Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Αγγλία: Τα κουνέλια αποτελούσαν μεσαιωνική πολυτέλεια μέχρι που η πανώλη τα έκανε κάτι συνηθισμένο


Το ευρωπαϊκό κουνέλι είναι σήμερα ένα συνηθισμένο θέαμα στην βρετανική ύπαιθρο. Ωστόσο, δεν ήταν πάντα έτσι. Δεν είναι αυτόχθον είδος στις Βρετανικές Νήσους και αποτελεί ένα από τα πιο καταστροφικά είδη.

Η πρώιμη ιστορία των κουνελιών στις Βρετανικές Νήσους αφηγείται τη συναρπαστική ιστορία της κοινωνικής αλλαγής στη μεσαιωνική Αγγλία.

Από ένα σπάνιο είδος πολυτέλειας που προσφερόταν ως δώρο από βασιλείς και τη νορμανδική αριστοκρατία, τα κουνέλια έγιναν πιο συνηθισμένα μετά τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των φτωχών στα χρόνια που ακολούθησαν τον Μαύρο Θάνατο (πανώλη) από το 1346 έως το 1353.

Η σπανιότητα των κουνελιών στην Αγγλία

Αν και κάποτε θεωρούταν ότι εισήχθησαν από τους Νορμανδούς, οι αρχαιολόγοι έχουν έκτοτε ανακαλύψει ένα οστό κουνελιού από τη ρωμαϊκή Βρετανία. Ωστόσο, τεκμηριωμένες ενδείξεις για την παρουσία κουνελιών στις Βρετανικές Νήσους έχουν βρεθεί μόνο από τη νορμανδική περίοδο και μετά.

Μία από τις παλαιότερες αναφορές προέρχεται από τα νησιά Σίλι και αφορά τη δεκάτη, δηλαδή το ένα δέκατο της παραγωγής που δινόταν στην εκκλησία ως προσφορά. Το 1176, ο γαιοκτήμονας Ρίτσαρντ ντε Γουίκα παραδέχτηκε ότι είχε παραλείψει να καταβάλει τη δεκάτη για τα κουνέλια του, επειδή πίστευε ότι «δεν οφείλονται δεκάτες για πράγματα αυτού του είδους». Η σύγχυσή του υποδηλώνει ότι τα κουνέλια αποτελούσαν καινοτομία.

Τα κουνέλια εξακολουθούσαν να είναι αρκετά σπάνια ώστε να δικαιολογούν τη φροντίδα και την προσοχή του βασιλιά τον 13ο αιώνα. Το 1235, ο Ερρίκος Γ΄ χάρισε δέκα ζωντανά κουνέλια στον Τζέφρι Ντεσπένσερ, έναν Άγγλο γαιοκτήμονα και λόρδο.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο βασιλιάς έστειλε άνδρες να πιάσουν 30 ή 40 κουνέλια στο πάρκο του στο Γκίλφορντ. Τους δόθηκε εντολή να τα συλλέξουν μόνο αν τα λαγούμια κουνελιών ήταν καλά εφοδιασμένα, πράγμα που υποδηλώνει ότι ο βασιλιάς δεν ήθελε να εξαντληθεί ο πληθυσμός τους.

Εκείνη την εποχή, τα κουνέλια εκτρέφονταν για το κρέας και τη γούνα τους. Ο Ερρίκος Γ΄ εξέδωσε διαταγές για την προμήθεια ελαφιού, αγριόχοιρων, ψαριών, κύκνων, παγωνιών, ορνίθων, αυγών και λαγών για διάφορες γιορτές στις αρχές του 13ου αιώνα. Μόνο κατά τη χριστουγεννιάτικη γιορτή του 1240 πρόσθεσε τα κουνέλια στον κατάλογο των απαιτήσεών του.

Τα κουνέλια αποτελούσαν μια ακριβή λιχουδιά, που κόστιζε τέσσερις ή πέντε φορές περισσότερο από τα κοτόπουλα. Οι ιδιοκτήτες τους προστάτευαν τους χώρους των κουνελιών τους από τη λαθροθηρία και τα αρπακτικά ζώα, σε τέτοιο βαθμό που χτίζονταν παρατηρητήρια και πέτρινα καταφύγια για την προστασία τους.

Η αλλαγή που έκανε τα κουνέλια κάτι όχι τόσο σπάνιο

Ωστόσο, τα κουνέλια δεν παρέμειναν προνόμιο της αριστοκρατίας. Ο Μαύρος Θάνατος (1346 έως 1353), ο οποίος σκότωσε μεταξύ του ενός τρίτου και των δύο τρίτων του ευρωπαϊκού πληθυσμού, οδήγησε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των επιζώντων. Η γη έγινε πιο ελεύθερα διαθέσιμη. Οι εργάτες μπορούσαν επίσης να ζητούν υψηλότερες αμοιβές για την εργασία τους. Και πολλοί υιοθέτησαν τον τρόπο ζωής εκείνων που βρίσκονταν ψηλότερα στην κοινωνική κλίμακα.

Το 1363 θεσπίστηκε νομοθεσία που περιόριζε το τι μπορούσαν να φορούν οι άνθρωποι ανάλογα με την κοινωνική τους θέση. Η θέσπισή της αιτιολογήθηκε λόγω «της υπερβολικής ενδυμασίας των ανθρώπων πέραν της κοινωνικής τους τάξης, η οποία οδήγησε σε πολύ μεγάλη καταστροφή και εξαθλίωση της χώρας».

Τα κουνέλια αντανακλούσαν αυτή την κοινωνική αλλαγή. Έγιναν πιο συνηθισμένα κατά τη διάρκεια του 14ου και του 15ου αιώνα, καθώς το κρέας τους καταναλωνόταν από πλουσιότερους αγρότες και οι γούνες τους φοριούνταν από επίδοξους τεχνίτες.

Το γούνα του κοινού γκρίζου κουνελιού χρησιμοποιούνταν για ζεστασιά, αλλά ορισμένα εκτροφεία ειδικεύονταν σε σπανιότερα ασημί-γκρι ή μαύρα κουνέλια. Τα κουνέλια εξακολουθούσαν να είναι κατάλληλα για έναν βασιλιά.

Καθώς ο αριθμός των κουνελιών αυξανόταν μέσω της αναπαραγωγής, αυξανόταν και ο αριθμός των καταγγελιών για τις καταστροφές που προκαλούσαν. Στα λογιστικά βιβλία των φεουδαρχικών κτημάτων περιλαμβάνονταν επανειλημμένες διαμαρτυρίες για την απώλεια των καλλιεργειών και τις ζημιές στη γη που προκαλούσαν τα κουνέλια του φεουδάρχη.

Ταυτόχρονα, το κυνήγι κουνελιών και άλλων θηραμάτων θεωρούνταν δυνητικά ανατρεπτικό. Το 1390, μετά την Εξέγερση των Αγροτών του 1381, το κοινοβούλιο θέσπισε νομοθεσία κατά της λαθροθηρίας και του κυνηγιού από εργάτες και τεχνίτες. Υπήρχε ο φόβος ότι, με το πρόσχημα του κυνηγιού, αυτοί οι άνθρωποι θα «συνωμοτούσαν και θα σχεδίαζαν εξεγέρσεις» εναντίον του βασιλιά.

Ο βασιλιάς ενέκρινε τη νομοθεσία, επεκτείνοντας την απαγόρευση στη χρήση όλων των πιθανών μέσων «για τη σύλληψη ή την εξόντωση θηραμάτων του δάσους, λαγών ή κουνελιών, ή άλλων θηραμάτων των ευγενών».

Με πληροφορίες από Conversation



Πηγή: www.lifo.gr