Σε νέο στάδιο περνάει η ποινική έρευνα σχετικά με την καταγγελία για ομαδικό βιασμό φοιτήτριας σε σπίτι αδελφότητας του πανεπιστημίου Cornell το 2024, η οποία ήρθε ξανά στο προσκήνιο μετά την αγωγή που κατέθεσε η καταγγέλλουσα, γνωστή ως Jane Doe, κατά του ιδρύματος στις 16 Σεπτεμβρίου.
Η κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Κάθι Χόκουλ, διόρισε τη γενική εισαγγελέα της Πολιτείας, Λετίσια Τζέιμς, ως ειδική εισαγγελέα, δηλώνοντας ότι έχει «χάσει την εμπιστοσύνη της» στον εισαγγελέα της κομητείας Τόμπκινς, Μάθιου Βαν Χάουτεν.
Το γραφείο του Βαν Χάουτεν είχε αρχικά κρίνει ότι τα στοιχεία δεν επαρκούσαν για την άσκηση ποινικών διώξεων, όμως την περασμένη εβδομάδα ξεκίνησε εκ νέου την έρευνα, μετά τα νέα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αγωγή. Αξιοσημείωτο είναι ότι το Cornell έχει στηρίξει την απόφαση για επανέναρξη της έρευνας.
The allegations in the Cornell sexual assault case are deeply disturbing and gut-wrenching. Cornell University has failed this survivor.
I fully support Governor Hochul’s decision to name Attorney General James as special prosecutor in this case and look forward to the complete…
— Mayor Zohran Kwame Mamdani (@NYCMayor) October 2, 2026
Νέες κινητοποιήσεις για την υπόθεση ομαδικού βιασμού στο Cornell
Την ίδια ώρα, φοιτητές προετοιμάζουν νέα κινητοποίηση στις 5 Οκτωβρίου, ζητώντας, μεταξύ άλλων, αυστηρότερες πολιτικές για τις σεξουαλικές επιθέσεις, εξωτερική έρευνα για τον χειρισμό της υπόθεσης από το πανεπιστήμιο και μέτρα πρόληψης.
Η αδελφότητα Chi Phi, στο σπίτι της οποίας φέρεται να συνέβη το περιστατικό, έκλεισε το 2024 και εξακολουθεί να παραμένει εκτός πανεπιστημιούπολης.
Σε φοιτητική συνέλευση την Πέμπτη, φοιτητές και μέλη του προσωπικού εξέφρασαν την οργή και την απογοήτευσή τους για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε το Cornell την υπόθεση. «Αξίζουμε να γνωρίζουμε ότι το ίδρυμά μας ενδιαφέρεται περισσότερο για την ασφάλειά μας παρά για τη φήμη του», δήλωσε η προπτυχιακή φοιτήτρια Σοφία Ράιλι Σιμ.
Η καταγγέλλουσα στην υπόθεση του ομαδικού βιασμού, η οποία είναι γνωστή ανώνυμα ως Jane Doe, υποστηρίζει στην αγωγή της ότι είχε ναρκωθεί και βιαστεί σε σπίτι της αδελφότητας Chi Phi και ότι το πανεπιστήμιο δεν την προστάτευσε ούτε επέβαλε επαρκείς κυρώσεις στους εμπλεκόμενους.
Οι επτά άνδρες που κατονομάζονται στην υπόθεση έχουν γίνει γνωστοί ως «Cornell Seven».
Το Cornell έχει υπερασπιστεί τη διαχείριση της υπόθεσης, αναφέροντας ότι διεξήγαγε εκτενή έρευνα διάρκειας αρκετών μηνών και ότι, μετά την ολοκλήρωσή της, επιβλήθηκαν κυρώσεις που περιλάμβαναν αποβολές και αναστολές φοίτησης. Το πανεπιστήμιο υποστηρίζει, ωστόσο, ότι δεν μπορεί να δημοσιοποιήσει συγκεκριμένες πειθαρχικές αποφάσεις για νομικούς λόγους.
Two of the students who reported on the Cornell gang rape allegations more than a week before it became a national story vow to continue to push for transparency: “We have the right to demand safety from our university.” pic.twitter.com/U39MohXnu1
— Erin Burnett OutFront (@OutFrontCNN) September 30, 2026
Γιατί δεν ασκήθηκαν διώξεις το 2024
Κρίσιμο σημείο της υπόθεσης είναι πλέον η διαφορά ανάμεσα σε όσα, σύμφωνα με τον εισαγγελέα, είχε αναφέρει αρχικά η φοιτήτρια και σε όσα περιγράφει στη σημερινή αγωγή.
Ο εισαγγελέας Μάθιου Βαν Χάουτεν υποστηρίζει ότι η πρώτη κατάθεση της γυναίκας στην αστυνομία του Cornell δεν ανέφερε ότι της χορηγήθηκαν ναρκωτικά χωρίς τη συγκατάθεσή της ή ότι εξαναγκάστηκε σε σεξουαλικές πράξεις. Κατά τον ίδιο, ο Βαν Χάουτεν είπε ακόμη ότι, σύμφωνα με την πρώτη κατάθεση της φοιτήτριας, κάθε φορά που εκείνη ζητούσε να σταματήσει η σεξουαλική δραστηριότητα, αυτή σταματούσε.
Η πλήρης κατάθεση του 2024 δεν έχει δημοσιοποιηθεί, οπότε δεν μπορεί να γίνει ανεξάρτητη σύγκριση με τη σημερινή αγωγή.
Ο Βαν Χάουτεν παραδέχθηκε ότι τα μηνύματα δεν είχαν τεθεί υπόψη της εισαγγελίας όταν έγινε η αρχική αξιολόγηση της υπόθεσης. Όπως είπε, το Cornell τα είχε στη διάθεσή του και τα διαβίβασε αργότερα στην ομάδα του, χωρίς όμως να διευκρινίσει πότε έγινε αυτό.
Ο δικηγόρος της γυναίκας, Τόμας Τζιούφρα, αμφισβητεί την εικόνα που δίνει ο εισαγγελέας και υποστηρίζει ότι η αρχική έρευνα δεν ήταν επαρκής. Όπως λέει, μετά την πρώτη καταγγελία της στην αστυνομία του πανεπιστημίου, η φοιτήτρια δεν κλήθηκε να μιλήσει ούτε με εισαγγελείς ούτε με ερευνητές εκπαιδευμένους να παίρνουν καταθέσεις από θύματα βιασμού.
«Δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς μπορεί να έγινε ενδελεχής ποινική έρευνα, όταν δεν μίλησε ποτέ με κανέναν πέρα από τον αστυνομικό που κατέγραψε την αρχική καταγγελία της», δήλωσε.
Η γυναίκα είχε απευθυνθεί στην αστυνομία του Cornell στις 8 Νοεμβρίου 2024, περίπου τρεις εβδομάδες μετά το περιστατικό. Η αστυνομία της Ιθάκης, δηλαδή της πόλης όπου βρίσκεται το πανεπιστήμιο, ανακοίνωσε ότι δεν είχε ενημερωθεί τότε για την υπόθεση και ότι έμαθε για τις καταγγελίες μόλις πρόσφατα από τα μέσα ενημέρωσης.
Με πληροφορίες από BBC















