Το 2003, στα πυκνά δάση του Μποσού στη Γουινέα, μια θηλυκή χιμπατζής έκανε κάτι που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τη νοημοσύνη των ζώων.
Η Τζίρε κουβαλούσε το άψυχο σώμα του μόλις ενός έτους μωρού της, του Τζιμάτο, για περίπου 68 ημέρες. Ακόμη κι όταν το μικρό άρχισε να μουμιοποιείται, εκείνη διώχνει τις μύγες, το απόθετε προσεκτικά στα κλαδιά την ώρα που έτρωγε και το κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της καθώς μετακινούνταν στις κορυφές των δέντρων και στο έδαφος.
Το να κουβαλάει μια μητέρα το νεκρό της μικρό αποτελεί μια εξαιρετικά βαριά σωματική δοκιμασία. Φανταστείτε να προσπαθείτε να συνεχίσετε την καθημερινότητά σας, να διασχίσετε δύσβατα εδάφη, να βρείτε τροφή και να ακολουθήσετε την ομάδα σας στο δάσος, ενώ ταυτόχρονα κουβαλάτε το βάρος του χαμένου σας μωρού. Αυτό περιορίζει τις κινήσεις σας και απαιτεί συνεχή πνευματική εγρήγορση.
Κι όμως, παρά την τεράστια σωματική και ψυχολογική καταπόνηση, οι μητέρες χιμπατζήδες και μπονόμπο συχνά αρνούνται να εγκαταλείψουν τα μικρά τους. Μάλιστα, η περίπτωση της Τζίρε και του Τζιμάτο δεν είναι η μοναδική. Στα βουνά Μαχάλε της Τανζανίας, μια μητέρα κουβαλούσε το νεκρό μωρό της για σχεδόν 126 ημέρες.
Σημαντικό το πως πέθαναν τα μωρά τους
Για να κατανοήσει τους λόγους αυτής της συμπεριφοράς, το The Conversation ανέλυσε 83 περιπτώσεις σε 15 κοινότητες χιμπατζήδων και μπονόμπο. Το ρεπορτάζ αναφέρει ότι η ερευνητική ομάδα ανακάλυψε ότι πρόκειται για ένα εντυπωσιακά διαδεδομένο φαινόμενο. Φαίνεται πως αποτελεί θεμελιώδες κομμάτι του τρόπου με τον οποίο αυτοί οι πίθηκοι διαχειρίζονται την απώλεια των μικρών τους.
Το πιο σαφές εύρημα της έρευνας συνδεόταν με την αιτία θανάτου. Οι μητέρες κουβαλούσαν για πολύ μεγαλύτερο διάστημα τα μωρά που είχαν πεθάνει από κάποια ασθένεια σε σύγκριση με εκείνα που θανατώθηκαν από άλλους χιμπατζήδες. Μια θανατηφόρα αρρώστια επιφέρει μια σταδιακή μετάβαση από τη ζωή στον θάνατο. Το μικρό χάνει σιγά-σιγά την επαφή με το περιβάλλον, καθιστώντας δύσκολο για τη μητέρα να προσδιορίσει τη στιγμή που πρέπει να σταματήσει τη φροντίδα. Αντίθετα, η εγκατάλειψη του μικρού μετά από μια βίαιη επίθεση λειτουργεί πιθανότατα ως μηχανισμός επιβίωσης, επιτρέποντας στη μητέρα να ξεφύγει γρήγορα από μια επικίνδυνη κατάσταση.
Η ηλικία του μικρού φαίνεται επίσης να καθορίζει τη στάση της μητέρας. Ο δεσμός ανάμεσα σε μια μητέρα πρωτεύοντος και το νεογέννητό της τροφοδοτείται από ένα ισχυρό κοκτέιλ ορμονών και χιλιάδες καθημερινές αλληλεπιδράσεις. Όταν ένα μωρό πεθαίνει ξαφνικά, ο εγκέφαλος και το σώμα της μητέρας δεν μπορούν να διακόψουν αυτή την έντονη σύνδεση από τη μια στιγμή στην άλλη. Συγκριτικές μελέτες σε διάφορα είδη δείχνουν ότι αυτοί οι βαθιοί βιολογικοί δεσμοί επηρεάζουν άμεσα το χρονικό διάστημα που η μητέρα διατηρεί το σώμα του μικρού της.
Συνειδητοποιούν πράγματι αυτές οι μητέρες ότι τα μωρά τους είναι νεκρά;
Είναι φυσικό να υποθέσει κανείς ότι η μεταφορά του άψυχου σώματος υποδηλώνει σύγχυση ή, αντίθετα, ότι η μητέρα συλλαμβάνει πλήρως την οριστικότητα του θανάτου. Ωστόσο, τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν μια πιο σύνθετη πραγματικότητα. Οι μητέρες συμπεριφέρονται διαφορετικά στα νεκρά μωρά τους απ’ ό,τι στα ζωντανά. Για παράδειγμα, ενδέχεται να τα μεταφέρουν χαλαρά από ένα μόνο άκρο ή να επιτρέψουν σε άλλα μέλη της ομάδας να τα πλησιάσουν, συμπεριφορές που σπάνια θα επέτρεπαν για ένα ευάλωτο, ζωντανό νεογνό.
Παρότι αυτές οι ενέργειες αποδεικνύουν ότι τα ζώα αντιλαμβάνονται πως κάτι θεμελιώδες έχει αλλάξει, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι κατανοούν τη σύνθετη ανθρώπινη έννοια του θανάτου. Στην πραγματικότητα, δεν χρειάζεται μια πλήρης αντίληψη του θανάτου για να εξηγηθούν οι συμπεριφορές που μελετήθηκαν. Αντίθετα, οι πράξεις τους ερμηνεύονται καλύτερα ως ένα ισχυρό, επίμονο ένστικτο φροντίδας προς το μικρό τους.
Τα δεδομένα της έρευνας έδειξαν ότι ο χρόνος που μια μητέρα συνεχίζει να κουβαλά το μωρό της εξαρτάται από τη δύναμη του δεσμού τους, την εμπειρία της, τους σωματικούς κινδύνους που ενέχει η διατήρηση του σώματος, αλλά και από τον ρυθμό της φυσικής του αποσύνθεσης.
Δεν επηρεάζονται μόνο οι μητέρες
Αυτή η τάση απέναντι στα νεκρά μικρά δεν περιορίζεται μόνο στις μητέρες. Στο Γκόμπε της Τανζανίας, σχεδόν το ένα τέταρτο των καταγεγραμμένων περιστατικών μεταφοράς νεκρού μικρού αφορούσε άτομα πέραν της μητέρας. Στη Ναμίμπια, ερευνητές παρατήρησαν ακόμη και έναν αρσενικό μπαμπουίνο, χωρίς συγγενικό δεσμό, να κουβαλά το σώμα ενός μωρού εννέα εβδομάδων, δύο ημέρες μετά τον θάνατο της μητέρας του.
Παράλληλα, ανάμεσα στους άγριους μπονόμπο, άλλες θηλυκές έχουν πλησιάσει το νεκρό μικρό μιας μητέρας για να καθαρίσουν το τρίχωμά του. Ίσως, λοιπόν, τα ζώα αυτά να βιώνουν μια αρχέγονη βιολογική έλξη προς τα νεαρά μέλη, η οποία δεν εξαφανίζεται αμέσως μόλις σβήσει η ζωή.
Τι συμβαίνει με άλλα ζώα
Οι έντονες αντιδράσεις απέναντι στον θάνατο δεν αποτελούν αποκλειστικότητα των πρωτευόντων. Πολλά ιδιαίτερα κοινωνικά είδη δυσκολεύονται εξίσου να αποχωριστούν τους νεκρούς τους. Οι ελέφαντες είναι γνωστό ότι επιστρέφουν στα οστά των συγγενών τους, αγγίζοντάς τα απαλά με την προβοσκίδα τους, ενώ ορισμένες φορές θάβουν τα νεκρά μικρά τους. Στον ωκεανό, δελφίνια έχουν παρατηρηθεί να σπρώχνουν νεκρά νεογνά προς την επιφάνεια, ενώ το 2018, μια φάλαινα όρκα με το όνομα Τάλεκουα κολυμπούσε για 17 ημέρες διανύοντας περισσότερα από 1.600 χιλιόμετρα κουβαλώντας το νεκρό της μικρό, μια τραγική συμπεριφορά που επανέλαβε αργότερα και με ένα δεύτερο μικρό.
Όλες αυτές οι παρατηρήσεις συνθέτουν το συναρπαστικό πεδίο της συγκριτικής θανατολογίας, επιστημονικού κλάδου που μελετά πώς τα διαφορετικά ζώα αντιλαμβάνονται και αντιδρούν στον θάνατο. Στο επίκεντρο αυτής της έρευνας βρίσκεται ένα ιδιαίτερα δύσκολο ερώτημα. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η αποδοχή μιας ανθρώπινης αντίληψης περί θανάτου στα ζώα ξεπερνά τα διαθέσιμα στοιχεία. Άλλοι εκτιμούν ότι η κατανόηση των ζώων κινείται σε ένα ευρύτερο φάσμα.
Όταν οι πρώτοι ανθρώπινοι πρόγονοί μας έχαναν ένα παιδί, βίωναν την ίδια συντριπτική ορμονική και συναισθηματική απώλεια που παρατηρούμε σήμερα στις μητέρες χιμπατζήδων και μπονόμπο. Πολύ πριν ο άνθρωπος αναπτύξει περίπλοκες τελετουργίες, κηδείες και ταφές, αυτή η βαθιά βιολογική ανάγκη να κρατηθούμε από ένα αγαπημένο πλάσμα που έφυγε από τη ζωή έθεσε τις βάσεις για τον τρόπο με τον οποίο θρηνούμε.
Ωστόσο, επειδή οι χιμπατζήδες και οι μπονόμπο είναι οι κοντινότεροι ζώντες συγγενείς μας, οι διαφορές στον τρόπο που αντιδρούμε στον θάνατο είναι αποκαλυπτικές. Το γεγονός ότι αυτοί οι πίθηκοι δεν χρειάζονται απαραίτητα μια πλήρως ανεπτυγμένη έννοια του θανάτου για να εξηγηθεί η συμπεριφορά τους αναδεικνύει κάτι σπουδαίο: τα σύνθετα νοητικά σχήματα που απαιτούνται για την κατανόηση της οριστικότητας του θανάτου εμφανίστηκαν πιθανότατα στη δική μας ανθρώπινη γραμμή, αφού αποσχισθήκαμε από τον κοινό μας πρόγονο εκατομμύρια χρόνια πριν.
Με πληροφορίες από The Conversation















