ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΙΛΙΓΓΙΩΔΟΥΣ ΑΝΟΔΟΥ του Ρούπερτ Μέρντοκ στο σύμπαν των media απασχολεί παραβολικά τον Ντάνι Μπόιλ, ο οποίος επιστρέφει σε φεστιβαλικό υλικό μετά τη βιογραφία του Στιβ Τζομπς.
Με το Μελάνι, που χύνει σαν χολή με τη συνήθη σκηνοθετική του ενέργεια, επισημαίνεται ο καταλυτικός ρόλος του Λάρι Λαμπ, ενός ταλαντούχου δημοσιογράφου που άδραξε την ευκαιρία για να αποδείξει την αξία του σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον ανελέητα ανταγωνιστικό και ξεδιάντροπα μοχθηρό — νεόφυτος ακόμη, είχε φιλοδωρηθεί με πίσσα και πούπουλα, δεμένος πισθάγκωνα στην άσφαλτο, δίκην τελετής μύησης από τους παλιούρες της οδού Φλιτ, στο λίκνο της έντυπης δημοσιογραφίας του Λονδίνου.
Το «Ink», που άνοιξε εντός συναγωνισμού το 83ο Φεστιβάλ Βενετίας, είναι η υπενθύμιση πως ακόμη και ένας τύπος, όπως ακριβώς ο Μέρντοκ, που θα έκανε τα πάντα για το κέρδος, σοκάρεται από το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένας εκλεκτός συνεργάτης του.
Απογοητευμένος από τη στασιμότητα, ο Λαμπ δέχεται την πρόκληση της καθόλου φαεινής, σε πρώτη ανάγνωση, ιδέας του Μέρντοκ να ηγηθεί μιας απόπειρας νεκρανάστασης της Sun, στρατολογώντας όποιον διαθέτει το θάρρος ή είναι αρκούντως απελπισμένος να συμμετάσχει στο εκ νέου λανσάρισμα ενός ξοφλημένου τίτλου. Η μετατροπή ενός λαϊκού φύλλου σε ριζοσπαστική φυλλάδα, με δώρα, τηλεοπτική διαφήμιση, γκραν γκινιόλ τίτλους, ζώδια και, φυσικά, τα ημίγυμνα μοντέλα που γρήγορα έγιναν ολόγυμνα, είναι γνωστό φαινόμενο, που δεν γαργάλησε μόνο το αναγνωστικό κοινό, αλλά κυρίως σκανδάλισε τους σοβαρούς κύκλους ενός επαγγέλματος παλαιάς υπερηφάνειας και κραταιάς, εντελώς βρετανικής υποκρισίας — ένα από τα κίνητρα του Λαμπ είναι η φτωχική του καταγωγή.
Βασισμένο σε θεατρικό (του φαίνεται, παρά τα απανωτά κόλπα με τα λοξά κάδρα και το στακάτο μοντάζ) και τοποθετημένο στο 1969 (χωρίς να το κάνει εικαστικό ή σκηνογραφικό «θέμα»), το Ink, που άνοιξε εντός συναγωνισμού το 83ο Φεστιβάλ Βενετίας, δεν είναι τόσο η αυταπόδεικτη προειδοποίηση για έναν δρόμο χωρίς επιστροφή όσο η υπενθύμιση πως ακόμη και ένας τύπος, όπως ακριβώς ο Μέρντοκ, που θα έκανε τα πάντα για το κέρδος, σοκάρεται από το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένας εκλεκτός συνεργάτης του, θολώνοντας την ελευθερία κινήσεων με την ηθική ασυδοσία, μέχρι να βραβευθεί για τα επιτεύγματά του από το κατεστημένο που τον απέρριπτε μετά βδελυγμίας και να χριστεί Sir από τη βασίλισσα — προς τιμήν του, τουλάχιστον, ο Μπόιλ, που τη σκηνοθέτησε αξέχαστα για τους Ολυμπιακούς του 2012, δεν αποδέχθηκε ποτέ την τιμή του Ιππότη που του είχε προταθεί…















