ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

Επικοινωνια

Παρασκευή, 04 Σεπτεμβρίου 2026

Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Αμφίβολη η ικανότητα της ΕΕ να αμυνθεί απέναντι σε μια εισβολή, σύμφωνα με επίσημη έκθεση


Η ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ανταποκριθεί σε μια ξένη εισβολή έως το 2030 παραμένει αμφίβολη, λόγω της συνεχιζόμενης εξάρτησής της από τις ΗΠΑ και του κατακερματισμού των εθνικών αμυντικών συστημάτων, σύμφωνα με έκθεση του επίσημου ελεγκτικού οργάνου της Ένωσης.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) ανέφερε ότι η ΕΕ είναι πολύ καλύτερα προετοιμασμένη σε σχέση με την περίοδο πριν από την πλήρους κλίμακας ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, ωστόσο η επίτευξη του στόχου για αμυντική ετοιμότητα έως το τέλος της δεκαετίας θα είναι δύσκολη.

«Η επίτευξη αμυντικής ετοιμότητας στην ΕΕ έως το 2030 παραμένει μια δύσκολη πρόκληση», δήλωσε ο Μάρεκ Οπιόλα, μέλος του ΕΕΣ που ηγήθηκε της αξιολόγησης της αμυντικής πολιτικής της ΕΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου. «Εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες, όπως ο κατακερματισμός των εθνικών συστημάτων και τα σημεία συμφόρησης στην αμυντική βιομηχανία. Εξακολουθούμε επίσης να βασιζόμαστε στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Μιλώντας στον Guardian, τόνισε ότι η ΕΕ θα μπορούσε «να σημειώσει σημαντική πρόοδο» εάν αύξανε δραστικά τις αμυντικές δαπάνες και επέκτεινε γρήγορα την παραγωγή πυρομαχικών.

Τι αναφέρεται στην έκθεση

Μεταξύ 2020 και 2025, τα κράτη-μέλη της ΕΕ αύξησαν τις αμυντικές δαπάνες κατά 79%, ως απάντηση στη ρωσική απειλή και στο πλαίσιο μιας καθυστερημένης προσπάθειας να επιτευχθούν οι στόχοι του ΝΑΤΟ για τις αμυντικές δαπάνες. Τον Νοέμβριο του 2024, η ΕΕ υλοποίησε τη δέσμευσή της να παράσχει στην Ουκρανία 1 εκατομμύριο βλήματα πυροβολικού, με καθυστέρηση οκτώ μηνών.

Η ΕΕ έθεσε πέρυσι ως στόχο την επίτευξη αμυντικής ετοιμότητας έως το 2030, μετά τις προειδοποιήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών ότι η Ρωσία θα μπορούσε να είναι έτοιμη να διεξαγάγει έναν μεγάλης κλίμακας πόλεμο στην Ευρώπη περίπου εκείνη την περίοδο.

Ο δημοσιονομικός ελεγκτικός μηχανισμός της Ένωσης ανέφερε ότι πρέπει να ξεπεραστούν σημαντικές δυσκολίες για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, ο οποίος ορίζεται από ανώτερο ελεγκτή ως «στρατηγική αυτονομία» και «ικανότητα ανεξάρτητης διατήρησης πολέμου υψηλής έντασης».

Ο ανώτερος ελεγκτής δήλωσε ότι η ΕΕ είναι καλύτερα προετοιμασμένη σε σχέση με το 2019, όταν πραγματοποιήθηκε αντίστοιχη αξιολόγηση, προειδοποίησε όμως ότι ο κατακερματισμός των εθνικών αμυντικών βιομηχανιών και η «ανεπαρκής συνεργασία» μεταξύ των κυβερνήσεων της ΕΕ αυξάνουν τον κίνδυνο αλληλοεπικαλύψεων στις δαπάνες ή διατήρησης σημαντικών κενών στις στρατιωτικές δυνατότητες.

Ενδεικτική της δυσλειτουργίας – αν και δεν αναφέρεται στην έκθεση – είναι η απόφαση της Γαλλίας και της Γερμανίας να εγκαταλείψουν ένα πρόγραμμα ύψους 100 δισ. ευρώ για την από κοινού ανάπτυξη ενός μαχητικού αεροσκάφους, καθώς οι εταιρείες που είχαν αναλάβει την ηγεσία του προγράμματος δεν κατάφεραν να επιλύσουν τις διαφωνίες τους σχετικά με την ηγεσία και τον έλεγχο.

Η έκθεση ανέδειξε επίσης μια πιθανή σύγκρουση μεταξύ των βραχυπρόθεσμων αναγκών στο πεδίο της μάχης και της πολιτικής «Buy European» («Αγόραζε ευρωπαϊκά»), η οποία αποσκοπεί στη μείωση της εξάρτησης από ξένους προμηθευτές. Μεταξύ Φεβρουαρίου 2022 και Ιουνίου 2023, το 78% των αμυντικών προμηθειών των κυβερνήσεων της ΕΕ προήλθε από χώρες εκτός της Ένωσης, με τις ΗΠΑ να αντιπροσωπεύουν μόνες τους το 63%, σύμφωνα με μελέτη που επικαλείται το ΕΕΣ.

Ο ανώτερος ελεγκτής δήλωσε ότι οι αγορές από τις ΗΠΑ αυξήθηκαν μετά την πλήρους κλίμακας ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, «κάτι που ήταν κατανοητό, επειδή η ΕΕ έπρεπε να βρει δυνατότητες που ήταν άμεσα διαθέσιμες». Πρόσθεσε ότι υπάρχουν «πρώτες ενδείξεις βελτίωσης της κατάστασης», αν και οι ελεγκτές δεν διέθεταν πλήρη στοιχεία ώστε να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα.

Η ΕΕ έχει θέσει ως προϋπόθεση οι κοινές αμυντικές δαπάνες να ωφελούν τις εγχώριες αμυντικές βιομηχανίες ή τις αμυντικές βιομηχανίες στενά συνδεδεμένων χωρών, όπως η Ουκρανία και η Νορβηγία. Ωστόσο, έχουν προβλεφθεί ορισμένες εξαιρέσεις στις περιπτώσεις όπου η Ευρώπη δεν είναι σε θέση να παράγει εγκαίρως κρίσιμο στρατιωτικό εξοπλισμό.

Μετά από ένα αιματηρό καλοκαίρι με φονικές ρωσικές επιθέσεις με πυραύλους και drones, η Ουκρανία ζήτησε αυτή την εβδομάδα εξαίρεση από τους κανόνες προμηθειών «Buy European», προκειμένου να αποκτήσει αμερικανικής κατασκευής πυραύλους αναχαίτισης για τα συστήματα Patriot, χρησιμοποιώντας το ευρωπαϊκό δάνειο στήριξης ύψους 90 δισ. ευρώ.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε την Τετάρτη (2/9) ότι η Ουκρανία έχει ζητήσει χρηματοδότηση «ύψους αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ» για την αεράμυνα, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων Patriot.

Εκπρόσωπος της Επιτροπής δήλωσε ότι το ουκρανικό αίτημα για πυραύλους αναχαίτισης Patriot «θα απαιτούσε παρέκκλιση» από τους κανόνες που προβλέπουν ότι οι στρατιωτικές αγορές στο πλαίσιο του δανείου πρέπει να περιλαμβάνουν κατά πλειονότητα ευρωπαϊκό περιεχόμενο. «Η τελική απόφαση ανήκει στα κράτη-μέλη και, φυσικά, ελπίζουμε ότι αυτή η παρέκκλιση θα εγκριθεί σύντομα», ανέφερε.

Ο ανώτερος ελεγκτής δήλωσε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις «μπορεί να έχει νόημα» η αγορά εξοπλισμού από χώρες εκτός ΕΕ «όταν υπάρχει μια επείγουσα ανάγκη βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα». Πρόσθεσε: «Ακόμη και αν αγοράζετε κάτι που δεν διαθέτετε εγχώρια, θα πρέπει πάντα να υπάρχει ένα σχέδιο για την ανάπτυξη αυτής της κρίσιμης δυνατότητας μακροπρόθεσμα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Με πληροφορίες από Guardian



Πηγή: www.lifo.gr