Η πιθανότητα ενός Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου επιστρέφει στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης, καθώς οι συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται, οι μεγάλες δυνάμεις ενισχύουν τους εξοπλισμούς τους και οι ισορροπίες που διαμορφώθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δοκιμάζονται. Σε εκτενή ανάλυσή τους, οι Financial Times εξετάζουν κατά πόσο ο κόσμος κινδυνεύει να οδηγηθεί σε μια νέα παγκόσμια σύρραξη, χωρίς να έχει αντιληφθεί εγκαίρως το μέγεθος της απειλής.
Ο αρθρογράφος Gideon Rachman επισημαίνει ότι μόνο την τελευταία εβδομάδα καταγράφηκαν γεγονότα που αποτυπώνουν την αυξανόμενη διεθνή ανασφάλεια: πυραυλικές επιθέσεις οδήγησαν στο κλείσιμο του αεροδρομίου του Ριάντ, ρωσικά πλήγματα προκάλεσαν περισσότερους από 100 θανάτους αμάχων στην Ουκρανία, η Πολωνία προειδοποίησε για τον κίνδυνο ρωσικών επιθέσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η Κίνα ξεκίνησε εξαήμερες στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά.
Περιοχές που επί δεκαετίες θεωρούσαν την ειρήνη δεδομένη, όπως η Δυτική Ευρώπη, η Ανατολική Ασία και οι χώρες του Κόλπου, βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με την προοπτική πολεμικών συγκρούσεων.
Financial Times: Πότε ένας πόλεμος μπορεί να εξελιχθεί σε παγκόσμιο;
Σύμφωνα με την ανάλυση, ένας παγκόσμιος πόλεμος θα πρέπει να πληροί δύο βασικές προϋποθέσεις: να περιλαμβάνει άμεση στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ των ισχυρότερων κρατών και να εκτείνεται σε περισσότερες ηπείρους. Μέχρι στιγμής, καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν έχει εκπληρωθεί πλήρως. Ωστόσο, οι εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή αυξάνουν τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Η παρουσία βορειοκορεατικών στρατευμάτων στο πλευρό της Ρωσίας, η στρατιωτική συνεργασία Μόσχας και Τεχεράνης και η υποστήριξη που παρέχει η Κίνα στη ρωσική οικονομία ενισχύουν τις ανησυχίες για τη διαμόρφωση ενός ευρύτερου γεωπολιτικού μετώπου. Οι δυτικές υπηρεσίες ασφαλείας παρακολουθούν με αυξανόμενη ανησυχία τις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και Βόρειας Κορέας. Οι τέσσερις χώρες συνδέονται από την αντίθεσή τους προς τη διεθνή τάξη ασφαλείας υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, παρά τις διαφορετικές επιδιώξεις τους.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο συντονισμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων από τη Ρωσία στην Ευρώπη και την Κίνα στην Ασία, ένα σενάριο στο οποίο έχει αναφερθεί επανειλημμένα ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε.
Οι 65 συγκρούσεις και η υποχώρηση της δυτικής ισχύος
Η αύξηση της παγκόσμιας αστάθειας αποτυπώνεται και στα στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times. Η International Crisis Group καταγράφει 65 ενεργές συγκρούσεις διεθνώς, τον υψηλότερο αριθμό από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ήδη διαρκέσει περισσότερο από τη σύγκρουση της Σοβιετικής Ένωσης με τη ναζιστική Γερμανία. Σύμφωνα με τη βρετανική κυβέρνηση, οι ρωσικές απώλειες, νεκροί και τραυματίες, ανέρχονται σε 1,5 εκατομμύριο, ενώ οι ουκρανικές υπολογίζονται σε εκατοντάδες χιλιάδες.
Στη Γάζα, οι εκτιμήσεις που παραθέτει το δημοσίευμα κάνουν λόγο για 70.000 νεκρούς Παλαιστινίους, ενώ στο Σουδάν περισσότεροι από 14 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εξαιτίας της σύγκρουσης.
Ο Rachman αποδίδει μέρος αυτής της εξέλιξης στη μεταβολή της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος. Το 1989, οι χώρες της G7 αντιπροσώπευαν περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής και των στρατιωτικών δαπανών. Το 2022, το μερίδιό τους είχε περιοριστεί στο 43% του παγκόσμιου ΑΕΠ και περίπου στο μισό των στρατιωτικών δαπανών.
Η σχετική υποχώρηση της δυτικής ισχύος έχει δημιουργήσει περιθώρια για κράτη που επιδιώκουν να αμφισβητήσουν το υφιστάμενο διεθνές σύστημα.
Τραμπ, Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ: Η επιστροφή της πολιτικής ισχύος
Σημαντικό ρόλο στη νέα πραγματικότητα διαδραματίζει, σύμφωνα με την ανάλυση, η άνοδος ηγετών που προτάσσουν την εθνική ισχύ έναντι των διεθνών κανόνων.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν επιδιώκει την αποκατάσταση της ρωσικής επιρροής, ο Σι Τζινπίνγκ ενισχύει τη στρατιωτική παρουσία της Κίνας και αυξάνει την πίεση στην Ταϊβάν, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αμφισβητήσει παραδοσιακές αμερικανικές δεσμεύσεις ασφαλείας.
Οι διεκδικήσεις του Τραμπ για τη Γροιλανδία και οι επανειλημμένες αναφορές του στον Καναδά ως πιθανή 51η πολιτεία των ΗΠΑ ενισχύουν, κατά τον αρθρογράφο, την αμφισβήτηση της αρχής ότι τα διεθνή σύνορα δεν μπορούν να αλλάζουν διά της βίας.
Παράλληλα, η αντίληψη ότι οι μεγάλες δυνάμεις πρέπει να διαθέτουν αποκλειστικές σφαίρες επιρροής στις γειτονικές τους περιοχές δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους. Μικρότερα κράτη, όπως η Ουκρανία και η Ταϊβάν, δεν είναι διατεθειμένα να αποδεχθούν αδιαμαρτύρητα την κυριαρχία ισχυρότερων γειτόνων.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, σύμφωνα με τους Financial Times, είναι η αβεβαιότητα σχετικά με την αξιοπιστία των διεθνών συμμαχιών. Θα υπερασπίζονταν οι Ηνωμένες Πολιτείες στρατιωτικά την Πολωνία, τις χώρες της Βαλτικής, την Ιαπωνία ή τη Βρετανία σε περίπτωση επίθεσης; Η απάντηση δεν θεωρείται πλέον αυτονόητη.
Η ιστορία δείχνει ότι αντίστοιχες αμφιβολίες προηγήθηκαν και των δύο παγκόσμιων πολέμων. Το 1914, η Γερμανία υποτίμησε την αποφασιστικότητα της Βρετανίας να υπερασπιστεί το Βέλγιο. Το 1939, ο Χίτλερ θεώρησε ότι Λονδίνο και Παρίσι δεν θα τηρούσαν τις εγγυήσεις τους προς την Πολωνία. Και στις δύο περιπτώσεις, οι λανθασμένοι υπολογισμοί οδήγησαν σε καταστροφικές συνέπειες.
Σήμερα, αντίστοιχα ερωτήματα τίθενται για τις αμερικανικές δεσμεύσεις απέναντι στην Ταϊβάν και για την ισχύ του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, που προβλέπει τη συλλογική άμυνα των κρατών-μελών.
Με πληροφορίες από Financial Times















