Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Η γυναίκα πίσω από τη «Νάντια» του Μπρετόν μιλά επιτέλους με τη δική της φωνή


Για σχεδόν έναν αιώνα, η Λεονά Ντελκούρ έζησε κυρίως μέσα από το όνομα που της έδωσε η λογοτεχνία: Nadja, ή «Νάντια», η μυστηριώδης γυναίκα που ο Αντρέ Μπρετόν συνάντησε τυχαία στο Παρίσι και μετέτρεψε, το 1928, σε ένα από τα εμβληματικά πρόσωπα του υπερρεαλισμού.

Τώρα, οι επιστολές της προς τον Μπρετόν εκδίδονται για πρώτη φορά μαζί με κείμενα και σχέδιά της, επιτρέποντας να ακουστεί όχι μόνο ο μύθος, αλλά και η γυναίκα που έμεινε παγιδευμένη πίσω του.

Ο τόμος Lettres à André Breton, suivies d’autres textes et d’un choix de dessins, σε επιμέλεια του Ολιβιέ Βαγκνέρ, κυκλοφορεί από τη Gallimard και συνοδεύεται από έκθεση στην Galerie Gallimard στο Παρίσι, με τίτλο Nadja. «Ma main écrit ce que tu penses…». Η έκθεση παρουσιάζει επιλογή από τις επιστολές που έστειλε η Nadja στον Μπρετόν, καθώς και σχέδια που προόριζε για εκείνον, μετακινώντας την ιστορία από το κλασικό βιβλίο του συγγραφέα στη δική της εύθραυστη φωνή.

Η γυναίκα πίσω από τη «Νάντια» του Μπρετόν μιλά επιτέλους με τη δική της φωνή Facebook Twitter
Η Λεονά Ντελκούρ, γνωστή ως Nadja, η γυναίκα που ο Αντρέ Μπρετόν μετέτρεψε σε ένα από τα μυθικά πρόσωπα του υπερρεαλισμού.

Η συνάντησή τους έγινε στις 4 Οκτωβρίου 1926, στη rue La Fayette, στο Παρίσι. Η Λεονά Ντελκούρ είχε φτάσει λίγες εβδομάδες νωρίτερα από τη βόρεια Γαλλία και ζούσε σε μεγάλη επισφάλεια, ανάμεσα σε περιστασιακές δουλειές και πορνεία. Ο Μπρετόν, ήδη παντρεμένος με τη Σιμόν Καν και έχοντας δημοσιεύσει δύο χρόνια πριν το Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, είδε αμέσως σε εκείνη κάτι περισσότερο από μια τυχαία περαστική. Είδε το πρόσωπο μιας θεωρίας: την περιπλάνηση, τη σύμπτωση, την παράξενη λάμψη της πόλης, την υπόσχεση ότι η πραγματικότητα μπορεί ξαφνικά να ανοίξει.

Από τις 4 έως τις 13 Οκτωβρίου 1926 συναντιόνταν σχεδόν καθημερινά. Περπατούσαν στο Παρίσι, κάθονταν σε καφέ, άφηναν την πόλη να τους οδηγεί. Εκείνη αυτοσυστηνόταν ως Nadja, επειδή, όπως έλεγε, στα ρωσικά είναι η αρχή της λέξης «ελπίδα» και μόνο η αρχή. Ο Μπρετόν θα κρατήσει αυτή τη φράση και θα τη μετατρέψει σε λογοτεχνική λάμψη. Οι επιστολές, όμως, δείχνουν τι υπήρχε πίσω από τη λάμψη: μια γυναίκα ερωτευμένη, φτωχή, ψυχικά εύθραυστη, που προσπαθεί να κρατήσει έναν άντρα ο οποίος ήδη απομακρύνεται.

Η ίδια φαίνεται να είχε καταλάβει πολύ νωρίς τη θέση της μέσα στη φαντασία του. Κάποια στιγμή του είπε πως θα γράψει βιβλίο για εκείνη. Η πρόβλεψη αποδείχθηκε σωστή, αλλά το τίμημα ήταν βαρύ: ο Μπρετόν την έκανε λογοτεχνικό πρόσωπο, ενώ η πραγματική Λεονά Ντελκούρ έμενε όλο και πιο μόνη. Στη «Νάντια», εκείνη γίνεται μορφή του θαύματος, της τύχης, της ελευθερίας του βλέμματος. Στις δικές της επιστολές, γίνεται ξανά άνθρωπος.

Η γυναίκα πίσω από τη «Νάντια» του Μπρετόν μιλά επιτέλους με τη δική της φωνή Facebook Twitter
Η τελευταία επιστολή της Nadja προς τον Αντρέ Μπρετόν. Τα γράμματά της, γραμμένα ανάμεσα στο 1926 και το 1927, αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε τη «Νάντια».
Credit: Bibliothèque littéraire Jacques-Doucet, Παρίσι, συλλογή André Breton

Η «Νάντια» του Μπρετόν παραμένει ένα από τα μεγάλα κείμενα του υπερρεαλισμού, αλλά η φωνή της πραγματικής Nadja αλλάζει την απόσταση από την οποία το διαβάζουμε. Στο βιβλίο του, ο Μπρετόν την ανυψώνει σε σύμβολο της σπασμωδικής ομορφιάς, της τυχαιότητας, της ανοιχτής πόλης. Στα δικά της γράμματα, η μυθική μούσα φοβάται, ζητά, παρακαλεί, επινοεί εικόνες, θυμώνει, κρέμεται από μια σχέση που για εκείνον είχε ήδη αρχίσει να γίνεται υλικό γραφής.

Οι επιστολές γράφτηκαν από τον Οκτώβριο του 1926 έως τον Μάρτιο του 1927. Οι απαντήσεις του Μπρετόν δεν σώζονται, γεγονός που κάνει την ανάγνωσή τους ακόμη πιο σκληρή: μοιάζουν με μονόλογο προς κάποιον που υπάρχει παντού και πουθενά. Σε μία από τις πιο οδυνηρές φράσεις της, η Nadja τον ρωτά γιατί την ανέβασε τόσο ψηλά και ύστερα την άφησε να πέσει. Δεν είναι πια η γυναίκα-αίνιγμα ενός σουρεαλιστικού Παρισιού. Είναι η γυναίκα που πληρώνει το κόστος του να γίνει αίνιγμα για κάποιον άλλον.

Η γλώσσα της έχει κάτι που εξηγεί γιατί ο Μπρετόν την αναγνώρισε αμέσως ως υπερρεαλιστικό σημάδι. Δεν γράφει μόνο ερωτικές εκκλήσεις. Γράφει εικόνες. Η σκέψη της πηδά από την τρυφερότητα στον φόβο, από την υποταγή στην επινόηση, από την παραίσθηση σε μια σχεδόν τρομακτική διαύγεια. Γι’ αυτό και οι επιστολές δεν διαβάζονται απλώς ως διόρθωση απέναντι στον Μπρετόν. Δείχνουν ότι η Nadja δεν ήταν μόνο αντικείμενο του υπερρεαλιστικού βλέμματος· είχε και η ίδια μια δική της, ταραγμένη, ποιητική μηχανή.

Τον Δεκέμβριο του 1926, από το μικρό παρισινό ξενοδοχείο όπου έμενε και από το οποίο κινδύνευε να διωχθεί για απλήρωτους λογαριασμούς, η Nadja γράφει σε έναν άντρα που τη γοητεύει και την τρομάζει. Τον βλέπει σαν υπνωτιστή, σαν πέτρινη μορφή, σαν κέντρο ενός κόσμου από τον οποίο εκείνη εξαρτάται. Η σχέση δεν είναι απλώς ερωτική. Είναι σχέση βλέμματος, εξουσίας, φαντασίωσης και εγκατάλειψης. Εκείνος την κοιτάζει και τη μετατρέπει σε μύθο. Εκείνη γράφει για να μη χαθεί μέσα σε αυτόν.

Η γυναίκα πίσω από τη «Νάντια» του Μπρετόν μιλά επιτέλους με τη δική της φωνή Facebook Twitter
Σχέδιο της Nadja με τίτλο L’Enchantement. Οι επιστολές και τα σχέδιά της φωτίζουν τη δική της φωνή πίσω από τον μύθο που έπλασε ο Μπρετόν.

Τον Μάρτιο του 1927 η Nadja νοσηλεύτηκε στο Sainte-Anne και στη συνέχεια εγκλείστηκε στο Bailleul, στη βόρεια Γαλλία. Ο Μπρετόν έμαθε για τον εγκλεισμό της το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, ενώ έγραφε τη «Νάντια» στη Νορμανδία. Αργότερα θα αναγνώριζε, έστω και αμφίθυμα, μια μορφή «ακούσιας ευθύνης» στην εξέλιξη του παραληρήματός της. Η ζωή της έμεινε από εκεί και πέρα στη σκιά του βιβλίου. Πέθανε το 1941, σε τραγικές συνθήκες, την ίδια χρονιά που ο Μπρετόν εγκατέλειπε την κατεχόμενη Γαλλία για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Δεν πρόκειται απλώς για φιλολογική αποκατάσταση. Είναι και μια αλλαγή βλέμματος πάνω στον τρόπο με τον οποίο η μοντέρνα τέχνη έφτιαξε τις μούσες της. Ο υπερρεαλισμός λάτρεψε τις γυναίκες ως οράματα, σημάδια, σώματα επιθυμίας, εισόδους στο ασυνείδητο. Συχνά, όμως, τις άφησε λιγότερο ορατές ως υποκείμενα. Η Nadja υπήρξε για τον Μπρετόν σχεδόν ιδανική μορφή: αρκετά ελεύθερη ώστε να μοιάζει θαυματουργή, αρκετά εύθραυστη ώστε να χωρά στην τραγωδία.

Οι επιστολές της δεν ακυρώνουν το βιβλίο του Μπρετόν. Το κάνουν πιο άβολο και, ίσως, πιο αληθινό. Πίσω από το λογοτεχνικό θαύμα εμφανίζεται μια σχέση άνιση, αμφίθυμη, γεμάτη γοητεία και εγκατάλειψη. Πίσω από τη μούσα εμφανίζεται μια γυναίκα που γράφει, σχεδιάζει, σκέφτεται, υποφέρει και προσπαθεί να μην εξαφανιστεί μέσα στην εικόνα που έφτιαξαν γι’ αυτήν.

Σχεδόν εκατό χρόνια μετά τη συνάντηση στη rue La Fayette, η Nadja δεν επιστρέφει μόνο ως μυθικό πρόσωπο του υπερρεαλισμού. Επιστρέφει ως ερώτημα: πόσες γυναίκες της τέχνης έμειναν κλεισμένες στον ρόλο της μούσας, ενώ γύρω τους άλλοι έγραφαν, υπέγραφαν και έπαιρναν τη θέση του δημιουργού; Και τι συμβαίνει όταν, έστω και αργά, ανοίγουμε τα γράμματα και ακούμε τη δική τους φωνή;

Με στοιχεία από Le Monde



Πηγή: www.lifo.gr