Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν την Τρίτη νέες αεροπορικές επιδρομές εναντίον ιρανικών στόχων, διαλύοντας τις όποιες ελπίδες ότι η ανταλλαγή πυρών το περασμένο Σαββατοκύριακο δεν θα οδηγούσε σε νέο γύρο γενικευμένης σύγκρουσης.
«Σήμερα στις 12:00 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ / 19:00 ώρα Ελλάδος), οι αμερικανικές δυνάμεις ξεκίνησαν επιθέσεις εναντίον στόχων των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) στο Ιράν», ανέφερε η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) σε ανάρτησή της στο X. «Οι επιδρομές αυτές αποτελούν απάντηση στις πρόσφατες απόπειρες επιθέσεων των IRGC εναντίον εμπορικών πλοίων στα Στενά του Χορμούζ και εναντίον Αμερικανών στρατιωτών που υπηρετούν στην περιοχή».
Today at 12 p.m. ET, U.S. forces began striking Islamic Revolutionary Guard Corps (IRGC) targets in Iran. The strikes follow recent attempted attacks by the IRGC against commercial shipping in the Strait of Hormuz and against American service members deployed to the region.
— U.S. Central Command (@CENTCOM) September 1, 2026
Η ιρανική κρατική τηλεόραση μετέδωσε πληροφορίες για εκρήξεις στο νησί Κεσμ του Ιράν, στη βόρεια πλευρά των Στενών του Ορμούζ. Παράλληλα, το ειδησεογραφικό πρακτορείο Nour News ανέφερε εκρήξεις στην πόλη-λιμάνι Μπαντάρ Αμπάς, καθώς και στο Τσαμπαχάρ, λιμάνι στα νότια παράλια της χώρας.
Ξεκινάει νέος κύκλος επιθέσεων;
Πριν από τα χτυπήματα του Σαββατοκύριακου, η εξάμηνη αυτή διαμάχη είχε μετατραπεί σε οικονομικό αδιέξοδο. Ωστόσο, την Κυριακή οι αμερικανικές δυνάμεις επιτέθηκαν στο ιρανικό νησί Λαράκ, με το Ιράν να απαντά εκτοξεύοντας πυραύλους εναντίον δύο αμερικανικών αεροπορικών βάσεων στην Ιορδανία.
Παρότι ο Τραμπ προειδοποίησε για αμερικανική απάντηση στις ιρανικές επιθέσεις, δήλωσε παράλληλα σε δημοσιογράφους τη Δευτέρα ότι οι εξελίξεις αυτές δεν σημαίνουν επιστροφή σε πόλεμο πλήρους κλίμακας. Στο ίδιο μήκος κύματος, υψηλόβαθμη ιρανική πηγή ανέφερε στο Reuters ότι επρόκειτο για μια «περιορισμένη και ελεγχόμενη αντιπαράθεση».
Ωστόσο, οι δεσμεύσεις και των δύο πλευρών ότι θα απαντήσουν σε τυχόν νέα χτυπήματα αναδεικνύουν πόσο γρήγορα μια σύγκρουση, που διεξαγόταν κυρίως με κυρώσεις, αποκλεισμούς και οικονομικές πιέσεις, μπορεί να κλιμακωθεί ξανά σε στρατιωτική δράση.
Νωρίτερα την Τρίτη, ο Ιρανός Πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε ότι η Τεχεράνη θα ανταποκριθεί αμέσως, εφόσον η Ουάσινγκτον τηρήσει τις δεσμεύσεις της βάσει του μνημονίου κατανόησης που υπεγράφη τον Ιούνιο με στόχο τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Το Μνημόνιο διακήρυσσε το τέλος των μαχών, οι οποίες έχουν στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους σε Ιράν και Λίβανο από τις 28 Φεβρουαρίου, όταν και ξεκίνησαν οι αμερικανικές και ισραηλινές επιδρομές. Ωστόσο, η συμφωνία ανέβαλε την επίλυση των πιο δύσκολων ζητημάτων, ανοίγοντας τον δρόμο για μια ευρύτερη περίοδο διαπραγματεύσεων 60 ημερών η οποία παρήλθε χωρίς να επιτευχθεί περαιτέρω συμφωνία.
«Δηλώνω ξεκάθαρα ότι αν οι ΗΠΑ επιστρέψουν στις δεσμεύσεις τους βάσει του μνημονίου κατανόησης, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα πράξει αμέσως το ίδιο», τόνισε ο Πεζεσκιάν από την πρωτεύουσα του Κιργιστάν, Μπισκέκ, στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής του Οργανισμού Συνεργασίας της Σανγκάης, στον οποίο συμμετέχουν η Ρωσία και η Κίνα.
«Θα απαντήσουμε στρατιωτικά»
Παρ’ όλα αυτά, Ιρανοί αξιωματούχοι δεν δείχνουν δημόσια καμία διάθεση υποχώρησης στις πιέσεις.
«Αν ο εχθρός θέλει να μας εμποδίσει από το να εξαγάγουμε πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο, τότε κανείς δεν θα μπορεί να εξαγάγει πετρέλαιο», δήλωσε στα ιρανικά μέσα ενημέρωσης ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχάμαντ Μπακέρ Καλιμπάφ. Πρόσθεσε μάλιστα ότι αν οι ΗΠΑ εντείνουν την «πολιορκία», η Τεχεράνη θα απαντήσει στρατιωτικά.
Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών του Ιράν, Εσμαήλ Μπαγαΐ, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στην Τεχεράνη ότι η Ουάσινγκτον είναι «εθισμένη στις υπερβολικές απαιτήσεις και μπερδεύει τις διαπραγματεύσεις με την υπαγόρευση όρων».
«Όσο συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο, το μόνο που θα καταφέρουν είναι ό,τι έχουν πετύχει μέχρι σήμερα», συμπλήρωσε, προειδοποιώντας ότι η Τεχεράνη θα αξιοποιήσει «όλες τις δυνατότητές της, τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και μέσω του διπλωματικού της μηχανισμού».
Με πληροφορίες από Reuters















