Ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ διεκδικεί μια θέση στη Γερουσία των ΗΠΑ, αλλά τις τελευταίες εβδομάδες έχει βρεθεί στο επίκεντρο της αμερικανικής πολιτικής για λόγους που ξεπερνούν κατά πολύ την υποψηφιότητά του. Ο Ντόναλντ Τραμπ τον αποκαλεί «τζιχαντιστή», οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να τον συνδέσουν με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και ακόμη και στελέχη του ίδιου του κόμματός του δυσκολεύονται να τον στηρίξουν χωρίς επιφυλάξεις.
Ο 41χρονος Δημοκρατικός είναι υποψήφιος στο Μίσιγκαν, μία από τις πολιτείες όπου οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου θα μπορούσαν να κρίνουν ποιο κόμμα θα ελέγχει τη Γερουσία. Αν επικρατήσει του Ρεπουμπλικανού Μάικ Ρότζερς, θα γίνει ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η υποψηφιότητά του έχει αποκτήσει και μια δεύτερη, ευρύτερη σημασία. Για την προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών, η αναμέτρηση στο Μίσιγκαν αποτελεί δοκιμασία για το κατά πόσο οι πολιτικές της μπορούν να κερδίσουν ψηφοφόρους πέρα από τα παραδοσιακά της προπύργια. Για τους Ρεπουμπλικανούς, ο Ελ Σαγέντ έχει γίνει ένας από τους βασικούς στόχους της προεκλογικής τους εκστρατείας.
Ποιος είναι ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ
Ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ γεννήθηκε το 1984 στο Μίσιγκαν, από γονείς που είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ από την Αίγυπτο. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν μικρός και ο ίδιος μεγάλωσε στην περιοχή του Ντιτρόιτ με τον πατέρα και τη μητριά του.
Σπούδασε βιολογία και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη με υποτροφία Rhodes και απέκτησε πτυχίο Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια.
Αντί να ακολουθήσει καριέρα στην κλινική ιατρική, στράφηκε στη δημόσια υγεία. Το 2015 ανέλαβε επικεφαλής της υπηρεσίας υγείας του Ντιτρόιτ, σε μια περίοδο που η πόλη προσπαθούσε να ανασυγκροτήσει τις δημόσιες υπηρεσίες της μετά τη χρεοκοπία της. Αργότερα ανέλαβε αντίστοιχη θέση στην κομητεία Γουέιν, όπου βρίσκεται και το Ντιτρόιτ.
Στις δύο αυτές θέσεις ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με προγράμματα πρόληψης, τη διανομή φαρμάκων για την αντιμετώπιση υπερβολικής δόσης οπιοειδών και τη διαγραφή ιατρικών χρεών κατοίκων.
Η πολιτική δεν είναι καινούργια υπόθεση για τον Ελ Σαγέντ. Το 2018 επιχείρησε να κερδίσει το χρίσμα των Δημοκρατικών για τη θέση του κυβερνήτη του Μίσιγκαν, έχοντας τη στήριξη του Μπέρνι Σάντερς. Ηττήθηκε, ωστόσο, στις εσωκομματικές εκλογές από την Γκρέτσεν Γουίτμερ, η οποία στη συνέχεια εξελέγη κυβερνήτρια.
Οκτώ χρόνια αργότερα, επέστρεψε στην εκλογική μάχη, αυτή τη φορά διεκδικώντας την έδρα του Δημοκρατικού γερουσιαστή Γκάρι Πίτερς, ο οποίος αποχωρεί.
Τον Αύγουστο κατάφερε μια σημαντική πολιτική ανατροπή, επικρατώντας οριακά στις εσωκομματικές εκλογές της βουλευτού Χέιλι Στίβενς. Η αντίπαλός του είχε τη στήριξη ισχυρών στελεχών του κόμματος και σημαντικά περισσότερα χρήματα για την προεκλογική της εκστρατεία.
Ο Ελ Σαγέντ, αντίθετα, στηρίχθηκε σε μια προοδευτική ατζέντα με βασικά αιτήματα την καθολική πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, τη μείωση του κόστους ζωής, την υψηλότερη φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων και τον περιορισμό της επιρροής των μεγάλων επιχειρήσεων στην πολιτική. Έχει επίσης ταχθεί υπέρ της κατάργησης της ομοσπονδιακής υπηρεσίας μετανάστευσης ICE.
Γιατί τον έχει βάλει στο στόχαστρο ο Τραμπ
Στις 25 Οκτωβρίου, σε προεκλογική συγκέντρωση στο Μίσιγκαν, ο Ντόναλντ Τραμπ αποκάλεσε τον Ελ Σαγέντ «τζιχαντιστή» και ισχυρίστηκε ότι βρίσκεται «στο πλευρό των τρομοκρατών». Υποστήριξε ακόμη ότι ο Δημοκρατικός υποψήφιος θα έπρεπε να περνά από ανιχνευτή μετάλλων προτού του επιτραπεί η είσοδος στη Γερουσία.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα διακωμωδήσει το όνομα του Ελ Σαγέντ, επιλέγοντας να τον αποκαλεί «Μοχάμεντ», από το δεύτερο όνομά του.
Οι επιθέσεις έχουν καταγγελθεί ως ρατσιστικές και ισλαμοφοβικές. Ανάμεσα σε όσους αντέδρασαν βρίσκεται και ο Μπισάρα Μπάχμπαχ, ιδρυτής της οργάνωσης «Arab Americans for Trump», που είχε βοηθήσει τον Τραμπ να προσεγγίσει Αραβοαμερικανούς ψηφοφόρους στις προεδρικές εκλογές του 2024.
«Οι δηλώσεις του προέδρου ξεπερνούν τα όρια. Είναι ρατσιστικές», δήλωσε στο Associated Press.
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία στο Μίσιγκαν, όπου ζει μία από τις μεγαλύτερες αραβοαμερικανικές κοινότητες των ΗΠΑ. Το 2024, ο Τραμπ είχε κερδίσει την πόλη Ντίρμπορν, όπου πολλοί ψηφοφόροι είχαν στραφεί εναντίον των Δημοκρατικών εξαιτίας της στάσης της κυβέρνησης Μπάιντεν στον πόλεμο στη Γάζα.
Σήμερα, ωστόσο, η ρητορική του εναντίον του Ελ Σαγέντ προκαλεί αντιδράσεις ακόμη και σε ανθρώπους που τον είχαν υποστηρίξει τότε.
Οι κατηγορίες για τη Μουσουλμανική Αδελφότητα
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των Ρεπουμπλικανών είναι ότι ο Ελ Σαγέντ συνδέεται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, το ισλαμιστικό κίνημα που ιδρύθηκε στην Αίγυπτο το 1928.
Οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν τροφοδοτηθεί από παλιές αναρτήσεις της ετεροθαλούς αδελφής του, Εμάν Αμπντελχάντι. Το 2012, η ίδια είχε γράψει ότι η μητέρα τους συμμετείχε στη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως φοιτήτρια στην Αίγυπτο τη δεκαετία του 1970.
Στο επίκεντρο της δημοσιότητας βρέθηκε επίσης η εργασία της βιολογικής μητέρας του σε ανθρωπιστική οργάνωση στις ΗΠΑ, η οποία αργότερα ενεπλάκη σε ομοσπονδιακή έρευνα για φερόμενη υποστήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων. Η ίδια δεν κατηγορήθηκε για κάποιο αδίκημα.
Ο Ελ Σαγέντ έχει αρνηθεί κατηγορηματικά ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και έχει αποκηρύξει την οργάνωση. Μέχρι σήμερα δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υπήρξε μέλος της.
Σε προεκλογική εκδήλωση, όταν ένας πολίτης τού ζήτησε να αποκηρύξει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, απάντησε καταφατικά, αλλά στη συνέχεια τον ρώτησε γιατί θεωρούσε απαραίτητο να θέσει αυτή την ερώτηση ειδικά σε εκείνον.
«Η μητέρα μου και η αδελφή μου δεν είναι υποψήφιες. Εγώ είμαι υποψήφιος», είπε αργότερα σε δημοσιογράφους.
Η κόντρα για το Ισραήλ που διχάζει τους Δημοκρατικούς
Η θρησκεία του Ελ Σαγέντ δεν είναι ο μόνος λόγος που η υποψηφιότητά του προκαλεί έντονες συζητήσεις. Οι θέσεις του για το Ισραήλ και τον πόλεμο στη Γάζα έχουν δημιουργήσει βαθιές διαφωνίες στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος.
Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τον πόλεμο στη Γάζα «γενοκτονία» και ζητά να σταματήσει η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ. Έχει επίσης ασκήσει έντονη κριτική στο φιλοϊσραηλινό λόμπι AIPAC, το οποίο δαπάνησε μεγάλα ποσά για να στηρίξει την αντίπαλό του στις εσωκομματικές εκλογές.
Οι θέσεις του έχουν κερδίσει την υποστήριξη προοδευτικών ψηφοφόρων, αλλά έχουν προκαλέσει δυσπιστία σε μέρος της εβραϊκής κοινότητας του Μίσιγκαν και σε στελέχη των Δημοκρατικών.
Ο Ελ Σαγέντ έχει δεχτεί κριτική και για δηλώσεις που έκανε μετά από επίθεση σε συναγωγή στην περιοχή του Ντιτρόιτ. Τότε είχε χρησιμοποιήσει τη φράση «οι πληγωμένοι άνθρωποι πληγώνουν άλλους ανθρώπους», προκαλώντας αντιδράσεις επειδή ορισμένοι θεώρησαν ότι επιχειρούσε να εξηγήσει ή να δικαιολογήσει την επίθεση. Αργότερα ζήτησε συγγνώμη, διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν αυτή η πρόθεσή του.
Η εσωκομματική αντιπαράθεση παραμένει ανοιχτή μέχρι την τελευταία εβδομάδα πριν από τις εκλογές. Η Χέιλι Στίβενς έχει δηλώσει ότι θα ψηφίσει τον Ελ Σαγέντ, αλλά εξακολουθεί να ασκεί δημόσια κριτική στην εκστρατεία του. Ο αρραβωνιαστικός της, μάλιστα, δήλωσε ότι θα ψηφίσει τον Ρεπουμπλικανό αντίπαλό του.
Παρά τις διαφωνίες, οι δύο πολιτικοί αναμένεται να εμφανιστούν μαζί σε προεκλογική εκδήλωση στο Ντιτρόιτ την Κυριακή, μόλις δύο ημέρες πριν ανοίξουν οι κάλπες.
Την ίδια ώρα, ο Μπέρνι Σάντερς, η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές και ο Μπαράκ Ομπάμα έχουν συμμετάσχει σε προεκλογικές εκδηλώσεις για τη στήριξή του.
Μια εκλογή με σημασία και για το 2028
Ο αντίπαλος του Ελ Σαγέντ, Μάικ Ρότζερς, είναι πρώην βουλευτής και πρώην πράκτορας του FBI, με μακρά παρουσία στην πολιτική του Μίσιγκαν. Υποστηρίζεται από τον Τραμπ και διεκδικεί μια έδρα που σήμερα κατέχουν οι Δημοκρατικοί.
Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών δείχνουν τον Ελ Σαγέντ να προηγείται, αν και με διαφορετικές διαφορές ανά έρευνα. Σε δημοσκόπηση που δημοσιοποιήθηκε στις 28 Οκτωβρίου συγκέντρωσε 51% έναντι 44% του Ρότζερς, ενώ άλλες μετρήσεις εμφανίζουν μικρότερη απόσταση μεταξύ τους.
Η αναμέτρηση παρακολουθείται στενά όχι μόνο επειδή μπορεί να επηρεάσει τον έλεγχο της Γερουσίας, αλλά και επειδή θεωρείται μια δοκιμασία για το μέλλον των Δημοκρατικών.
Όπως επισημαίνουν οι New York Times, το αποτέλεσμα στο Μίσιγκαν θα προσφέρει ένα σημαντικό πολιτικό δείγμα ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028. Το ερώτημα είναι αν ένας υποψήφιος με τόσο ξεκάθαρα προοδευτικές θέσεις μπορεί να προσελκύσει και μετριοπαθείς ή ανεξάρτητους ψηφοφόρους σε μια πολιτεία που είχε ψηφίσει τον Τραμπ το 2024.
Για τον ίδιο τον Ελ Σαγέντ, πάντως, το βασικό επιχείρημα παραμένει διαφορετικό. Απέναντι στις επιθέσεις για το όνομά του, την καταγωγή και τη θρησκεία του, επιμένει ότι οι εκλογές θα έπρεπε να αφορούν όσα απασχολούν καθημερινά τους κατοίκους του Μίσιγκαν.
«Το όνομά μου και η πίστη μου δεν είναι ο λόγος που δεν μπορείτε να πληρώσετε τη βενζίνη ή τα ψώνια σας», έχει δηλώσει.
Με πληροφορίες από New York Times, Associated Press και Guardian















