Ένα ζευγάρι ασημένια σκουλαρίκια, διακοσμημένα με μικρά κομμάτια γαλάζιου γυαλιού, βρισκόταν ακόμη δίπλα στα λείψανα μιας γυναίκας που πέθανε πριν από σχεδόν 1.400 χρόνια. Στον ίδιο τάφο υπήρχαν ένα χάλκινο κουταλάκι με διάτρητη επιφάνεια και μικρές σπάτουλες, εργαλεία που πιθανότατα χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή καλλυντικών. Σε δύο άλλους τάφους βρέθηκαν μικρά κουτιά με διακοσμημένες οστέινες πλάκες. Τα αντικείμενα ανακαλύφθηκαν στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της πόλης Κέτσκεμετ, στην κεντρική Ουγγαρία, και επιτρέπουν στους αρχαιολόγους να ανασυνθέσουν ορισμένες πλευρές της ζωής των γυναικών μιας κοινωνίας που έμεινε γνωστή κυρίως για τους πολεμιστές της και τις συγκρούσεις της με το Βυζάντιο.
Η ανακάλυψη έγινε στις αρχές του καλοκαιριού του 2026, όταν χωματουργικές εργασίες στο αεροδρόμιο έφεραν στο φως εννέα τάφους της πρώιμης αβαρικής περιόδου, που χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα. Την ανασκαφή πραγματοποίησε ομάδα του Katona József Museum, με επικεφαλής τον αρχαιολόγο Fazekas András Kristóf, για λογαριασμό του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου. Οι τάφοι βρίσκονταν σε μικρό βάθος, λίγο κάτω από τη σημερινή επιφάνεια του εδάφους. Όταν κατασκευάστηκε το αεροδρόμιο, μεταξύ 1935 και 1937, είχαν γίνει εκτεταμένες εργασίες ισοπέδωσης της περιοχής, οι οποίες πιθανότατα κατέστρεψαν και άλλες ταφές.
Η πρώτη εξέταση των σκελετών έδειξε ότι πέντε τάφοι ανήκαν σε γυναίκες και δύο σε άνδρες. Στους υπόλοιπους δύο, οι εκτεταμένες διαταράξεις δεν επέτρεψαν στους ερευνητές να προσδιορίσουν το φύλο των νεκρών. Όλοι, εκτός από ένα άτομο, ήταν ενήλικοι. Οι ταφές είχαν σχετικά ομοιόμορφο προσανατολισμό, από τα βορειοδυτικά προς τα νοτιοανατολικά, ενώ σε τρεις περιπτώσεις εντοπίστηκαν ίχνη ταφικών κατασκευών, όπως θέσεις ξύλινων πασσάλων στις γωνίες των λάκκων.
Ανάμεσα στα ευρήματα ξεχωρίζουν τα κοσμήματα. Σε πέντε τάφους βρέθηκαν ζευγάρια σκουλαρικιών, τέσσερα σε γυναικείες ταφές και ένα σε ανδρική. Δύο ζευγάρια ήταν χάλκινα και τρία ασημένια. Το πιο εντυπωσιακό προέρχεται από τον τέταρτο τάφο: ένα ζευγάρι ασημένια σκουλαρίκια με μεγάλα σφαιρικά εξαρτήματα από λεπτό έλασμα και ένθετη διακόσμηση από μπλε γυαλί. Η περίτεχνη κατασκευή τους μαρτυρεί την επιδεξιότητα των τεχνιτών της εποχής.
Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν επίσης πολύχρωμες χάντρες από υαλόμαζα. Στον τρίτο τάφο βρίσκονταν συγκεντρωμένες γύρω από τον λαιμό της νεκρής και πιθανότατα αποτελούσαν μέρος περιδέραιου. Στον τέταρτο εντοπίστηκαν κοντά στη λεκάνη. Η θέση τους οδήγησε τους ερευνητές στην υπόθεση ότι μπορεί να φυλάσσονταν σε ένα μικρό σακουλάκι από ύφασμα ή άλλο οργανικό υλικό, το οποίο αποσυντέθηκε με την πάροδο του χρόνου.
Στον τέταρτο τάφο βρέθηκαν επίσης αντικείμενα που το μουσείο αναγνωρίζει ως εργαλεία καλλωπισμού βυζαντινής προέλευσης. Πρόκειται για ένα χάλκινο κουταλάκι-σουρωτήρι και μικρές σπάτουλες, που ενδέχεται να χρησιμοποιούνταν για το κοσκίνισμα, την ανάμειξη και την προετοιμασία καλλυντικών, όπως κρέμες και πούδρες. Τα εργαλεία προσφέρουν μια ενδιαφέρουσα ένδειξη για τις συνήθειες προσωπικής περιποίησης στις κοινότητες των Αβάρων, αλλά και για την παρουσία αντικειμένων βυζαντινής προέλευσης στην Κεντρική Ευρώπη.
Στον τρίτο και στον ένατο τάφο βρέθηκαν τμήματα από μικρά κουτιά, με οστέινες πλάκες διακοσμημένες με κύκλους που έχουν μια κουκκίδα στο κέντρο. Το συγκεκριμένο γεωμετρικό μοτίβο συναντάται και σε άλλα αντικείμενα της αβαρικής περιόδου. Η χρήση των κουτιών παραμένει αβέβαιη. Οι αρχαιολόγοι δεν αποκλείουν να χρησίμευαν για τη φύλαξη καλλυντικών, μικρών προσωπικών αντικειμένων ή άλλων υλικών, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει ταυτοποιηθεί το αρχικό τους περιεχόμενο.
Τα μικρά αυτά κουτιά είχαν απασχολήσει την αρχαιολογική έρευνα πολύ πριν από την ανασκαφή της Κέτσκεμετ. Η ερευνήτρια Csilla Balogh, σε ειδική μελέτη για τα κουτιά με οστέινη διακόσμηση της αβαρικής περιόδου, εξέτασε παρόμοια ευρήματα από 22 τάφους σε 13 νεκροταφεία της λεκάνης των Καρπαθίων, κυρίως στην περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Δούναβη και Τίσα. Τα περισσότερα προέρχονταν από γυναικείες ταφές, αν και τέσσερα είχαν βρεθεί σε ανδρικούς τάφους.
Η μελέτη έδειξε ότι τα κουτιά αυτά ήταν συνήθως μικρά, με μήκος από 5,5 έως 8 εκατοστά και πλάτος από 2 έως 3,6 εκατοστά. Ορισμένα φαίνεται πως αποτελούνταν από οστέινες πλάκες ενωμένες μεταξύ τους, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι πλάκες πιθανότατα κάλυπταν κατασκευές από ξύλο ή άλλο υλικό. Κάποια κουτιά κρέμονταν από τη ζώνη με χάλκινες ή σιδερένιες αλυσίδες.
Σε ορισμένες ταφές, τέτοιες θήκες βρέθηκαν μαζί με εργαλεία καλλωπισμού, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι μπορούσαν να περιέχουν αλοιφές ή πούδρες. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, ενδέχεται να χρησίμευαν για τη φύλαξη σπόρων, διαφόρων ουσιών ή μικροαντικειμένων. Η Μπάλογκ επισημαίνει ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε με βεβαιότητα την ίδια χρήση σε όλα τα κουτιά, καθώς η κατασκευή τους και τα αντικείμενα που τα συνόδευαν διέφεραν από τάφο σε τάφο.
Τα ευρήματα της Κέτσκεμετ προστίθενται, επομένως, σε μια κατηγορία αντικειμένων που οι αρχαιολόγοι μελετούν εδώ και δεκαετίες. Το σημαντικό είναι ότι ανακαλύφθηκαν σε τεκμηριωμένο ανασκαφικό περιβάλλον: γνωρίζουμε από ποιον τάφο προέρχεται κάθε αντικείμενο και πού ακριβώς βρισκόταν σε σχέση με τον σκελετό και τα υπόλοιπα κτερίσματα. Αυτές οι πληροφορίες επιτρέπουν συγκρίσεις που θα ήταν αδύνατες αν τα αντικείμενα είχαν βρεθεί αποκομμένα από το αρχαιολογικό τους περιβάλλον.
Και στους πέντε γυναικείους τάφους βρέθηκαν πήλινα σφονδύλια, μικρά εξαρτήματα των αδραχτιών που χρησιμοποιούνταν για το γνέσιμο μαλλιού και άλλων ινών. Στα κτερίσματα περιλαμβάνονταν επίσης σιδερένια μαχαίρια. Πρόκειται για αντικείμενα που συνδέονται με δραστηριότητες της καθημερινής ζωής, αν και η παρουσία τους στους τάφους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είχαν μόνο πρακτική χρήση. Θα μπορούσαν να έχουν αποκτήσει και ιδιαίτερη συμβολική σημασία στο πλαίσιο των ταφικών εθίμων.
Για να κατανοήσουμε τον κόσμο στον οποίο ανήκαν αυτές οι γυναίκες, πρέπει να επιστρέψουμε στα τέλη του 6ου αιώνα. Οι Άβαροι, με καταβολές από τις ευρασιατικές στέπες, εγκαταστάθηκαν στη λεκάνη των Καρπαθίων γύρω στο 567–568 μ.Χ. και συγκρότησαν ένα ισχυρό χαγανάτο, που διατηρήθηκε για περίπου δυόμισι αιώνες. Στην επικράτειά τους ζούσαν πληθυσμοί διαφορετικής προέλευσης, ενώ οι επαφές με τις γειτονικές κοινωνίες επηρέασαν τον υλικό τους πολιτισμό.
Οι σχέσεις τους με το Βυζάντιο δεν περιορίζονταν στους πολέμους. Περιλάμβαναν διπλωματικές αποστολές, ανταλλαγή δώρων, μετακινήσεις ανθρώπων και κυκλοφορία πολύτιμων αγαθών. Οι βυζαντινές επιρροές είναι εμφανείς σε αρκετά αντικείμενα που έχουν βρεθεί σε αβαρικές ταφές, ιδιαίτερα σε κοσμήματα και εξαρτήματα ενδυμασίας που συνδέονται με την αριστοκρατία.
Χαρακτηριστική είναι μια μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2025 στο επιστημονικό περιοδικό Archaeological and Anthropological Sciences. Οι ερευνητές εξέτασαν μια εξαιρετικά περίτεχνη χρυσή πόρπη ζώνης από τον πλούσιο τάφο ενός υψηλόβαθμου Αβάρου στο Κουνμπάμπονι (Kunbábony) της Ουγγαρίας. Η ανάλυση των υλικών, της τεχνικής και της διακόσμησης ανέδειξε τις στενές σχέσεις του αντικειμένου με τη βυζαντινή χρυσοχοΐα του 6ου και του 7ου αιώνα. Η πόρπη, διακοσμημένη με πολύτιμους λίθους και σύνθετα γεωμετρικά και εικονιστικά μοτίβα, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα πολυτελούς μεταλλοτεχνίας της αβαρικής περιόδου.
Τα εργαλεία καλλωπισμού της Κέτσκεμετ μάς επιτρέπουν να δούμε μια διαφορετική πλευρά αυτών των πολιτισμικών επαφών. Δεν πρόκειται για αντικείμενα που συνδέονται άμεσα με την εξουσία ή τη διπλωματία, αλλά για μικρά εργαλεία προσωπικής χρήσης. Η παρουσία τους σε γυναικείο τάφο του 7ου αιώνα δείχνει πώς αντικείμενα που συνδέονται με τη βυζαντινή υλική κουλτούρα μπορούσαν να φτάσουν και σε κοινότητες της Κεντρικής Ευρώπης. Δεν γνωρίζουμε, ωστόσο, πού ακριβώς κατασκευάστηκαν τα συγκεκριμένα εργαλεία ή με ποιον τρόπο έφτασαν στην περιοχή.
Οι δύο ανδρικοί τάφοι προσφέρουν μια άλλη εικόνα της ίδιας κοινωνίας. Στον έβδομο βρέθηκαν οστέινες ενισχύσεις σύνθετου τόξου, δύο σιδερένιες αιχμές βελών με τρεις ακμές, εξαρτήματα φαρέτρας και επιπλέον όπλα. Στον όγδοο εντοπίστηκαν επίσης αιχμές βελών και δύο μαχαίρια. Τα ευρήματα ανήκουν στον πολεμικό εξοπλισμό που συναντάται συχνά στις αβαρικές ταφές και συνδέεται με τη στρατιωτική παράδοση των πληθυσμών της ευρασιατικής στέπας.
Τα ταφικά έθιμα αποκαλύπτουν και άλλες λεπτομέρειες. Σε έξι από τους εννέα τάφους βρέθηκαν ζωικά κατάλοιπα. Και στις πέντε γυναικείες ταφές υπήρχαν οστά πτηνών, ενώ σε έναν ανδρικό τάφο εντοπίστηκαν οστά θηλαστικού. Οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι πιθανότατα επρόκειτο για προσφορές τροφής προς τους νεκρούς. Πρόκειται για μια πρακτική που συνδέεται με τις ταφικές αντιλήψεις των Αβάρων, αν και οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστες.
Τα τελευταία χρόνια, η ανάλυση αρχαίου DNA έχει προσθέσει νέα στοιχεία για την κοινωνική οργάνωση των Αβάρων. Το 2024, έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Nature εξέτασε γενετικά δεδομένα από 424 ανθρώπους που είχαν ταφεί σε τέσσερα νεκροταφεία της αβαρικής περιόδου στην Ουγγαρία. Οι επιστήμονες κατάφεραν να ανασυνθέσουν εκτεταμένα οικογενειακά δέντρα, ορισμένα από τα οποία κάλυπταν έως και εννέα γενιές.
Για τους νεκρούς του στρατιωτικού αεροδρομίου, πολλά ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά. Δεν γνωρίζουμε ακόμη τις συγγενικές σχέσεις τους, τον ακριβή τόπο καταγωγής τους ή τι περιείχαν τα μικρά διακοσμημένα κουτιά. Τα ευρήματα έχουν μεταφερθεί στο μουσείο της Κέτσκεμετ, όπου θα ακολουθήσουν περαιτέρω επιστημονικές εξετάσεις και συγκριτική μελέτη των αντικειμένων.
Τα ασημένια σκουλαρίκια, οι χάντρες, τα σφονδύλια και τα εργαλεία καλλωπισμού δεν αρκούν για να αποκαλύψουν τις βιογραφίες των γυναικών που τάφηκαν μαζί τους. Διατηρούν όμως στοιχεία από τον υλικό κόσμο στον οποίο έζησαν: κοσμήματα, εργαλεία και προσωπικά αντικείμενα που οι ίδιες ίσως χρησιμοποιούσαν ή που οι δικοί τους άνθρωποι επέλεξαν να τοποθετήσουν στους τάφους τους.
Σε μια περίοδο για την οποία οι γραπτές μαρτυρίες αφορούν κυρίως ηγεμόνες, πολέμους και διπλωματικές σχέσεις, τέτοια ευρήματα δίνουν στους αρχαιολόγους τη δυνατότητα να αναζητήσουν την καθημερινή ζωή ανθρώπων που δεν άφησαν πίσω τους τη δική τους γραπτή ιστορία.
Με στοιχεία από Arkeonews















