Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Θέμης Πάνου: «Πόσοι δεν ζουν σε κλειστά σπίτια με πιεσμένους γονείς;»


Ο Θέμης Πάνου, ηθοποιός με μεγάλη πορεία στο ελληνικό θέατρο και ο μοναδικός Έλληνας βραβευμένος με το Volpi Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας στη Βενετία για το «Μiss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά, αλλά και λογοτέχνης με αξιόλογες συλλογές διηγημάτων στο ενεργητικό του, επέλεξε φέτος να ερμηνεύσει για το Φεστιβάλ Αθηνών έναν γυναικείο μονόλογο βασισμένο σε διήγημα της Βίλιας Χατζοπούλου. Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε μιλάει για τη σχέση ηθοποιού και γλώσσας, ενώ εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ένα τέτοιο εγχείρημα αποτελεί μεγάλη πρόκληση.’

― Η επιλογή του συγκεκριμένου έργου έχει να κάνει με την ειδική σας σχέση με τη λογοτεχνία ή σχετίζεται περισσότερο με την εποχή που μεγαλώνατε στην Πόλη;
Η πρόθεση όταν διαλέγει κανείς κάτι στο θέατρο δεν είναι πάντα σαφής. Αυτό το καταλαβαίνουμε στην πορεία. Ήρθε η πρόταση της κ. Χατζοπούλου, ένα διήγημά της το οποίο πήρα και το έκανα σκηνικό μονόλογο. Όλα αυτά που περιγράφετε, το παρελθόν μου, την αίσθηση ότι είσαι μειονότητα, τη λογοτεχνία, την εποχή, τα συνειδητοποιείς αργότερα. Είναι πρόκληση να παίξει κάποιος, ειδικά στην ηλικία μου, έναν τέτοιο ρόλο. Στην ουσία η επιλογή αποτέλεσε ένα βήμα στην υποκριτική μου διαδρομή. Καθώς δεν είχα ξανακάνει μονόλογο, θέλησα να δοκιμάσω αυτή την πολύ μεγαλύτερη έκθεση της συνομιλίας με το κοινό.  Όταν είσαι απευθείας εκτεθειμένος, είσαι πιο γυμνός, ίσως και πιο φοβισμένος. Εν πάση περιπτώσει, χρειάζεται περισσότερο θάρρος. Αυτό ήταν το πρώτο στοίχημα. Όλα τα άλλα εμφανίστηκαν μετά, το πώς θα το συνθέσουμε, σε ποιον χώρο, τι ήχους θα ακούμε, πώς μιλάει και πώς είναι ντυμένο αυτό το πλάσμα. Στην ουσία δουλεύαμε με τον λόγο. Γιατί αυτό είναι που πρέπει να μεταφέρει κανείς με αμεσότητα. Γιατί ο λόγος μπορεί να δημιουργήσει εγγύτητα, μπορεί όμως να δημιουργήσει και απόσταση. Το κίνητρό μου, λοιπόν, πίσω από την επιλογή αυτού του έργου, σχετίζεται με το κομμάτι της υποκριτικής και με το είδος του λόγου.

«Η λογοτεχνία είναι το πιο σημαντικό σχολείο, το εκπαιδευτικό υλικό για έναν ηθοποιό. Για παράδειγμα, την περιγραφή ενός βλέμματος στον Προυστ δεν μπορείς να την εντοπίσεις σε κανένα κινηματογραφικό πλάνο».

― Τα τελευταία χρόνια το θέατρο όλο και πιο συχνά καταφεύγει στη λογοτεχνία. Πώς γίνεται το πεζογράφημα σκηνικός λόγος;
Ο τίτλος του διηγήματος είναι «Στο ένα χέρι κρατούσε το τσιγάρο στο άλλο τον Καραγάτση», αλλά για τις ανάγκες της παράστασης δώσαμε τον τίτλο «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα», από την εναρκτήρια φράση ενός δικού μου διηγήματος, του «Ζάχαρη πικρή». Τώρα, για να μιλήσει το λογοτεχνικό κείμενο στον θεατή ως σκηνικό δρώμενο, χρειάζεται ισχυρή προφορικότητα, που να μπορεί να μεταφέρει και συναισθήματα. Η προφορικότητα της σκηνής είναι εντελώς διαφορετική και από εκείνη του γραπτού λόγου και από της καθημερινότητας. Ωστόσο η λογοτεχνία είναι το πιο σημαντικό σχολείο, το εκπαιδευτικό υλικό για έναν ηθοποιό, γιατί εκεί μπορεί να βρει πολύ σημαντικές αφηγήσεις για πρόσωπα, χαρακτήρες, σώματα, βλέμματα, κινήσεις, συμπεριφορές και ψυχολογίες. Για παράδειγμα, την περιγραφή ενός βλέμματος στον Προυστ δεν μπορείς να την εντοπίσεις σε κανένα κινηματογραφικό πλάνο.

Θέμης Πάνου: «Δεν είχα ξανακάνει μονόλογο, χρειάζεται πολύ θάρρος» Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Θέμης Πάνου: «Δεν είχα ξανακάνει μονόλογο, χρειάζεται πολύ θάρρος» Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

― Το έργο αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής δασκάλας τη δεκαετία του ’50, διορισμένης στις Κυκλάδες. Ποιο είναι το δικό σας ενδιαφέρον γι’ αυτό το πρόσωπο;
Η νεαρή αυτή δασκάλα κάνει κάτι που σκανδαλίζει το νησί, κολυμπάει. Είναι ο τρόπος της να νιώσει ελευθερία μακριά από την αγροτική κοινωνία της Κοζάνης όπου μεγάλωσε. Το κύριο ενδιαφέρον μου είναι ότι πρέπει να μεταφέρω σε πρώτο πρόσωπο συναισθήματα που αφορούν τους πάντες. Η επιθυμία για ζωή και έρωτα και η ματαίωσή της είναι κάτι που έχουμε ζήσει όλοι. Το να το λες αυτό όμως από τη θέση του ηθοποιού είναι μια πρόκληση. Πρόκειται για έναν νέο άνθρωπο που δεν γνωρίζει πολλά. Επιθυμεί, φαντασιώνεται, είναι γεμάτος ενθουσιασμό και φιλοδοξία και πολύ σύντομα βιώνει τη ματαίωση, κινδυνεύει η ζωή του. Είναι μόλις 20 χρονών και βιώνει μια τρομακτική απειλή θανάτου, γιατί ήθελε να είναι ελεύθερη.

― Θεωρούσε ότι η επιλογή να γίνει δασκάλα ήταν εισιτήριο προς την ελευθερία;
Θέλησε να γίνει δασκάλα για να ξεφύγει από το πολύ στενό πλαίσιο της αγροτικής οικογένειας που δεν είχε κανένα μέλλον. Αντί να διοριστεί στην Κοζάνη, διορίζεται στην άκρη του κόσμου. Κι ενώ νιώθει ακόμα πιο ελεύθερη, βλέπει ότι εκεί είναι ακόμα πιο στενά τα πράγματα. Οι άνθρωποι ενημερώνουν τη μητέρα της ότι τη βλέπουν να κολυμπάει. Κι ενώ στη θάλασσα βρίσκει την ελευθερία, δημιουργείται αυτή η μεταφορά της στενότητας και του ελέγχου που μεγεθύνεται, αφού έρχεται ακόμα και από το σπίτι της.

― Ποια θα λέγατε ότι είναι η αντιστοιχία με το σήμερα;
Πόσα παιδιά δεν ξεκινάνε σήμερα να κάνουν κάτι στο πανεπιστήμιο και βιώνουν μια τρομερή απογοήτευση; Ξεκινάνε με κάτι που λένε ότι θα τους αλλάξει τη ζωή, και πολύ σύντομα αποδεικνύεται ότι δεν μπορούν. Αυτή ήθελε να γίνει δασκάλα γιατί αυτή ήταν η επιταγή του σπιτιού. Η αξία της οικογένειας ήταν να γίνει καλός και μορφωμένος άνθρωπος, να φύγει από τα ζώα, τη λάσπη και τον στάβλο. Αυτή αναρωτιέται πώς θα γίνει καλή δασκάλα. Βρίσκει ένα παιδί που αντιμετωπίζει δυσκολίες, που δεν μπορεί να μιλήσει, και λέει, θα του μάθω να μιλάει, να βάζει τις λέξεις σωστά, θα του μάθω πώς αναπνέουμε, πώς η ανάσα κάνει τις λέξεις. Βρίσκει ένα νόημα στη ζωή της. Κι αυτό δημιουργεί προβλήματα.

― Πώς αντιμετωπίζετε έναν ρόλο που δεν σας αντιπροσωπεύει ούτε ηλικιακά αλλά ούτε ως φύλο;
Δοκιμάζω τον εαυτό μου, τον προκαλώ να βιώσει τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή μέσα μου, την ώρα που αφηγούμαι αυτά τα συναισθήματα και πώς με επηρεάζει ο συγκεκριμένος λόγος στην αλλαγή της αναπνοής. Επίσης είναι τρομακτικό μάθημα για μένα το τι με υποχρεώνει να το κάνω αυτό. Είναι σπουδαία πρόκληση, δεν το συναντάς εύκολα. Δεν είναι αυτό που λες, αλλά το πώς το λες, πρέπει να βρεις έναν τρόπο.

― Σε ένα σύγχρονο κοινό;
Προφανώς είναι μια μεσογειακή ιστορία που συγκινεί τις γυναίκες. Η σχέση μητέρας – κόρης είναι πολύ ισχυρή. Αυτό είναι που συγκινεί, και όχι τα πραγματικά γεγονότα. Σχεδόν όλες οι γυναίκες έχουν μια συγκρουσιακή σχέση με τη μητέρα τους. To ότι η μάνα φοβάται μήπως κάτι έκανε η κόρη της με τον νεαρό μαθητή της δημιουργεί στην κόρη το αίσθημα της αδικίας, κι αυτό μεταφέρω μέσω της παράστασης.

Θέμης Πάνου: «Δεν είχα ξανακάνει μονόλογο, χρειάζεται πολύ θάρρος» Facebook Twitter
«To ότι η μάνα φοβάται μήπως κάτι έκανε η κόρη της με τον νεαρό μαθητή της δημιουργεί στην κόρη το αίσθημα της αδικίας, κι αυτό μεταφέρω μέσω της παράστασης». Φωτ.: Απόστολος Κουτσιανικούλης

― Λέτε οι νέες γυναίκες να εξακολουθούν να είναι θύματα συμβάσεων των οποίων φορείς είναι οι μανάδες τους;
Πρόκειται για μια ιστορία ενδοοικογενειακής βίας. Αλλά πόσοι άνθρωποι δεν ζουν σε κλειστά σπίτια με πιεσμένους γονείς; Στην Πάτρα 400 επιτυχόντες στην Ιατρική δεν πήγαν να γραφτούν λόγω οικονομικής στενότητας. Σκεφτείτε τι καβγάδες θα έγιναν μέσα σε αυτά τα σπίτια, την τρομερή πίεση που θα ασκήθηκε σε αυτά τα παιδιά από τους γονείς.

― Είστε σε θέση να επιλέγετε ρόλους μετά τη μακρόχρονη πορεία σας ως ηθοποιού;
Μετά από σαράντα χρόνια στο θέατρο, μπορώ να επιλέγω με άλλα κριτήρια. Άλλοτε ήταν οικονομικά, άλλοτε καλλιτεχνικά, άλλοτε σχετίζονταν με τους συνεργάτες ή τον εκάστοτε ρόλο. Τώρα κάπως έχουν αλλάξει τα πράγματα.

― Έχετε κάνει μεγάλους συμβιβασμούς;
Και πολλούς και μεγάλους. Ωστόσο δεν μετανιώνω. Έχω κάνει και σπουδαίες συναντήσεις. Έχω παίξει με τη Βουγιουκλάκη σε μια μεγάλη περιοδεία το 1992-93, στη «Μις Πέπσι». Συγκλονιστική εμπειρία. Δεν το μετάνιωσα καθόλου. Ήταν προκλητική ως πρόταση. Τώρα που το σκέφτομαι, κάθε φορά οι επιλογές μου σχετίζονται και με το πόσο προκλητική είναι η πρόταση που μου γίνεται. Με την Αλίκη δεν ήταν εύκολη συνθήκη: ήταν μια περιοδεία που ξεκίνησε 26 Οκτωβρίου, του Αγίου Δημητρίου ανήμερα, από τη Θεσσαλονίκη, και πήγαμε από τον Έβρο μέχρι τη Σητεία της Κρήτης, κάνοντας δύο παραστάσεις την ημέρα.

― Είναι αλήθεια ότι στις πρόβες ήταν πιο ηθοποιός και λιγότερο σταρ;
Δεν είχε δύο πρόσωπα, ήταν επαγγελματίας και στις δύο φάσεις. Εργαζόταν γι’ αυτό που προετοίμαζε. Αν αυτό που προετοίμαζε ήταν τα ρούχα που θα άλλαζε, το έκανε με μεγάλη επιμέλεια, με τον σπουδαίο Γιώργο Πάτσα.

― Στις παραστάσεις έπαιζε για το κοινό της, έτσι δεν είναι;
Ναι, αυτό ήταν ένα φαινόμενο, θεατρικό ή όχι, δεν ξέρω. Για κάποιους δεν είναι, αλλά δεν θα το κρίνουμε εμείς. Αυτό το φαινόμενο δεν ίσχυε μόνο στην Ελλάδα, υπήρχε σε όλη τη Μεσόγειο. Ήταν η εποχή των πρωταγωνιστριών, που ξεκινούσε από την παράδοση της Κυβέλης, από τη δεκαετία του ’30. Οπότε δεν το θεωρώ παραχώρηση το ότι συνεργάστηκα με τον θίασο, μάλλον παράσημο! Κοιτάξτε, ήμουν στο Εθνικό είκοσι πέντε χρόνια, κι εκεί η συνθήκη ήταν πιο προστατευμένη – όχι ότι εκεί δεν έκανα πράγματα που θα μπορούσα να αποφύγω, και τα έκανα τελικά για λόγους συμβολαίου.

Θέμης Πάνου: «Δεν είχα ξανακάνει μονόλογο, χρειάζεται πολύ θάρρος» Facebook Twitter
«Κάθε φορά οι επιλογές μου σχετίζονται και με το πόσο προκλητική είναι η πρόταση που μου γίνεται». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

― Από το 2013 που πήρατε το βραβείο ερμηνείας στη Βενετία και μετά, ποιες συμμετοχές σας θεωρείτε σημαντικές;
Στην «Ελένη» που κάναμε με τον Παπαβασιλείου στη Θεσσαλονίκη με το ΚΘΒΕ. Ήταν μια σημαντική στιγμή γιατί ξανασυναντηθήκαμε με τον Βασίλη έπειτα από είκοσι χρόνια, από τον καιρό του «Οιδίποδα» του Εθνικού με τον Γρηγόρη Βαλτινό, με τον οποίο είχαμε κάνει παγκόσμια περιοδεία.

― Συχνά μια μεγάλη επιτυχία ενοχλεί στην Ελλάδα. Πώς αντιμετώπισαν το βραβείο στη Βενετία οι συνάδελφοί σας;
Δεν μπορώ να ξέρω την ενόχλησή τους, αλλά τη χαρά τους τη μετέδωσαν με μηνύματα και τηλεφωνήματα. Ακολούθησε μια σεζόν με πολλές υποχρεώσεις.

― Άλλαξε κάτι έκτοτε;
Σίγουρα με βοήθησε να διαπραγματεύομαι διαφορετικά σε οικονομικό επίπεδο. Φυσικά, πάντα σε συνάρτηση με την ελληνική πιάτσα και το τι αντέχει. Ήμουν πολύ τυχερός, γιατί το βραβείο ήρθε σε μια ηλικία που ήμουν προσγειωμένος. Όσον αφορά μια διεθνή καριέρα, ως σωματότυπος και πρόσωπο δεν διέφερα από εκατοντάδες ηθοποιούς που υπάρχουν στην Αμερική, γιατί να πάρουν εμένα; Ούτε το κυνήγησα ούτε υπήρξε καμιά ελκυστική πρόταση. Πιστεύω, άλλωστε, ότι ο ηθοποιός δουλεύει πάντα καλύτερα στη γλώσσα του. Πάντως, έχω κάνει δύο ταινίες με τον Πολωνό σκηνοθέτη Αντρέι Γιακιμόφσκι, μία που γυρίστηκε στη Νίσυρο και μία στη Βαρσοβία, ενώ θα συμμετέχω και σε μια τουρκική.

― Μεγαλώσατε μιλώντας τα τουρκικά ως μητρική γλώσσα.
Ναι, αλλά δεν ήξερε κανείς ότι γνωρίζω τη γλώσσα. Δεν ήταν ότι δεν ήθελα να παίξω σε διεθνείς παραγωγές, αλλά με ενδιαφέρει πολύ ως ηθοποιό το πώς θα προχωράω με εργαλείο τη γλώσσα μου. Αυτό είναι το σημαντικό. Έναν ρόλο σε μια άλλη γλώσσα θα τον κάνω για λόγους καθαρά επαγγελματικούς. Πριν από εμένα έχουν κάνει διεθνή καριέρα πολλοί, όπως η Παξινού, την οποία δεν ξέρουμε τόσο από το Όσκαρ όσο από την Επίδαυρο.

― Θα συνεχίσετε και με άλλους μονολόγους;
Διερευνώ μια σειρά από κείμενα. Για μένα είναι πιο δύσκολο γιατί, όπως προανέφερα, η έκθεση είναι πολύ μεγαλύτερη. Μου προκαλεί πολύ μεγάλο φόβο, ο οποίος όμως δεν με αποτρέπει, μου δίνει κίνητρο. Έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον το τι διαμείβεται μεταξύ του ηθοποιού και του θεατή στον ενδιάμεσο χώρο. Αυτή είναι η ουσία, τι δημιουργείται σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο, της επικοινωνίας. Ο κίνδυνος που προκύπτει από τη μεγάλη έκθεση αποτελεί μέρος της δουλειάς μας. Δεν μπορείς να κάνεις χωρίς αυτόν. Δεν έχω κάτι να με προστατεύσει, αλλά αυτό φαντάζομαι ότι με βοηθάει να προχωρήσω και να γίνω καλύτερος ηθοποιός, πιο θαρραλέος. Αυτή είναι η δουλειά μας, όχι κάτι άλλο.

Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση  «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα» εδώ.



Πηγή: www.lifo.gr