Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Γιατί το ακροδεξιό AfD δεν είναι πια μόνο πρόβλημα του «τείχους προστασίας» — ή μόνο της Γερμανίας


Η δεύτερη εκλογική επικράτηση του AfD μέσα σε λίγες εβδομάδες δείχνει ότι η γερμανική ακροδεξιά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως περιφερειακό ή συγκυριακό φαινόμενο. Η εκλογική της άνοδος δοκιμάζει την αντοχή του πολιτικού αποκλεισμού, μεταβάλλει τον συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό της Γερμανίας και απειλεί να επηρεάσει τη στάση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης απέναντι στην Ουκρανία, τη Ρωσία και την ευρωπαϊκή άμυνα.

Το ζήτημα, συνεπώς, δεν αφορά μόνο ένα κρατίδιο ή μόνο τη Γερμανία. Αφορά ολόκληρη την Ευρώπη.

Το λεγόμενο «τείχος προστασίας», που αποκλείει τη συνεργασία των δημοκρατικών κομμάτων με το AfD, παραμένει σε ισχύ. Δεν απαντά όμως στο κρίσιμο ερώτημα για το τι συμβαίνει όταν μια ακροδεξιά πολιτική δύναμη κερδίζει επανειλημμένα, σταθεροποιεί την εκλογική της βάση και διεκδικεί όχι απλώς επιρροή, αλλά την εξουσία.

Στη Σαξονία-Άνχαλτ, το AfD κατέγραψε 43,8%, καταλαμβάνοντας 39 από τις 83 έδρες του τοπικού κοινοβουλίου και μένοντας μόλις τρεις έδρες κάτω από την απόλυτη πλειοψηφία. Λίγες ημέρες αργότερα, η νέα επιτυχία του στο Μεκλεμβούργιο-Δυτική Πομερανία επιβεβαίωσε ότι η προηγούμενη νίκη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο περιστατικό.

Το AfD δεν βρίσκεται ακόμη κοντά στην ομοσπονδιακή διακυβέρνηση. Η άνοδός του, ωστόσο, δείχνει ότι η ακροδεξιά σταθεροποιεί τη θέση της ως δύναμη που επιδιώκει να αναδιαμορφώσει τον πολιτικό συσχετισμό, ακόμη και όταν παραμένει εκτός κυβέρνησης.

Το «τείχος» δεν αρκεί

Το Brandmauer, το πολιτικό «τείχος προστασίας» απέναντι στο AfD, δεν είναι θεσμικός κανόνας αλλά πολιτική δέσμευση. Τα υπόλοιπα κόμματα δεν συνεργάζονται μαζί του, δεν εξαρτούν από αυτό κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και δεν το αντιμετωπίζουν ως νόμιμο κυβερνητικό εταίρο.

Ωστόσο, όσο το AfD ενισχύεται στις κάλπες, η ακροδεξιά εργαλειοποιεί μια αντίφαση: εμφανίζεται ως η πολιτική δύναμη που κερδίζει εκλογές, αλλά «δεν την αφήνουν να κυβερνήσει». Με τον τρόπο αυτό, παρουσιάζει τον αποκλεισμό της ως επιβεβαίωση του δήθεν αντισυστημικού χαρακτήρα της, αποφεύγοντας ταυτόχρονα το κόστος και τις αντιφάσεις της άσκησης εξουσίας.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να διατηρηθεί ο πολιτικός αποκλεισμός του AfD. Είναι ότι τα δημοκρατικά κόμματα δεν μπορούν να περιορίζουν την απάντησή τους στη διαχείριση των κοινοβουλευτικών αριθμών. Οφείλουν να συνδέσουν τον αποκλεισμό του από την εξουσία με μια διαφορετική πολιτική απέναντι στην κοινωνική ανασφάλεια, την κρίση εκπροσώπησης και τη φθορά της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Η Ανατολική Γερμανία όχι ως εξαίρεση αλλά ως «πείραμα»

Η ισχύς του AfD στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας περιγράφεται συχνά ως ειδική περίπτωση: αποτέλεσμα της οικονομικής υστέρησης, των δημογραφικών απωλειών, της δυσπιστίας προς το Βερολίνο και της άνισης εμπειρίας της επανένωσης.

Οι παράγοντες αυτοί είναι υπαρκτοί. Δεν αρκούν όμως για να ερμηνεύσουν το φαινόμενο.

Η ακροδεξιά δεν είναι αυτόματο προϊόν της οικονομικής δυσφορίας. Την εργαλειοποιεί, τη συνδέει με άλλες ανασφάλειες και τη μετατρέπει σε μια ενιαία αφήγηση περί εθνικής «εγκατάλειψης». Η μετανάστευση, το ενεργειακό κόστος, η δυσαρέσκεια για τον πόλεμο στην Ουκρανία, η αντίθεση στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και η εχθρότητα απέναντι στις πολιτικές ελίτ παρουσιάζονται ως πλευρές του ίδιου προβλήματος.

Η Ανατολική Γερμανία λειτουργεί έτσι ως πολιτικό εργαστήριο, όχι ως απομονωμένη εξαίρεση. Εκεί δοκιμάζονται τρόποι πολιτικής οργάνωσης και ρητορικής που μπορούν να μεταφερθούν σε ευρύτερα τμήματα της χώρας, ιδίως όσο η ακρίβεια, η στεγαστική πίεση, η ανασφάλεια γύρω από την εργασία και η κόπωση από τον πόλεμο τροφοδοτούν τη δυσπιστία προς τα παραδοσιακά κόμματα.

Η δεύτερη νίκη του AfD επιβεβαιώνει ότι η εκλογική του βάση δεν συγκροτείται περιστασιακά. Η ακροδεξιά οργανώνει υπαρκτές ανασφάλειες, τις μετατρέπει σε πολιτική ταυτότητα, κατασκευάζει εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς και προσφέρει μια υπόσχεση «αποκατάστασης της τάξης».

Η κανονικοποίηση της ακροδεξιάς

Η μεγαλύτερη πολιτική πίεση ασκείται πάνω στη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση. Η CDU δεν μπορεί να συνεργαστεί με το AfD χωρίς να διαρρήξει μια μεταπολεμική πολιτική και ηθική δέσμευση. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να αγνοήσει τις διαρροές ψηφοφόρων προς την ακροδεξιά.

Εδώ βρίσκεται η στρατηγική παγίδα: όσο η CDU σκληραίνει τη γλώσσα της για τη μετανάστευση, την ασφάλεια ή την Ουκρανία, επιδιώκοντας να ανακόψει τη μετακίνηση ψηφοφόρων προς το AfD, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να αποδεχθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο το AfD μονοπωλεί την πιο ακραία και συνεπή εκδοχή της ίδιας ατζέντας.

Το AfD δεν χρειάζεται να συμμετέχει σε μια κυβέρνηση για να μεταβάλλει την πολιτική. Η επιρροή του αρχίζει νωρίτερα όταν τα υπόλοιπα κόμματα, τα μέσα ενημέρωσης και η δημόσια συζήτηση υιοθετούν τις δικές του προτεραιότητες, τη δική του γλώσσα και το δικό του σχήμα εχθρών.

Η κανονικοποίηση της ακροδεξιάς ρητορικής δεν είναι απλώς η συχνότερη αναφορά στη μετανάστευση, την ασφάλεια ή την εθνική κυριαρχία. Αυτά είναι υπαρκτά πολιτικά ζητήματα και μπορούν να συζητηθούν δημοκρατικά. Η κανονικοποίηση αρχίζει όταν η μετανάστευση παρουσιάζεται σχεδόν αποκλειστικά ως απειλή, όταν η κοινωνική ανασφάλεια αποδίδεται σε ανθρώπους με συγκεκριμένη καταγωγή ή θρήσκευμα, όταν οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως μόνιμο πρόβλημα ασφάλειας, όταν οι πολιτικοί αντίπαλοι περιγράφονται ως «ελίτ», «προδότες» ή εχθροί του έθνους· και όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα δικαστήρια, οι δημοσιογράφοι ή οι οργανώσεις δικαιωμάτων παρουσιάζονται συλλήβδην ως μηχανισμοί που εμποδίζουν τη «λαϊκή βούληση».

Σε αυτή τη διαδικασία, η ακροδεξιά μετακινεί τα όρια του επιτρεπτού. Διατυπώνει αρχικά ακραίες θέσεις, ώστε ηπιότερες παραλλαγές τους να μοιάζουν αργότερα λογικές ή μετριοπαθείς. Αν, για παράδειγμα, το AfD παρουσιάζει τη μετανάστευση ως απειλή για την εθνική επιβίωση, μια πολιτική που υπόσχεται απλώς «σκληρότερο έλεγχο», περιορισμό του ασύλου ή ευκολότερες απελάσεις μπορεί να εμφανιστεί ως κεντρώα και ρεαλιστική. Όμως η μετατόπιση έχει ήδη συντελεστεί. Το ερώτημα δεν είναι πλέον πώς προστατεύονται τα δικαιώματα και πώς αντιμετωπίζονται οι αιτίες της κοινωνικής ανασφάλειας, αλλά πόσο αυστηρά θα περιοριστούν οι άνθρωποι που παρουσιάζονται ως απειλή.

Έτσι, η ακροδεξιά ρητορική δεν γίνεται κυρίαρχη μόνο όταν επαναλαμβάνονται οι πιο ακραίες διατυπώσεις της. Γίνεται κυρίαρχη όταν το δικό της πλαίσιο καθορίζει το πεδίο μέσα στο οποίο κινούνται όλοι οι άλλοι.

Ένα ευρωπαϊκό διακύβευμα

Το AfD δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα της γερμανικής εσωτερικής πολιτικής. Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καθοριστικός παράγοντας για την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Ουκρανία, τη Ρωσία, την ενεργειακή ασφάλεια και την ενίσχυση της άμυνας.

Το AfD τάσσεται υπέρ του περιορισμού ή του τερματισμού της γερμανικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, αμφισβητεί τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και ζητά στενότερες σχέσεις με τη Μόσχα. Οι θέσεις αυτές συγκλίνουν με τις στρατηγικές επιδιώξεις του Κρεμλίνου για την αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής στήριξης προς το Κίεβο.

Μια ισχυρότερη AfD δεν χρειάζεται να κατακτήσει την ομοσπονδιακή εξουσία για να προκαλέσει πολιτικές μεταβολές. Μπορεί να δυσκολεύσει τον σχηματισμό κυβερνήσεων, να πιέσει τη CDU προς δεξιότερες και περισσότερο ευρωσκεπτικιστικές θέσεις, να υπονομεύσει τη γερμανική συναίνεση για τη στήριξη της Ουκρανίας και να ενισχύσει αντίστοιχες ακροδεξιές δυνάμεις σε όλη την Ευρώπη.

Η δεύτερη επικράτηση του AfD δεν είναι, επομένως, απλώς άλλο ένα υψηλό εκλογικό ποσοστό. Δείχνει ότι η πολιτική επιρροή της ακροδεξιάς μπορεί να προηγείται της άμεσης θεσμικής της εξουσίας και ότι το κόστος αυτής της επιρροής δεν θα περιοριστεί στα σύνορα της Γερμανίας.

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press



Πηγή: www.lifo.gr