ΕΧΕΙ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ για τα καλά σε μια Αθήνα του 1957 όταν ένας πολύ πλούσιος και πολύ άνοστος «γόνος», ο Νίκος Δρίτσας (Μηνάς Χριστίδης), αφήνει με το εντυπωσιακό σπορ αυτοκίνητό του, μια ολοκαίνουρια Austin-Healey 100, την αγέρωχη αλλά γεμάτη ρωγμές νεαρή μεγαλοαστή Χλόη Πέλλα (Έλλη Λαμπέτη) στο σπίτι της, μια μεγαλοπρεπή νεοκλασική έπαυλη με κήπο που θα υπέθετε κανείς ότι βρίσκεται κάπου στα βόρεια προάστια. Κι όμως, το κτίριο στέκεται, σαν μαυσωλείο μιας εποχής που τελειώνει, στο κέντρο της πόλης, Βασιλίσσης Σοφίας 23 και Νεοφύτου Βάμβα, λίγο πριν από τον Εθνικό Κήπο. Μερικά χρόνια αργότερα το επιβλητικό κτίριο, δημιούργημα του Τσίλερ, θα κατεδαφιστεί. Στο «Τελευταίο Ψέμα» όμως, είναι πάντα στη θέση του, αν και ήδη επισφαλές, από τον χρόνο, από την οικονομική κατάρρευση της οικογένειας Πέλλα και από τις τραγωδίες, μικρές και μεγάλες, που το στοιχειώνουν.
Μοιάζει να της ταιριάζει να περιφέρεται ανά τις δεκαετίες σαν πολύτιμο μυστικό που περνά από γενιά σε γενιά, της αξίζει όμως και η ευρύτερη δυνατή αναγνώριση.
Σχεδόν οι μισές από τις αγαπημένες μου ελληνικές ταινίες γυρίστηκαν στη δεκαετία του ’50, πριν από την ανοικοδόμηση και πριν από την πλήρη βιομηχανοποίηση του λεγόμενου εμπορικού σινεμά. Και το «Τελευταίο Ψέμα», η τέταρτη ταινία του Κακογιάννη (μετά το «Κυριακάτικο Ξύπνημα», τη «Στέλλα» και «Το Κορίτσι με τα Μαύρα») είναι για μένα το αριστουργηματικό επιστέγασμα εκείνης της λαμπρής, πρώτης περιόδου του σκηνοθέτη. Είναι όμως μάλλον και η λιγότερο οικεία στο κοινό. Ίσως έχει κάτι παράξενο από τη φύση της, κάτι που «ξενίζει», κάτι το «ανοίκειο», παρά το υπέρλαμπρο καστ, τη σαγηνευτική φωτογραφία του Λάσαλι, την απολύτως λειτουργική μουσική του Χατζιδάκι, τη σκηνογραφία του Τσαρούχη.
Μοιάζει να της ταιριάζει να περιφέρεται ανά τις δεκαετίες σαν πολύτιμο μυστικό που περνά από γενιά σε γενιά, της αξίζει όμως και η ευρύτερη δυνατή αναγνώριση. Και σίγουρα της αξίζει να προβληθεί ξανά σε μεγάλη οθόνη, κάτι που θα συμβεί σήμερα στη Θεσσαλονίκη, στο σινεμά Απόλλων, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Σινεμά Ξανά» της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (θα ακολουθήσουν προβολές και σε άλλες πόλεις, ενώ στην Αθήνα θα προβληθεί στις 28 του μήνα στην Ταινιοθήκη).
Η ταινία είχε προβληθεί στο φεστιβάλ των Καννών και σε άλλες επιφανείς κινηματογραφικές διοργανώσεις, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές και υποψηφιότητες για βραβεία. Ο αγγλικός τίτλος ήταν «Ζήτημα αξιοπρέπειας» (A Matter of Dignity), πιο διφορούμενος και πιο σαρκαστικός από τον ελληνικό. Στις ελληνικές αίθουσες πάντως η πορεία της δεν ήταν και τόσο θεαματική, ενώ αντιστοίχως χλιαρή υπήρξε και η υποδοχή της στην τηλεόραση (δεν παιζόταν και συχνά, είναι η αλήθεια), εκεί όπου έζησαν την δεύτερη και πιο μεγάλη ζωή τους οι ελληνικές ταινίες, συναντώντας το κοινό μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Έχω την αίσθηση όμως ότι το «Τελευταίο Ψέμα» έχει κερδίσει το στοίχημα με τον χρόνο.
Δεν είναι απαραίτητο να βλέπουμε τα παλιά έργα με το σημερινό, αδηφάγο και βαμπιρικό βλέμμα μας. Ούτε να τα βρίσκουμε όλα «προφητικά», «διαχρονικά» και «καίρια». Υπό ένα σύγχρονο πρίσμα πάντως, θα μπορούσε να δει κανείς την περίπτωση της Χλόης στο «Τελευταίο Ψέμα» ως την διαδρομή ενός αποξενωμένου πλουσιοκόριτσου που αποφάσισε να δώσει τέλος σ’ έναν φαύλο κύκλο υποκρισίας, ξιπασιάς, παρακμής, ψευδαισθήσεων, συμβιβασμών και προνομίων βρίσκοντας τη λύτρωση στο λαϊκό αίσθημα. Κατά κάποιον τρόπο, ήταν η πρώτη «φασαία». Όταν εγκαταλείπει σπίτι, μνηστήρες, ενοχές και ανέσεις και πηγαίνει στην Τήνο, τον δεκαπενταύγουστο του 1957, για να εκπληρώσει η ίδια το τάμα της υπηρέτριας που την μεγάλωσε, με το παιδί εκείνης στην αγκαλιά της, δεν πάει για διακοπές, είναι όμως σχεδόν εκστατικός ο τρόπος με τον οποίον παραδίδεται στην απόκοσμη εμπειρία και αφήνει να την ρουφήξει το πλήθος των προσκυνητών που εκλιπαρούν για ένα θαύμα.















