Επτά δεσμεύσεις για την οικονομία και τα εισοδήματα εργαζομένων και επιχειρήσεων παρουσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την ομιλία του στη ΔΕΘ. Τι αφορούν και ποιος είναι ο ορίζοντας ολοκλήρωσής τους.
Ανεργία, μισθοί, ανάπτυξη, επενδύσεις, χρέος και πιστοληπτική αναβάθμιση είναι μερικές από τις παραμέτρους που συνθέτουν αυτό το πλέγμα δεσμεύσεων. Ειδικότερα:
Ανεργία κάτω από το 6%
Η πρώτη δέσμευση αφορά την απασχόληση, με στόχο η ανεργία να υποχωρήσει κάτω από το 6%. Η κυβέρνηση θεωρεί τη μέχρι σήμερα αποκλιμάκωσή της ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία του οικονομικού της απολογισμού και επιδιώκει να τη φέρει ακόμη χαμηλότερα.
Όσο, όμως, περιορίζεται η ανεργία, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας: οι αποδοχές, η σταθερότητα των θέσεων, αλλά και η δυνατότητα της οικονομίας να δημιουργεί δουλειές μεγαλύτερης παραγωγικότητας. Έτσι, η επίτευξη του αριθμητικού στόχου θα είναι μόνο ένα μέρος της εικόνας.
Ανάπτυξη σταθερά πάνω από το 2%
Ο δεύτερος στόχος είναι η ελληνική οικονομία να διατηρεί ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης πάνω από 2% και να συνεχίσει να κινείται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η ανάπτυξη αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, την προϋπόθεση για αρκετούς από τους υπόλοιπους στόχους. Από τη διάρκειά της θα εξαρτηθούν τόσο η αύξηση των εισοδημάτων και των επενδύσεων όσο και η δυνατότητα να συνεχιστεί η μείωση του χρέους χωρίς να περιοριστούν τα δημοσιονομικά περιθώρια. Πριν από τη ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει, μάλιστα, ότι δεν θεωρεί αρκετό έναν ρυθμό κοντά στο 2% και είχε θέσει ακόμη υψηλότερα τον επιθυμητό πήχη.
Μέσος μισθός πάνω από 1.800 ευρώ
Η τρίτη δέσμευση αφορά τον μέσο μισθό, τον οποίο η κυβέρνηση θέλει να δει να ξεπερνά τα 1.800 ευρώ.
Εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις πιο άμεσα μετρήσιμες πλευρές του κυβερνητικού σχεδιασμού. Η αύξηση των αποδοχών αποτελεί σταθερά ένα από τα βασικά επιχειρήματα της κυβέρνησης για το πώς η ανάπτυξη μπορεί να περνά περισσότερο στην καθημερινότητα των εργαζομένων. Το κρίσιμο, βέβαια, δεν θα είναι μόνο το ονομαστικό ύψος του μισθού, αλλά και η αγοραστική του δύναμη όταν φτάσει σε αυτό το επίπεδο.
Στα 1.000 ευρώ ο κατώτατος
Παράλληλα με τον μέσο μισθό, ο πρωθυπουργός έθεσε ως στόχο ο κατώτατος να συνεχίσει την ανοδική του πορεία και να φτάσει τα 1.000 ευρώ στις αρχές του 2028. Με τις τριετίες, οι αποδοχές για εργαζομένους με προϋπηρεσία θα διαμορφώνονται υψηλότερα.
Η κυβέρνηση αποδίδει ιδιαίτερο συμβολισμό στο όριο των 1.000 ευρώ, καθώς θα σημαίνει το τέλος του τριψήφιου κατώτατου μισθού για την πλήρη απασχόληση. Και εδώ, πάντως, η τελική αποτίμηση θα εξαρτηθεί όχι μόνο από την ονομαστική αύξηση, αλλά και από την πορεία των τιμών μέχρι τότε.
Επενδύσεις πάνω από τα 65 δισ. ευρώ
Από τους πιο απαιτητικούς στόχους είναι αυτός των επενδύσεων. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αυξηθούν από περίπου 46 δισ. ευρώ σε περισσότερα από 65 δισ. και να αντιστοιχούν περίπου στο ένα πέμπτο του ΑΕΠ.
Το συγκεκριμένο στοίχημα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ολοκληρώνεται σταδιακά ο κύκλος του Ταμείου Ανάκαμψης. Η επόμενη περίοδος θα δείξει αν η επενδυτική κινητικότητα μπορεί να διατηρηθεί και με μικρότερη συμβολή των έκτακτων ευρωπαϊκών πόρων. Εκεί θα κριθεί και κατά πόσο μπορεί να περιοριστεί, σε πιο μόνιμη βάση, η απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα από την Ευρώπη στο επίπεδο των επενδύσεων.
Χρέος κάτω από 120% το 2029 και 110% το 2030
Στο δημόσιο χρέος, ο πήχης τοποθετήθηκε κάτω από το 120% του ΑΕΠ το 2029 και κάτω από το 110% έναν χρόνο αργότερα.
Η ταχεία αποκλιμάκωσή του αποτελεί κεντρική επιλογή της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης και συνδέεται άμεσα με το επιχείρημα της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Η λογική είναι ότι η μείωση του βάρους του χρέους μπορεί να δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια για την οικονομική πολιτική, διατηρώντας παράλληλα την εμπιστοσύνη των αγορών. Είναι, όμως, ένας στόχος που προϋποθέτει ότι θα συνεχιστούν τόσο η ανάπτυξη όσο και η δημοσιονομική πειθαρχία.
Στόχος η βαθμίδα «Α»
Η έβδομη δέσμευση αφορά την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας, με στόχο τη μετάβαση στην κατηγορία «Α».
Σε αυτή την περίπτωση, βέβαια, το αποτέλεσμα δεν βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της κυβέρνησης, καθώς οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Η οικονομική πολιτική μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, όχι όμως να εγγυηθεί την αναβάθμιση.
Αν επιτευχθεί, πάντως, μια υψηλότερη πιστοληπτική βαθμίδα μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω την πρόσβαση της χώρας σε φθηνότερο δανεισμό και να επηρεάσει ευνοϊκά το κόστος χρηματοδότησης και στον ιδιωτικό τομέα.















