Όταν αναλάμβανε τη διεύθυνση της ΕΛΣ το 2017, ο Γιώργος Κουμεντάκης, έχοντας αρχικά ως βασικό του στόχο την ομαλή της μετάβαση από το ιστορικό θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, είχε πίσω του μια πορεία δεκαετιών στη σύνθεση συμφωνικής μουσικής, όπερας και μουσικής για τις παραστατικές τέχνες, και την εμπειρία μιας μακράς δημιουργικής πορείας με βαρύνουσας σημασίας συνεργασίες τόσο διεθνώς όσο και στον ελληνικό χώρο.
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο της Κρήτης και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η παράδοση, η βυζαντινή μουσική, η αναγέννηση αλλά και τα πρώτα του μαθήματα στην κλασική μουσική τού έδειξαν τον δρόμο για μια ζωή αφιερωμένη στη μουσική και την τέχνη. Οι επιλογές του αναπόφευκτα τον οδήγησαν σε σπουδές στην Αθήνα και στη συνέχεια στο Παρίσι. Το 1985 συμμετείχε στην Μπιενάλε της Βενετίας, όπου το έργο του «Σύμμολπα 4» παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του έτους Μπαχ στην ιστορική όπερα Λα Φενίτσε, ενώ το 1992 κέρδισε την τιμητική υποτροφία Prix de Rome και φιλοξενήθηκε στη Γαλλική Ακαδημία της Ρώμης, τη Villa Medici.
Το ταλέντο του αναγνωρίστηκε από πολύ νωρίς, οι πρώτες αναθέσεις ήρθαν από το θέατρο και μερικούς από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του, όπως η Άννα Συνοδινού και ο Θάνος Κωτσόπουλος· γράφοντας τη μουσική για τη δική τους «Ιφιγένεια εν Ταύροις», έκανε το ντεμπούτο του στην Επίδαυρο με το Εθνικό Θέατρο μόλις στα 22 του χρόνια.
Η συνάντηση που έμελλε να ανοίξει τα φτερά του Γιώργου Κουμεντάκη σε ένα νέο είδος θεάτρου ήταν εκείνη με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και την Ομάδα Εδάφους – δύο καλλιτέχνες που τα χρόνια που ακολούθησαν άλλαξαν το πολιτιστικό τοπίο της Ελλάδας.
Αργότερα, ο Κάρολος Κουν και ο Μίνως Βολανάκης, δύο μυθικές μορφές του ελληνικού θεάτρου του 20ού αιώνα, του ανέθεσαν τη σύνθεση μουσικής για έργα αρχαίου δράματος και κλασικού ρεπερτορίου. Τη νέα πνοή που έφερνε η μουσική του Κουμεντάκη αναγνώρισε τότε και ο Γιάννης Χουβαρδάς, κάνοντάς τον κοινωνό σε μια σειρά παραστάσεων του Θεάτρου του Νότου/Αμόρε.
Ωστόσο, η συνάντηση που έμελλε να του ανοίξει τα φτερά σε ένα νέο είδος θεάτρου ήταν εκείνη με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και την Ομάδα Εδάφους – δύο καλλιτέχνες που τα χρόνια που ακολούθησαν άλλαξαν το πολιτιστικό τοπίο της Ελλάδας. Την πρώτη τους παράσταση το 1992, τα «Φεγγάρια», ένα δίπτυχο για τον κόντρα τενόρο Άρη Χριστοφέλλη και δύο πιάνα πάνω στην ποίηση της Σαπφώς, ακολούθησαν τα Παραμύθια των αδελφών Γκριμ, ενώ μεγάλη στιγμή και για τους δυο αποτέλεσε το σπαρακτικό «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» που στηρίχτηκε στο ποίημα «Λάζαρος» του Δημήτρη Καπετανάκη και αποτέλεσε μέρος της παράστασης-εγκατάστασης Ενός λεπτού σιγή· λίγο μετά έγινε και ο «Δράκουλας». Αποκορύφωμα υπήρξε η Τελετής Έναρξης της Ολυμπιάδας της Αθήνας το 2004, της οποίας ο Κουμεντάκης ήταν μουσικός διευθυντής, συνθέτης και δημιουργός του μουσικού σεναρίου.
Ακολούθησε μια περίοδος «αγρανάπαυσης» στην Τήνο, που του πρόσφερε τον χώρο και τον χρόνο να ασχοληθεί ξανά με τη σύνθεση· ολοκλήρωσε πάνω από 25 έργα, με γνωστότερο τη δίπρακτη όπερα «Η φόνισσα» που ανέβηκε το 2014, εμπνευσμένη από το σκοτεινό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη – εδώ η παράδοση ενσωματώθηκε στο δικό του μουσικό ιδίωμα, δημιουργώντας ένα μουσικό ψυχογράφημα της Φραγκογιαννούς.
LiFO Portraits
Ανοιχτά για το κοινό
ΑΗΣ ΦΑΛΗΡΟΥ
Σολωμού 1 & Δημητρίου Φαληρέως
Η έκθεση είναι επισκέψιμη τις συγκεκριμένες ημερομηνίες:
19-21/6, 27-28/6, 4-5/7
Ωράριο λειτουργίας: 18:00-22:30
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO















