Ορισμένες ιστορίες είναι πιο δυνατές επειδή μιλάνε για κάτι που πάλλεται μέσα σε πολλές γυναίκες. Την αυτοσυντήρηση, την επιβίωση, την ανάγκη για διαφυγή από το κακοποιητικό περιβάλλον τους. Η ιστορία για την απόδραση της Κάρεν Πάλμερ από τον κακοποιητικό της σύζυγο, που μόλις δημοσίευσε ο Guardian, εξ αφορμής της έκδοσης της αυτοβιογραφίας της, είναι μια απ’αυτές. Την είχε απειλήσει, την είχε κλειδώσει και είχε αρπάξει μία από τις κόρες τους. Η Πάλμερ ήξερε ότι αυτή και οι κόρες της έπρεπε να δραπετεύσουν – αλλά αυτό θα συνεπαγόταν τεράστιο ρίσκο και ολοκληρωτική ανανέωση. Διέσχισε λοιπόν τη χώρα απ’άκρη σ’ άκρη άγνωστη μεταξύ αγνώστων, χωρίς χαρτιά, χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Ήταν υπερβολική αντίδραση; Πόσο πραγματικός ήταν ο κίνδυνος; Έπρεπε να είχε μείνει και να αγωνιστεί στα δικαστήρια για μια καλύτερη, νόμιμη λύση; Τα πρόσφατα δημοσιευμένα απομνημονεύματα της Πάλμερ, She’s Under Here, A Memoir by Karen Palmer [εκδόσεις Algonquin Books (στα αγγλικά)], επιχειρούν να απαντήσουν σε αυτά τα ερωτήματα.
«Υπάρχει όλη αυτή η αδελφότητα», λέει, «αυτές οι γυναίκες που έρχονται και μου λένε τι τους συνέβη: “Μακάρι να μπορούσα να το κάνω αυτό. Μακάρι να μπορούσα”.»
Όλα αυτά τα χρόνια που πέρασε η Πάλμερ με τον Γκιλ, δεν άκουσε ποτέ τους όρους «ενδοοικογενειακή κακοποίηση», «καταναγκαστικός έλεγχος» ή «gaslighting», αν και τώρα ξέρει ότι αυτό ακριβώς έζησε. «Τα δικαστήρια και οι αρχές επιβολής του νόμου εξακολουθούν να μην το παίρνουν τόσο σοβαρά όσο θα έπρεπε. Αλλά πριν από 35 χρόνια δεν είχαμε καν το λεξιλόγιο γι’αυτό», λέει. «Κατά τη διάρκεια της σχέσης, δεν πήγα ποτέ σε καταφύγιο γυναικών. Δεν γνώριζα κανέναν που να είχε κακοποιηθεί, κάτι που δεν σημαίνει ότι δεν είχαν. Το «grooming» είναι ένα άλλο πράγμα για το οποίο δεν είχα γλώσσα – αλλά αυτό που συνέβη ήταν ακριβώς αυτό».
Η Πάλμερ δεν είπε τίποτα στη μητέρα της για το πλάνο της απόδρασης, ούτε στους φίλους της ή στους γείτονές της για το πού πήγαινε. Δεν έδωσε καμία ειδοποίηση στους εργοδότες και τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, αφήνοντας αντικείμενα στο μπαλκόνι του διαμερίσματός της ως ένδειξη ότι εξακολουθούσε να ζει εκεί.
«Έχω μια τόσο ξεκάθαρη ανάμνηση της ημέρας που φύγαμε από το Λος Άντζελες», λέει η Πάλμερ. «Ήταν αυτός ο παράξενος συνδυασμός φόβου και ευφορίας, το χτυποκάρδι οδηγώντας στο άγνωστο». Έφευγε από τον πρώην σύζυγό της, τον Γκιλ, τον άντρα που φοβόταν, και πατέρα των δύο κορών της, της Έριν και της Έιμι, τότε επτά και τριών ετών αντίστοιχα.
Κατευθήνθηκαν ανατολικά και τελικά σταμάτησαν στο Μπόλντερ του Κολοράντο, στους πρόποδες των Βραχωδών Ορέων, εν μέρει επειδή ο Γκιλ δεν θα σκεφτόταν ποτέ να τους ψάξει εκεί. «Πάντα ζούσα στην ακτή, καθώς μου άρεσε να είμαι κοντά στον ωκεανό», λέει. «Δεν θα περίμενε να πάω προς την ενδοχώρα». Δεν είχαν ταυτότητα, ούτε συστάσεις, ούτε χαρτιά που να τους συνδέουν με το ποιοι ήταν. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, άλλαξαν τα ονόματά τους, πλαστογράφησαν έγγραφα, βρήκαν δουλειά, σπίτι και σχολείο για τα κορίτσια. Η Πάλμερ το ονομάζει «προστασία μαρτύρων από μόνη της»: ήταν «ένα άτομο τη μία μέρα και την επόμενη κάποια άλλη».
«Ακόμα αναρωτιόμουν: έκανα το σωστό; Ήταν πραγματικά απαραίτητο να φύγω;» γράφει η Πάλμερ. «Αλλά έκανα το σωστό – και θα το έκανα ξανά».
Το πλάνο για την απόδραση της Κάρεν Πάλμερ δούλεψε. Ο Γκιλ δεν τους βρήκε ποτέ. Διατήρησε επαφή με φίλους και συγγενείς μέσω τηλεφώνου, ώστε να ξέρουν ότι ήταν ασφαλείς – αλλά δεν τους είπε (ούτε καν στη μητέρα της) πού βρισκόταν, ώστε να μην γνωρίζουν αν ο Γκιλ ερχόταν και ζητούσε πληροφορίες.
Η οικογένεια άκμασε με τα νέα τους ονόματα. Τα κορίτσια μεγάλωσαν. Ωστόσο, αυτές οι συνηθισμένες, χωρίς αξιομνημόνευτα περιστατικά δεκαετίες που ακολούθησαν έδωσαν στην Πάλμερ χώρο και χρόνο να αμφισβητήσει όλα όσα είχαν συμβεί πριν. «Πέρασα 20 χρόνια αμφισβητώντας αν είχα κάνει το σωστό και ένιωθα απαίσια», λέει. «Είναι πολύ βαρύ να παίρνεις τα παιδιά κάποιου μακριά. Είναι το χειρότερο πράγμα που μπορείς να κάνεις σε κάποιον». Είναι όμως;

Πώς μπλέχτηκε η γυναίκα αυτή στο δίχτυ της κακοποίησης αρχικά;
Η Πάλμερ ήταν εξαιρετικά ευάλωτη όταν γνώρισε τον Γκιλ. Ήταν υιοθετημένο μοναχοπαίδι. Ο πατέρας της ήταν αλκοολικός και οι γονείς της είχαν έναν δύσκολο γάμο. «Δεν ήταν ένα ευτυχισμένο σπίτι», λέει.
Στα 16 της έμεινε έγκυος από έναν έφηβο σύντροφο και πήγε στο μαιευτήριο όπου η ίδια είχε γεννηθεί και υιοθετηθεί. Το περιγράφει σαν «παραμύθι». Κορίτσια έμπαιναν, κυοφορούσαν, γεννούσαν και έφευγαν. Της επιτρεπόταν να κρατήσει τον γιο της για μία ώρα – «στιβαρός, σαν μπάλα ποδοσφαίρου» – πριν τον πάρουν από κοντά της και επιστρέψει σπίτι. Μερικούς μήνες αργότερα, πίσω στο κολέγιο, βρήκε μια μερική απασχόληση σε μια εταιρεία ειδών γραφείου. Ο Γκιλ ήταν το αφεντικό της. Ήταν 36 ετών, πατέρας τριών παιδιών, σε διαδικασία διαζυγίου.
«Αφού εγκατέλειψα το μωρό, ήμουν σε μια βαθιά θλίψη και μπέρδεψα αυτή τη θλίψη με ωριμότητα», λέει. «Δεν μπορούσα να είμαι κοντά σε έφηβα αγόρια. Ήταν απεχθή για μένα. Ένας μεγαλύτερος άντρας σήμαινε κάτι διαφορετικό». Μέχρι τότε, ο πατέρας της Πάλμερ ήταν στο νοσοκομείο με τον καρκίνο που θα τον σκότωνε, και παρόλο που η μητέρα της δεν συμπάθησε ποτέ τον Γκιλ, εκείνη αποδέχτηκε τη σχέση της κόρης της.
«Ήταν πολύ παράξενα θρησκευόμενη και νομίζω ότι πίστευε ότι ένας μεγαλύτερος άντρας θα ήταν πιο ανεκτικός απέναντι στα «χαλασμένα εμπορεύματα»», λέει η Πάλμερ αναφερόμενη στην ίδια. «Κι επίσης, ήταν η δεκαετία του ’70. Πολλοί αστέρες της ροκ εν ρολ είχαν έφηβες φίλες. Ήταν μια διαφορετική εποχή».
Ο Γκιλ ήταν άτακτος κι αστείος, παρορμητικός και πολύ χαρισματικός – η Πάλμερ τον περιγράφει ως «πωλητή μέχρι το μεδούλι». Έμοιαζε με τον Τζακ Νίκολσον και μερικές φορές τον μπέρδευαν με αυτόν. Ως ενεργός αλκοολικός, δεν ήταν ποτέ πιστός. Η Πάλμερ τον έπιασε με μια άλλη γυναίκα λίγες εβδομάδες πριν από τον γάμο τους κι αυτό συνεχίστηκε και μετά.
Ο γάμος τους διήρκεσε 14 χρόνια, μεγάλο μέρος του οποίου επικεντρώθηκε στην «συνηθισμένη» ανατροφή των δύο κορών τους, με τον Γκιλ να εναλλάσσεται μεταξύ εργασίας και «επενδύσεων» για να βγάζει χρήματα. Σπάνια ήταν βίαιος, αλλά εκφόβιζε και υποτιμούσε την Πάλμερ. Δεν του άρεσε να έχει φίλους. Κατά κάποιο τρόπο την κρατούσε σε αυστηρά πλαίσια. «Υπήρχε ένα υπόγειο ρεύμα ελέγχου», λέει, «και τα μεγάλα διαστήματα της φυσιολογικής καθημερινότητας διακόπτονταν από στιγμές έντονου στρες και φόβου». Σε μια περίπτωση, ο Γκιλ έστρεψε ένα γεμάτο όπλο στην κοιλιά της εγκύου Πάλμερ – εκείνη τον άρπαξε από το μπράτσο και το όπλο εξερράγη στον νεροχύτη. Σε μια άλλη, την κλείδωσε στο ντουλάπι με τις σκούπες και έβγαλε τα παιδιά, ηλικίας δύο και έξι ετών, έξω όλη μέρα. Όταν τελικά γύρισαν σπίτι, το μετέτρεψε σε παιχνίδι, λέγοντας στα παιδιά «η μαμά κρύβεται» και βοηθώντας τα να την ψάξουν.
Όταν η Πάλμερ τον εγκατέλειψε ξεκίνησε μια σχέση με τον στενό τους φίλο Βίνι, τον οποίο ο Γκιλ γνώριζε χρόνια. (Αυτή και ο Βίνι είναι ακόμα παντρεμένοι σήμερα.) «Όταν υπέβαλα αίτηση διαζυγίου για πρώτη φορά από τον Γκιλ, πάντα σκεφτόμουν στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι θα το ξεπεράσει», λέει η Πάλμερ. «Τελικά, θα είχαμε ένα φυσιολογικό διαζύγιο και αυτός θα ήταν ένας φυσιολογικός διαζευγμένος πατέρας που θα έβλεπε τα παιδιά του όποτε ήθελε. Αλλά αυτός χειροτέρευε όλο και περισσότερο».
Η οργή του Γκιλ επιδεινώθηκε από την κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών. Κατέρρευσε και σταμάτησε να εργάζεται. Για δύο χρόνια, παρακολουθούσε την Πάλμερ, απειλώντας να την σκοτώσει αυτή και τον Βίνι, και να βάλει το κεφάλι της στο ψυγείο για να το βρουν τα παιδιά. Την χτυπούσε στο κεφάλι, έκοβε τα λάστιχά τους, πετούσε σάπιο κρέας στην αυλή τους, έβαζε δυναμίτη στους υαλοκαθαριστήρες του Βίνι, έβαζε κόλλα στην πύλη της αυλής τους. Της τηλεφωνούσε τόσο συχνά που έπρεπε να εγκαταστήσει άλλη γραμμή για να μπορεί να μιλάει με άλλους ανθρώπους.
Για δύο χρόνια, ζούσαν έτσι. «Δεν κοιμόμουν καλά. Έχασα την ικανότητά μου να διαβάζω ένα βιβλίο ή ακόμα και μια εφημερίδα, καθώς δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Έγινα τρομακτικά αδύνατη επειδή δεν είχα όρεξη». Η αστυνομία δεν ήταν χρήσιμη – η απάντησή τους στις απειλές θανάτου ήταν: «Καλέστε μας όταν είναι στο διαμέρισμά σας». Οι δικηγόροι διαζυγίων γοητεύτηκαν κάπως από τον Γκιλ. («Είναι καλός τύπος», είπε ένας στην Πάλμερ. «Το διαζύγιο είναι μπελάς!») Ωστόσο, ακόμα κι αν την είχαν πάρει στα σοβαρά, η Πάλμερ αμφιβάλλει αν οποιαδήποτε παρέμβαση θα μπορούσε πραγματικά να τη βοηθήσει. Η σύλληψη του Γκιλ – και τελικά η απελευθέρωσή του – θα τον έφερνε κατευθείαν στην πόρτα της, όποιες και αν ήταν οι συνέπειες. «Και θα ήταν χειρότερος τότε, επειδή θα ήταν τρελός», λέει. Ο Γκιλ θα γελούσε μπροστά σε ασφαλιστικά μέτρα και η σκέψη της φυλακής δεν φαινόταν να τον ενοχλεί.
Ήταν η απαγωγή της κόρης τους που τελικά την έκανε να τραπεί σε φυγή. Η επιμέλεια κι η επικοινωνία δεν είχαν ακόμη διευθετηθεί όταν, κατά τη διάρκεια μιας αγχωτικής, βιαστικής «παράδοσης», αφού ο Γκιλ είχε περάσει απρογραμμάτιστο χρόνο με την Έριν, πήρε την τρίχρονη Έιμι από την αγκαλιά της Πάλμερ – εκείνη την είχε παραδώσει την Έιμι για να αγκαλιάσει την αδερφή της Έριν – κι έφυγε γρήγορα. Εξαφανίστηκε, ταξίδεψε 60 μίλια, έβαψε τα ξανθά μαλλιά της Έιμι καστανά και τα έκοψε κοντά για να την μεταμφιέσει σε αγόρι. Η Πάλμερ κι ο Βίνι έφτιαξαν φυλλάδια, οδήγησαν στους δρόμους, τηλεφώνησαν σε όλους όσους γνώριζε ο Γκιλ. Της δόθηκε η επείγουσα αποκλειστική επιμέλεια των παιδιών και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για τον Γκιλ.
«Ήταν το χειρότερο πράγμα που μου συνέβη ποτέ – και σκέψου ότι είχα δώσει ένα παιδί για υιοθεσία – αλλά στο μυαλό μου, τουλάχιστον τότε, αυτό ήταν το καλύτερο, να δώσω σε αυτό το παιδί μια καλή οικογένεια», λέει η Πάλμερ. «Αυτή τη φορά, ένας μανιακός είχε αναλάβει την κόρη μου!».
Μετά από 10 ημέρες, ο Γκιλ τηλεφώνησε και ούρλιαζε, ενώ η Πάλμερ τον παρακαλούσε κι έκλαιγε. Μετά από 45 λεπτά, συμφώνησε να επιστρέψει την Έιμι αν η Πάλμερ υποσχόταν να αφήσει τον Βίνι. Εκείνη συμφώνησε. Η παράδοση έγινε το επόμενο βράδυ σε μια γωνία δρόμου του Σαν Φρανσίσκο. («Καμία αστυνομία», είχε προειδοποιήσει.) Την επόμενη κιόλας μέρα, η Πάλμερ, ο Βίνι, η Έιμι και η Έριν τράπηκαν σε φυγή.
«Για χρόνια, ο Γκιλ με υποτιμούσε, μου έλεγε: “Είσαι άσχημη”, “Είσαι ηλίθια”.
Η Πάλμερ είχε ηχογραφήσει αυτό το τηλεφώνημα με τον Γκιλ, αλλά δεν το άκουσε ποτέ. Μέχρι που ξεκίνησε να γράψει τα απομνημονεύματά της. «Κουβαλούσα την κασέτα παντού μαζί μου επειδή ήταν απόδειξη αυτού του πράγματος που συνέβη, αλλά φοβόμουν να ακούσω τη φωνή του», λέει. Το να την αναπαράγω ήταν σαν να ήμουν στο δωμάτιο μαζί του. «Η φωνή του, οι γλυκές του φράσεις, τα περίεργα κλισέ του, ήταν τόσο ξεχωριστά για μένα. Έτρεμα σε όλη τη διάρκεια.»
Στην ηχογράφηση, άκουγε την Έιμι να τραγουδάει στο παρασκήνιο και τον εαυτό της να κλαίει και να γκρινιάζει. Και μετά τον Γκιλ.
«Είδες πόσο εύκολο ήταν για μένα να την πάρω; Θα μπορούσα να το κάνω ξανά και ξανά και ξανά. Ξύπνα! … Και δεν με νοιάζει ποιος με ψάχνει. Έχετε την αστυνομία εκεί τώρα; Όχι, εσείς ξέρετε καλύτερα. Θα γινόμουν απλώς βίαιος … [Η αστυνομία] δεν θέλει να ενοχληθεί ούτως ή άλλως. Μέχρι να σκοτώσεις κάποιον. Μετά σε ακούνε. Σου λέω, είμαι εντελώς τρελαμένος. Αυτοκτονικός, μανιακός. Είμαι γεμάτος μίσος … Είτε πρέπει να σκοτώσω κάποιον και να το ξεπεράσω, και μετά θα μπορέσω να χαλαρώσω, είτε θα κάνω τα δικά μου …»
«Η Έιμι είναι μικρή, γι’ αυτό την πήρα. Δεν είναι τρομερό; Της πήρε επτά μέρες για να σε ξεχάσει εντελώς. Δεν είναι λυπηρό; Ήταν σκληρή τις πρώτες τρεις, αλλά τώρα, οι τελευταίες έξι μέρες δεν έχουν καμία σχέση με πριν. Είναι σαν να μην έχει καμία ανάμνηση. Τις έχει αποβάλλει εντελώς. Δεν της λείπει η Έριν, δεν ξέρει ποια είναι. Δεν της λείπει τίποτα. Όλα είναι έξω από τη ζωή της. Αυτή τη στιγμή μόνο εμένα ξέρει, και αυτόν αγαπάει. Τον μπαμπά.»
Τότε και τώρα: διαφορές στο πλάνο διαφυγής
Η απόδραση της Κάρεν Πάλμερ και της οικογένειάς της, καθώς κι η «επαναεφεύρεση» τους, δεν θα ήταν πλέον σήμερα δυνατή. «Δεν θα μπορούσες να κάνεις αυτό που κάναμε εμείς», λέει. «Δεν υπήρχε διαδίκτυο τότε, ούτε μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάθε πολιτεία ήταν υπεύθυνη για τα δικά της αρχεία χωρίς πολλές διασταυρώσεις». Στο Μπόλντερ, επέλεξαν το Πάλμερ ως νέο επώνυμο για όλους, αν και τα κορίτσια διατήρησαν τα μικρά τους ονόματα. Το όνομα γέννησης της Πάλμερ είναι Κέρι – έγινε Κάρεν, καθώς ήταν αρκετά παρόμοιο για να εξηγήσει τυχόν λάθη. Ο Βίνι άλλαξε το μικρό και το μεσαίο του όνομα. Και οι δύο έδωσαν νέες εξετάσεις οδήγησης για να εξασφαλίσουν νέες άδειες.
«Ήμασταν απλώς μια συνηθισμένη οικογένεια στη γειτονιά», λέει η Πάλμερ. Ο Βίνι βρήκε δουλειά στην ανακαίνιση επίπλων και η Πάλμερ ως γραφίστρια. «Η Έιμι δεν έχει καμία ανάμνηση του Γκιλ, αλλά η Έριν ήταν επτά ετών, και το εκπληκτικό είναι ότι σε όλα αυτά τα χρόνια, ακόμα και στην εφηβεία της, δεν μίλησε ποτέ γι’αυτό σε κανέναν. Καταλάβαινε ότι ήταν κάτι σοβαρό».
Η συγγραφή των απομνημονευμάτων της της πήρε χρόνια. «Μία από τις δυσκολίες ήταν ότι μου συνέβησαν όλα αυτά τα δραματικά πράγματα και μετά 20 χρόνια όπου δεν συνέβησαν πολλά», λέει. «Αυτό που συνειδητοποίησα ήταν ότι το δεύτερο μισό ήταν στην πραγματικότητα εξίσου σημαντικό, αν όχι πιο σημαντικό. Είναι σαν να μην κατάφερα να γίνω πραγματικός άνθρωπος μέχρι που έφυγα.
«Για χρόνια, ο Γκιλ με υποτιμούσε, μου έλεγε: “Είσαι άσχημη”, “Είσαι ηλίθια”. Ο Βίνι ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με θεωρούσε αστεία. Μπορούσα να έχω φίλους. Μπορούσα να νιώθω ικανή. Αν τα πιάτα δεν πλενόντουσαν, δεν υπήρχε κανείς να μου φωνάξει. Μπορούσα να βρω ενδιαφέρουσα δουλειά, να είμαι καλή με τους ανθρώπους και να τους κάνω να είναι πραγματικά καλοί μαζί μου».
Ο Γκιλ πέθανε το 2008 – αν και ο Πάλμερ δεν το ανακάλυψε αυτό παρά μόνο χρόνια αργότερα. Είχε περάσει τα τελευταία του χρόνια μπαινοβγαίνοντας στη φυλακή για αδικήματα που σχετίζονται με πυροβόλα όπλα, χρόνια κατάχρηση ουσιών, επιθέσεις κι αντίσταση στη σύλληψη. Μέχρι το τέλος, ζούσε σε μια σκηνή σε ένα πάρκο της πόλης. «Η συγγραφή του βιβλίου ήταν ένα είδος εξορκισμού», λέει η Πάλμερ. «Δεν νιώθω πια θυμό γι’αυτόν. Νιώθω θυμό που έπρεπε να περάσουμε όλο αυτό, αλλά νιώθω λύπη γι’ αυτόν που κατέστρεψε τη ζωή του κι όλα ήταν τόσο περιττά τελικά».
Η νομική διευθέτηση της πραγματικής τους ταυτότητας μετά την ενημέρωση για τον θάνατο του Γκιλ ήταν μια μακρά και περίπλοκη διαδικασία. Η Πάλμερ και ο Βίνι ζουν τώρα στο Λος Άντζελες. Η Έριν και η Έιμι βρίσκονται σε άλλες πολιτείες, αλλά είναι μια δεμένη οικογένεια – ο Βίνι τους υιοθέτησε επίσημα, κατόπιν αιτήματός τους, όταν ήταν 20 και 25 ετών. «Είναι, χωρίς αμφιβολία, ο έρωτας της ζωής μου», λέει η Πάλμερ. «Ήταν ένα είδος ρομαντισμού σε καιρό πολέμου. Τίποτα δεν μπορούσε να μας χωρίσει μετά από αυτό».
Η αλλαγή της ταυτότητάς μετά την απόδραση της Κάρεν Πάλμερ ήταν αυτή που της έδωσε τον εαυτό της – κι έχει εκπλαγεί από τον τρόπο με τον οποίο άλλες γυναίκες έχουν ανταποκριθεί στο βιβλίο της. Πολλές της έχουν πει ότι το να φύγει μακριά και να ξεκινήσει από την αρχή εξακολουθεί να φαίνεται να είναι η καλύτερη επιλογή. «Υπάρχει όλη αυτή η αδελφότητα», λέει, «αυτές οι γυναίκες που έρχονται και μου λένε τι τους συνέβη. Κάθε είδους γυναίκες μου έχουν πει: “Μακάρι να μπορούσα να το κάνω αυτό. Μακάρι να μπορούσα”».
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News















