Για να ξορκίσω το κακό του Ιουλίου
6 επιτύμβια επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας
Μυστηριωδώς, εδώ και κάποια χρόνια, σχεδόν κάθε Ιούλιο γύρω μου συμβαίνουν συμφορές.
Κι έτσι, ύστερα από αρκετούς αγαπημένους μου (ανθρώπους και ζώα) που πέθαναν ή που τους είδα για τελευταία φορά τις μέρες αυτού του καταραμένου μήνα ή που πήραν γερές τρομάρες για την υγεία τους, μου κάνει εντύπωση που ο Ιούλιος του 2026 μοιάζει να περνά ανώδυνα και δίχως δυσάρεστες εξελίξεις.
Φοβάμαι ωστόσο, παρότι ξέρω πως είναι παράλογο. Και φοβόμουν, άγνωστο γιατί, περισσότερο την περασμένη βδομάδα, ώσπου πριν από λίγες μέρες ξύπνησα μες στο σκοτάδι ύστερα από ένα φριχτό όνειρο. Πέταξα το σεντόνι, μετά πετάχτηκα όρθιος κι εγώ, έπεσα πάνω στο γραφείο, πολλά βιβλία κοπάνησαν στο πάτωμα (δεν έχω κανονική βιβλιοθήκη, όλα στοιβάζονται πάνω στο γραφείο μου) –φαντάζομαι θα ξύπνησαν οι από κάτω– κι εγώ βρέθηκα με τσιμπλιασμένα μάτια να συγυρίζω στις τέσσερις το πρωί.
Αλλά μάλλον ήταν για καλό, γιατί έτσι βρέθηκα μπροστά στα 500 ποιήματα από την Παλατινή Ανθολογία σε μετάφραση του Ανδρέα Λεντάκη (εκδ. Gutenberg), ένα βιβλίο που δεν είχα ανοίξει από τα χρόνια του πανεπιστημίου, και που μάλλον δεν θα άνοιγα ξανά για καιρό – δεν έχω (μάλλον) τέτοια ενδιαφέροντα πλέον.
Ήταν βοηθητικό (παρότι άλλες φορές δεν είναι) να διαβάζω για όλους αυτούς τους νεκρούς, για λόγους που δεν θα προσπαθήσω να εξηγήσω. Ίσως βοηθούσε που τα χαμένα πρόσωπα ήταν φανταστικά.
Τέλος πάντων, έτσι συνέβησαν τα πράγματα. Και εκείνη τη νύχτα (ή ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτή) την πέρασα διαβάζοντας επιτύμβια επιγράμματα μέχρι να χαράξει και να ξανακοιμηθώ.
Είναι περίεργα τα κείμενα αυτά· τα περισσότερα είναι αλεξανδρινά, απ’ όσο θυμάμαι, έργα ποιητών που αγάπησαν το είδος, ένα είδος που όμως λίγο λίγο ξέκοβε από την πρώτη, ουσιαστική του λειτουργία, τη λειτουργία του πένθους.

500 ποιήματα από την Παλατινή Ανθολογία, Μτφρ: Ανδρέας Λεντάκης, εκδόσεις Gutenberg
Μπορούμε, δηλαδή, να υποθέσουμε πως τα ποιήματα αυτά δεν γράφτηκαν για να τιμήσουν «αληθινούς ανθρώπους», γράφτηκαν απλώς επειδή οι ποιητές ήθελαν να φτιάξουν όμορφους στίχους, με αφορμή έστω τον θάνατο προσώπων φανταστικών.
Ήταν βοηθητικό (παρότι άλλες φορές δεν είναι) να διαβάζω για όλους αυτούς τους νεκρούς, για λόγους που δεν θα προσπαθήσω να εξηγήσω. Ίσως βοηθούσε που τα χαμένα πρόσωπα ήταν (κατά πάσα πιθανότητα, ποιος μπορεί να είναι εκατό τοις εκατό σίγουρος για τις περιστάσεις της συγγραφής ενός κειμένου δύο χιλιάδων και πλέον χρόνων) φανταστικά.
Με λίγο πιο καθαρό μυαλό, δυο μέρες αργότερα, διάλεξα κάποια από τα ποιήματα αυτά, και κάθισα να τα μεταφράσω έχοντας την υπέροχη μετάφραση του Λεντάκη για δεκανίκι.
Καλλίμαχος, VII 80
Εἶπέ τις, Ἡράκλειτε, τεὸν μόρον, ἐς δέ με δάκρυ
ἤγαγεν, ἐμνήσθην δ᾽ ὁσσάκις ἀμφότεροι
ἠέλιον λέσχῃ κατεδύσαμεν. ἀλλὰ σὺ μέν που,
ξεῖν᾽ Ἁλικαρνησεῦ, τετράπαλαι σποδιή·
αἱ δὲ τεαὶ ζώουσιν ἀηδόνες, ᾗσιν ὁ πάντων
ἁρπακτὴς Ἀίδης οὐκ ἐπὶ χεῖρα βαλεῖ.
Κάποιος μου είπε, Ηράκλειτε, πως χάθηκες,
και μ’ έριξε στα κλάματα, γιατί θυμήθηκα
πόσες φορές οι δύο μας κουβεντιάζοντας
τον ήλιο βασιλέψαμε με τις κουβέντες μας.
Μα καιρό τώρα, φίλε απ’ την Αλικαρνασσό,
από εσένα μείνανε μόνο οι στάχτες·
όμως τ’ «Αηδόνια» σου ζούνε ακόμα,
κι ο Άδης που τα πάντα αρπάζει,
δεν θα απλώσει πάνω τους το χέρι.
Ήδη απ’ το πρώτο επίγραμμα πέφτω πάνω σε αληθινούς θανάτους. Ο Ηράκλειτος ήταν μάλλον πρόσωπο πραγματικό, φίλος του Καλλίμαχου. Είναι άγνωστο αν οι ἀηδόνες είναι τα ποιήματά του γενικά (τα «αηδόνια» του) ή κάποιο συγκεκριμένο έργο του, εγώ θα προτιμούσα το δεύτερο.
Τύμνης, VII 211
Τῇδε τὸν ἐκ Μελίτης ἀργὸν κύνα φησὶν ὁ πέτρος
ἴσχειν, Εὐμήλου πιστότατον φύλακα.
ταῦρόν μιν καλέεσκον, ὅτ᾽ ἦν ἔτι: νῦν δὲ τὸ κείνου
φθέγμα σιωπηραὶ νυκτὸς ἔχουσιν ὁδοί.
Αυτή η πέτρα λέει πως φυλάει
το γρήγορο σκυλί απ’ τη Μάλτα,
τον πιστό φύλακα του Ευμήλου.
Ταύρο τον έλεγαν όσο ζούσε· όμως τώρα
το γάβγισμά του πια ανήκει
στους σιωπηλούς δρόμους της νύχτας.
Βιάνορος ή Αγνώστου, VII 671
Πάντα Χάρων ἄπληστε, τὶ τὸν νέον ἥρπασας αὔτως
Ἄτταλον; οὐ σὸς ἔην, κἄν θάνε γηραλέος;
Άπληστε πάντα Χάρε, γιατί έτσι άπληστα άρπαξες
τον νέο Άτταλο; Δικός σου δεν θα ήταν
κι αν πέθαινε στα γηρατειά του;
Αγνώστου, XI 8
Μὴ μύρα, μὴ στεφάνους λιθίναις στήλαισι χαρίζου,
μηδὲ τὸ πῦρ φλέξῃς · ἐς κενὸν ἡ δαπάνη.
ζῶντί μοι, εἴ τι θέλεις, χάρισαι · τέφρην δὲ μεθύσκων
πηλὸν ποιήσεις, κοὐχ ὁ θανὼν πίεται.
Μη μου προσφέρεις μύρα ή στεφάνια
πάνω σε στήλες πέτρινες,
και μην ανάβεις τη φωτιά· τζάμπα τα έξοδα.
Όσο ζω, αν θέλεις κάτι, δώσ’ το μου·
χύνοντας όμως το κρασί στη στάχτη
θα φτιάξεις λάσπη, κι ο νεκρός δεν θα την πιει.
Το πιο δύσκολο επίγραμμα που ξέρω, το μόνο που θυμόμουν απ’ όταν ήμουν φοιτητής, είναι το παρακάτω:
Καλλίμαχος, VII 453
Δωδεκέτη τὸν παῖδα πατὴρ ἀπέθηκε Φίλιππος
νθάδε τὴν πολλὴν ἐλπίδα Νικοτέλην.
Δύσκολο –αφόρητο– για όσα λέει. Είτε υπήρξαν ο Φίλιππος κι ο Νικοτέλης, είτε τους έφτιαξε η φαντασία του ποιητή (αφόρητο, στη δεύτερη περίπτωση, με έναν άλλον τρόπο, τον οποίον δεν καταλαβαίνω εντελώς).
Δύσκολο, επίσης, μεταφραστικά. Είχα καθηγητή τον Βασίλη Λεντάκη. Διαβάσαμε αυτό το επίγραμμα στο μάθημά του, σε μια από τις μικρές αίθουσες της Φιλοσοφικής, μια θλιβερή μέρα που έπεφτε μια πολύ ήσυχη (πένθιμη;) βροχή.
Ο Λεντάκης εξηγούσε στους φοιτητές του πως τα εμπόδια είναι πάρα πολλά. Είναι δύσκολο να φέρεις δίπλα δίπλα στα νέα ελληνικά τον «παῖδα» και τον «πατέρα» ή να σώσεις την παρήχηση του «π». Και κυρίως, πώς μεταφράζεις σωστά την «πολλὴν ἐλπίδα».
Και ύστερα, μας εξηγούσε ότι το πιο τρομερό και τρυφερό στοιχείο του ποιήματος είναι πως όλο αναπτύσσεται ανάμεσα στο «Δωδεκέτη» και τον «Νικοτέλην», φτιάχνοντας ένα τεράστιο υπερβατό, ένα ονοματικό σύνολο του πόνου, ας πούμε. Ο γιος είναι το αντικείμενο του ρήματος και το αντικείμενο της ταφής, αλλά αυτός βασιλεύει στο ποίημα. Ο Νικοτέλης είναι η αρχή και το τέλος κατά κάποιον τρόπο.
Καμία προσπάθειά μου δεν κατέληξε κάπου, αντιγράφω εδώ τις δύο πολύ όμορφες απόπειρες του Ανδρέα Λεντάκη:
Ο Φίλιππος έθαψεν εδώ το γιο του Νικοτέλη,
δώδεκα χρονώ, τη μεγάλη ελπίδα.
ή
Ο Φίλιππος τ’ αγόρι του έθαψεν εδώ,
το Νικοτέλη, δώδεκα χρονώ,
τη μεγάλη ελπίδα.
Το τελευταίο επίγραμμα που διάβασα προτού με πάρει ξανά ο ύπνος ήταν αυτό, και ίσως να είναι ό,τι πρέπει για κατακλείδα.
Ιουλιανός από Υπάρχων, VII 33
α. Πολλὰ πιὼν τέθνηκας, Ἀνάκρεον. β. ἀλλὰ
τρυφήσας·
καὶ σὺ δὲ μὴ πίνων ἵξεαι εἰς Ἀίδην.
-Ήπιες πολύ και πέθανες, Ανακρέων.
-Ναι, αλλά καλοπέρασα. Κι εσύ, που δεν τα πίνεις,
θα έρθεις στον Άδη.















