Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

The Atlantic: Η Γκίλφοϊλ παραβίασε τον σημαντικότερο κανόνα του Τραμπ – Και δεν έχει σχέση με τη διαφθορά


Η αποπομπή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο ανάλυσης του αμερικανικού περιοδικού The Atlantic, το οποίο υποστηρίζει ότι η απόφαση του Λευκού Οίκου να ζητήσει την παραίτησή της δεν συνδέεται τόσο με τις καταγγελίες περί διαφθοράς όσο με την πολιτική έκθεση που προκάλεσε στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.

Στο σχετικό δημοσίευμα, ο δημοσιογράφος Τομ Νίκολς εξετάζει τα κριτήρια με τα οποία ο Αμερικανός πρόεδρος επιλέγει και απομακρύνει τους συνεργάτες του. Όπως υποστηρίζει, σε αντίθεση με την πρώτη προεδρική του θητεία, ο Τραμπ έχει πλέον στελεχώσει την κυβέρνησή του σχεδόν αποκλειστικά με πρόσωπα που διακρίνονται για την προσωπική τους αφοσίωση προς τον ίδιο. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η πίστη στον πρόεδρο φαίνεται να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τα επαγγελματικά προσόντα ή την εμπειρία.

Γιατί απομακρύνθηκε η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ

Ο Νίκολς αναφέρει ότι η Γκίλφοϊλ έχει βρεθεί αντιμέτωπη με καταγγελίες για διαφθορά τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της διπλωματικής της θητείας, τις οποίες η ίδια αρνείται. Ωστόσο, κατά την εκτίμησή του, οι συγκεκριμένες καταγγελίες δεν αποτέλεσαν τον πραγματικό λόγο της αποχώρησής της, την οποία, όπως γράφει, ζήτησε ο Λευκός Οίκος. «Η ιδέα ότι η Γκίλφοϊλ, και μόνο αυτή, ξεπέρασε κάποια μέχρι πρότινος άγνωστη κόκκινη γραμμή σε ζητήματα διαφθοράς είναι γελοία», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Κατά τον αρθρογράφο, η πρώην πρέσβειρα απομακρύνθηκε επειδή υπερέβη τα όρια του ρόλου της, επιχείρησε να αξιοποιήσει το όνομα του Τραμπ και τελικά εξέθεσε την κυβέρνησή του όταν οι ενέργειές της έγιναν γνωστές. Ο Νίκολς υποστηρίζει ακόμη ότι η αντιμετώπισή της αναδεικνύει διαφορετικά μέτρα και σταθμά εντός της κυβέρνησης, αφήνοντας αιχμές και για τον ρόλο του φύλου.

Οι καταγγελίες για άλλα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ

Ο αρθρογράφος παραθέτει, στη συνέχεια, περιπτώσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων που έχουν αντιμετωπίσει σοβαρές καταγγελίες χωρίς να απομακρυνθούν. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε δημοσίευμα των Financial Times, σύμφωνα με το οποίο χρηματιστής που ενεργούσε για λογαριασμό του Πιτ Χέγκσεθ επιχείρησε να πραγματοποιήσει σημαντική επένδυση στην αμυντική βιομηχανία λίγο πριν από τον πόλεμο με το Ιράν, προκαλώντας υποψίες για αξιοποίηση προνομιακής πληροφόρησης.

Παράλληλα, επικαλείται καταγγελίες σε βάρος του διευθυντή του FBI, Κας Πατέλ, σχετικά με τη χρήση κρατικών πόρων για την καταβολή αδικαιολόγητων μπόνους. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Τομ Χόμαν, ο οποίος, σύμφωνα με το δημοσίευμα, φέρεται- το 2024- να αποδέχεται 50.000 δολάρια από μυστικούς πράκτορες του FBI που εμφανίζονταν ως επιχειρηματίες.

Ο Χέγκσεθ και ο Χόμαν αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο, ο Πατέλ και το FBI δεν έχουν σχολιάσει τις σχετικές καταγγελίες. Η ανάλυση ολοκληρώνεται με αναφορά στον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Τραμπ, και στις επικρίσεις για τη διασύνδεση δημόσιας εξουσίας και ιδιωτικού οικονομικού οφέλους.

Με πληροφορίες από The Atlantic



Πηγή: www.lifo.gr