλυτος αριθμός των επιτυχημένων πρωτοβουλιών έχει ανέβει λόγω του συνολικού όγκου τους. Από τις 26 πρωτοβουλίες που έχουν εγκριθεί μέχρι σήμερα, οι 14 πέρασαν μετά το 2000.
Πόση ισχύ έχουν αυτού του είδος οι ψηφοφορίες;
Οι πρωτοβουλίες μπορούν να επιφέρουν τεράστιες αλλαγές, μία από αυτές οδήγησε στην απαγόρευση κατασκευής μιναρέδων στη χώρα.
Ορισμένες φορές, η προσφυγή στην κάλπη δεν είναι καν απαραίτητη. Αν η κυβέρνηση διαπιστώσει ότι μια πρωτοβουλία εκφράζει την κοινή γνώμη ή αναδεικνύει ένα σοβαρό ζήτημα, μπορεί να απαντήσει ψηφίζοντας απευθείας σχετική νομοθεσία. Για όσους κινούν τη διαδικασία, αυτό αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα, καθώς η αλλαγή έρχεται ταχύτερα και χωρίς το κόστος μιας πολυδάπανης εθνικής εκστρατείας.
Ωστόσο, ακόμη και οι ριζοσπαστικές προτάσεις που απορρίπτονται μπορούν να προκαλέσουν αναταράξεις. Το 2014, η αποκαλούμενη «πρωτοβουλία του χρυσού», που θα υποχρέωνε την κεντρική τράπεζα να διατηρεί τουλάχιστον το 20% των στοιχείων ενεργητικού της σε χρυσό, προκάλεσε αναστάτωση στις αγορές συναλλάγματος προτού τελικά καταψηφιστεί.
Παρόμοια, όταν το 2025 η Ελβετία κλήθηκε να αποφασίσει για την επιβολή φόρου κληρονομιάς 50% στους υπερπλούσιους, τοπικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι εύπορες οικογένειες είχαν ήδη εγκαταλείψει τη χώρα ή μεταβιβάσει περιουσιακά στοιχεία στα παιδιά τους πριν τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας. Η πρόταση απορρίφθηκε στη συνέχεια με ποσοστό 78,3%.
Μπορεί να περιοριστεί η εφαρμογή μιας εγκεκριμένης πρωτοβουλίας;
Όταν οι πολίτες υπερψηφίζουν μια λαϊκή πρωτοβουλία, το Σύνταγμα τροποποιείται αμέσως. Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, το κοινοβούλιο οφείλει στη συνέχεια να συντάξει τον αντίστοιχο εφαρμοστικό νόμο.
Η διαδικασία αυτή έχει προκαλέσει τριβές στο παρελθόν, καθώς οι ψηφοφόροι νιώθουν ορισμένες φορές ότι οι πολιτικοί παρακάμπτουν τη βούλησή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπερψήφιση της πρωτοβουλίας του 2014 κατά της «μαζικής μετανάστευσης», που απαιτούσε την επιβολή ποσοστώσεων. Το κοινοβούλιο την εφάρμοσε τελικά με πολύ πιο περιορισμένη μορφή, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις για μη σεβασμό του αποτελέσματος.
Γιατί τα κυβερνώντα κόμματα καταθέτουν πρωτοβουλίες;
Το βασισμένο στη συναίνεση πολιτικό σύστημα της Ελβετίας φέρνει τα τέσσερα κόμματα της κυβέρνησης σε μια ιδιότυπη θέση. Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο αποτελείται από επτά μέλη, με κάθε κόμμα να διαθέτει μία ή δύο έδρες, όμως οι υπουργοί δεσμεύονται από την αρχή της συλλογικότητας: οφείλουν να στηρίζουν δημόσια τις αποφάσεις της κυβέρνησης, ανεξάρτητα από την κομματική τους γραμμή ή το τι ψήφισαν κεκλεισμένων των θυρών.
Αυτό δυσκολεύει τα κόμματα να προβάλουν τη δική τους ατζέντα. Έτσι, ιδίως το δεξιό Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα και οι αριστεροί Σοσιαλδημοκράτες, καταφεύγουν στις λαϊκές πρωτοβουλίες για να κάνουν εκστρατεία πάνω σε κομβικά ζητήματα, όπως το μεταναστευτικό και η ισότητα.
Ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης αυτού του συστήματος;
Η σημερινή Ελβετία ιδρύθηκε το 1848. Το 1874 το Σύνταγμα αναθεωρήθηκε, διευρύνοντας τις αρμοδιότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης· ως αντίβαρο, οι πολίτες απέκτησαν το δικαίωμα να αμφισβητούν νόμους μέσω δημοψηφισμάτων.
Οι λαϊκές πρωτοβουλίες προστέθηκαν δύο δεκαετίες αργότερα, αν και εφαρμόζονταν ήδη σε ορισμένα καντόνια. Η μεταρρύθμιση αυτή, που εγκρίθηκε με ψηφοφορία, ήρθε ως αποτέλεσμα δεκαετιών πολιτικών και θρησκευτικών συγκρούσεων. Έδωσε έτσι στις μειοψηφίες, περιλαμβανομένων των Καθολικών συντηρητικών που είχαν περιθωριοποιηθεί από τους επικρατούντες Φιλελεύθερους-Ριζοσπάστες, τη δυνατότητα να έχουν λόγο στα κοινά.
Σήμερα, η Ελβετία κατατάσσεται πρώτη παγκοσμίως στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς την κυβέρνηση, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ. Έρευνες δείχνουν ότι οι λαϊκές πρωτοβουλίες και τα δημοψηφίσματα διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο σε αυτό, καθώς προσφέρουν στους πολίτες τη δυνατότητα να αναδεικνύουν προβλήματα ή να τοποθετούνται άμεσα επί των νόμων που συντάσσουν οι πολιτικοί.
Με πληροφορίες από Bloomberg















