Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Α, ρε ορφάνια | LiFO


Στα τελευταία του χρόνια, ο παππούς μου έλεγε συχνά:

«Α, ρε ορφάνια…»

«Γιατί το λες αυτό;» τον ρωτούσα.

«Μια μέρα θα με καταλάβεις», απαντούσε.

Και το βλέμμα του χανόταν στο κενό.

Δεν τον καταλάβαινα. Νόμιζα πως μιλούσε για τους γονείς του, που τους είχε χάσει νέος. Κι όμως, πάντα μου έκανε εντύπωση ότι συνέχιζε να το επαναλαμβάνει στα βαθιά του γεράματα. Αναρωτιόμουν πώς μπορεί να σε ακολουθεί μια ορφάνια μια ολόκληρη ζωή.

Σήμερα έμαθα για τον θάνατο του Αλέξη Σταμάτη.

Και σαν ηλεκτρικό ρεύμα με διαπέρασε η φράση του παππού μου.

Ο Αλέξης ήταν ο μεγάλος έρωτας της νιότης μου.

Στο άκουσμα του θανάτου του άνοιξε μέσα μου μια βαθιά, απότομη χαράδρα.

Προσπαθώ να κρατήσω σταθερό το βήμα μου.

Με το παραμικρό.

Με ένα χιλιοστό μπροστά.

Θα πέσω μέσα.

Στον καυτό πολτό των αναμνήσεων.

Η ψυχή μου μοιάζει με μικρά πετσοκομμένα κομμάτια.

Πρόχειρα κολλημένα με σελοτέιπ.

Με τον Αλέξη χωρίσαμε το 2002.

Από τότε κύλησε μια ολόκληρη ζωή.

Γάμος.

Παιδί.

Χαρές.

Αρρώστιες.

Απογοητεύσεις.

Άλλοι άνθρωποι.

Κι όμως.

Ας μου πει κάποιος γιατί σήμερα αισθάνομαι ορφανή.

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στον τρόπο που προσπάθησα να επιβιώσω.

Για να μπορέσω τότε να συνεχίσω μετά τον χωρισμό, χρειάστηκε να αποδομήσω τον έρωτα.

Να τον μικρύνω.

Να τον θυμώσω.

Να τον αδικήσω.

Να τον εκδικηθώ.

Ήταν ο μόνος τρόπος να προχωρήσω.

Εκείνος ο χωρισμός ήταν μεγαλύτερος Γολγοθάς από τον καρκίνο που έπαθα χρόνια αργότερα.

Δεν με τσάκισε ποτέ τίποτα περισσότερο.

Σήμερα κατάλαβα πόσο παράξενο είναι αυτό που συμβαίνει όταν πεθαίνει ένας μεγάλος έρωτας.

Είναι σαν να πεθαίνει μαζί του η εκδοχή του εαυτού σου που μόνο εκείνος γνώριζε.

Δεν υπάρχουν πια μάρτυρες.

Παίζεις μόνος σου.

Ο θάνατος των γονιών μας, όσο αβάσταχτος κι αν είναι, μεγαλώνουμε γνωρίζοντας πως κάποτε θα έρθει. Είναι η πιο σκληρή, αλλά και η πιο φυσική σειρά των πραγμάτων.

Με έναν μεγάλο έρωτα δεν υπάρχει τέτοια προετοιμασία.

Τι παίρνει μαζί του ένας άνθρωπος όταν φεύγει;

Παίρνει, άραγε, μαζί του την ταράτσα στην Αστυπάλαια;

Τότε που αγναντεύαμε μαζί.

Ήμασταν νέοι.

Ήμασταν ωραίοι.

Και πιστεύαμε πως ο χρόνος δεν θα μας αγγίξει.

Παίρνει τα βλέμματα;

Τις σιωπές;

Ή μήπως όχι;

Ίσως τελικά ο θάνατος να παίρνει μόνο τους ανθρώπους.

Όχι τους τόπους όπου αγαπήσαμε.

Όχι το φως.

Όχι τη μνήμη.

Όχι την αγάπη που υπήρξε.

Από το πρωί το τηλέφωνό μου δεν έχει σταματήσει να χτυπάει.

Άνθρωποι που μας γνώριζαν μαζί με παίρνουν για να μου πουν συλλυπητήρια.

Έχουν περάσει σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια από τότε που χωρίσαμε.

Κι όμως.

Όσοι μας γνώριζαν, ξέρουν.

Ποιος ήταν όμως ο Αλέξης Σταμάτης;

Ήταν ένας άνθρωπος που επινοούσε ξανά και ξανά τον εαυτό του.

Δεν φοβήθηκε ποτέ να κοιτάξει κατάματα τις σκοτεινές του πλευρές.

Μίλησε δημόσια για την εξάρτησή του από το αλκοόλ.

Την πολέμησε.

Τη νίκησε.

Χωρίς να κρυφτεί πίσω από καμία ωραιοποιημένη εικόνα.

Είχε μια σπάνια δύναμη.

Όχι τη δύναμη εκείνου που δεν λυγίζει.

Τη δύναμη εκείνου που λυγίζει και συνεχίζει.

Δημιουργούσε ακούραστα.

Μυθιστορήματα.

Θέατρο.

Ποίηση.

Σαν να μην του έφτανε ποτέ ο χρόνος.

Δεν σταμάτησε ποτέ να τρέχει προς το μέλλον.

Με νέα βιβλία.

Νέες παραστάσεις.

Νέες ιδέες.

Όταν μιλήσαμε πριν από λίγο καιρό, μου είπε ότι πάλευε με την ασθένειά του εδώ και πολλά χρόνια.

Μιλούσε σαν άνθρωπος που είχε μάθει να ζει με την αβεβαιότητα.

Σαν να χόρευε μαζί της.

Κι όσο εκείνη τού υπενθύμιζε ότι ο χρόνος λιγοστεύει, τόσο εκείνος επέμενε να γράφει.

Να δημιουργεί.

Να αγαπά.

Να κάνει σχέδια για το αύριο.

Ο Ερμής, ο γιος του, ήρθε σχετικά αργά στη ζωή του.

Κι όμως, κάθε φορά που μιλούσε γι’ αυτόν, είχες την αίσθηση πως δεν υπήρξε καμία καθυστέρηση.

Σαν να πρόλαβαν να ζήσουν μέσα σε λίγα χρόνια μια ολόκληρη ζωή.

Ο χρόνος τους δεν ήταν μεγάλος.

Ήταν πυκνός.

Συμπαγής.

Πρόλαβα, ευτυχώς, να του πω «συγγνώμη».

Κι εκείνος τη δέχτηκε.

Συμφωνήσαμε και οι δύο πως, στο τέλος, αυτό που μένει είναι η αγάπη.

Η αγαπημένη φίλη του Αλέξη, η ποιήτρια Ελευθερία Σαπουντζή, έλεγε:

«Σε χρόνο αιωνίως ενεστώτα».

Αυτός ο στίχος ήταν από τους αγαπημένους του.

Και κάπως έτσι νομίζω πως θα υπάρχει πια μέσα μου ο Αλέξης.

Σε χρόνο αιωνίως ενεστώτα.

Σήμερα, για πρώτη φορά, κατάλαβα τι εννοούσε ο παππούς μου. Α, ρε ορφανια



Πηγή: www.lifo.gr