Το 2000, ο Steven Austad, βιολόγος ως προς το επιστημονικό του πεδίο, έκανε έναν ισχυρισμό που για τα δεδομένα της εποχής, συζητήθηκε αρκετά: «Ο πρώτος άνθρωπος που θα φτάσει σε ηλικία 150 ετών είναι πιθανότατα ζωντανός αυτή τη στιγμή».
Κατά τους New York Times, που ανοίγουν τη συζήτηση στη δημόσια σφαίρα για το έαν οι άνθρωποι θα φτάσουν τα 200 έτη ζωής, επρόκειτο για μία τολμηρή διακήρυξη, αλλά ο βιολόγος, ο οποίος μελετά τη γήρανση στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα στο Μπέρμιγχαμ, ήταν -και παραμένει- αισιόδοξος ότι η επιστήμη θα βρει νέους τρόπους για την παράταση της ζωής.
Ο βιολόγος, σύμφωνα με το αμερικάνικο μέσο ενημέρωσης, «μοιράζεται» την παραπάνω εικασία με αρκετούς influencers και «μελλοντολόγους», υπό μία έννοια μέντιουμ, οι οποίοι έχουν κάνει ακόμη πιο «ακραίες προβλέψεις» για την ανθρώπινη ζωή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά ο Aubrey de Grey, εξειδικευμένος, στη βιοϊατρική, γεροντολόγος και ιδρυτής του SENS Research Foundation, που ισχυρίζεται ότι υπάρχει πιθανότητα μεγαλύτερη του 50% ένας 40χρονος που ζει σήμερα να μην πεθάνει ποτέ από γηρατειά.
Πόσο ρεαλιστικές είναι όμως αυτές οι ιστορίες για την επικείμενη μακροζωία; Πόσο μακριά μπορούμε πραγματικά να επεκτείνουμε το ανθρώπινο προσδόκιμο ζωής; αναρωτιούνται και αναδεικνύουν ταυτόχρονα οι New York Times.
Will Anyone Actually Ever Live to 200? Some experts are optimistic that science will eventually find ways to extend life, but many longevity claims are unrealistic. https://t.co/LdP8itk4jz via @NYTimes
— Nino Brodin (@Orgetorix) October 14, 2026
Γιατί γερνούν οι άνθρωποι;
Ξεκινώντας από τα βασικά, απαντώντας σ’ ένα θεμελιώδες ερώτημα που έχει απαντήσει η βιολογία, το «γιατί γερνούν οι άνθρωποι», οι New York Times αναφέρουν πως καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, το σώμα μας θεραπεύει συνεχώς τον εαυτό του. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως γήρανση είναι στην πραγματικότητα το σημείο καμπής στο οποίο δεν είμαστε πλέον σε θέση να αποκαταστήσουμε τη ζημιά τόσο γρήγορα όσο αυτή συσσωρεύεται.
Επικαλούνται σχετικά την Jaime Justice, επίκουρη καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Wake Forest και εκτελεστική διευθύντρια του XPRIZE Healthspan.
Στο ενδιάμεσο, τις τελευταίες δεκαετίες, οι επιστήμονες έχουν εντοπίσει περίπου δώδεκα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γήρανσης, δηλαδή βιολογικές αλλαγές που συμβαίνουν στο ανθρώπινο σώμα καθώς μεγαλώνει. Τα απλούστερα από αυτά προσομοιάζουν στη φυσική φθορά. Για παράδειγμα, τα χρωμοσώματα, μετά από μια ζωή διαιρέσεων κάθε φορά που ένα κύτταρο διασπάται, φθείρονται καθώς τα προστατευτικά καλύμματα στα άκρα τους, που ονομάζονται τελομερή, γίνονται όλο και πιο κοντά. Όταν τα τελομερή μικρύνουν υπερβολικά, τα χρωμοσώματα σταματούν να διαιρούνται σωστά.
Παρόμοια, τα μιτοχόνδρια, τα οποία παράγουν ενέργεια μέσα στα κύτταρα, γίνονται λιγότερο αποδοτικά με την πάροδο του χρόνου. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να σημαίνουν ότι το οξυγόνο χρησιμοποιείται λιγότερο αποτελεσματικά στους μυς σας.
Οι πρωτεΐνες, οι οποίες είναι κρίσιμες για σχεδόν κάθε διαδικασία στο ανθρώπινο σώμα, μπορούν να υποστούν βλάβη ή κακή αναδίπλωση με την ηλικία, αυξάνοντας τον κίνδυνο ασθενειών όπως το Αλτσχάιμερ. Η κατάρρευση των μηχανισμών επιδιόρθωσης του DNA μπορεί να επιτρέψει τον σχηματισμό καρκίνων.
Μερικές φορές τα κύτταρα δεν πεθαίνουν, αλλά σταματούν να λειτουργούν όπως θα έπρεπε, και όταν συμβαίνει αυτό λέγεται ότι βρίσκονται σε γηρασμένη κατάσταση, εξηγεί ο Stephen Kritchevsky, καθηγητής γεροντολογίας και γηριατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Wake Forest. Τα γηρασμένα κύτταρα υπάρχουν σε μια είδους κατάσταση «ζόμπι», παρομοιάζει σχετικά, εξηγώντας παράλληλα το σκεπτικό του: καταναλώνουν ενέργεια αλλά δεν εκτελούν την αρχική τους λειτουργία. Ορισμένα από αυτά τα κύτταρα ενδέχεται να εκκρίνουν χημικές ουσίες που προκαλούν φλεγμονή και δυσλειτουργία των ιστών, συμβάλλοντας σε ασθένειες που σχετίζονται με τη γήρανση, όπως η οστεοαρθρίτιδα, η αθηροσκλήρωση και ο καρκίνος.
Και μετά υπάρχουν τα βλαστικά κύτταρα, τα οποία είναι κρίσιμα για την επιδιόρθωση των ιστών και μπορούν να εξαντληθούν με την πάροδο του χρόνου, μειώνοντας την ικανότητα του σώματος να εκτελεί τακτική συντήρηση και επισκευές, πρόσθεσε η Δρ. Τζάστις.
Μπορούν αυτές οι διαδικασίες να αντιστραφούν;
Οι ερευνητές κατανοούν πλέον πολλά για το πώς λειτουργούν αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, γεγονός που τους επιτρέπει να αναπτύξουν τρόπους για την επιβράδυνση ορισμένων τμημάτων της διαδικασίας γήρανσης σε ζώα, σε συνθήκη εργαστηρίου, δήλωσε με τη σειρά του ο Δρ. Τζον Νιούμαν, αναπληρωτής καθηγητής στο Buck Institute for Research on Aging. «Μπορούμε να τα εντοπίσουμε. Μπορούμε να τα μελετήσουμε. Στο εργαστήριο, μπορούμε να τα χειραγωγήσουμε», σημείωσε.
Για παράδειγμα, υπάρχει μεγάλος ενθουσιασμός για μια κατηγορία πειραματικών, αντιγηραντικών φαρμάκων που ονομάζονται σενολυτικά (senolytics), τα οποία αποσκοπούν στην απομάκρυνση των γηρασμένων κυττάρων από το σώμα ή στην αραίωσή τους ώστε να περιοριστεί η ζημιά που προκαλούν.
Μια άλλη προσέγγιση εστιάζει στην επιγενετική, όπου οι επιστήμονες εξετάζουν τους βιοχημικούς δείκτες που προσκολλώνται στο DNA και ρυθμίζουν την έκφραση των γονιδίων. Ο επαναπρογραμματισμός αυτών των συστημάτων αποτελεί μια προσπάθεια να κάνουν τα κύτταρά σας να πιστέψουν ότι είναι νεότερα από ό,τι είναι στην πραγματικότητα, ανέφερε ο Δρ. Kritchevsky. Τουλάχιστον δύο εταιρείες βιοτεχνολογίας δοκιμάζουν ήδη φάρμακα που στοχεύουν σε αυτή τη διαδικασία.
Αρκετά φάρμακα που έχουν ήδη εγκριθεί από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) έχουν επίσης δείξει ενδείξεις ότι ενδέχεται να επιβραδύνουν διαδικασίες που σχετίζονται με τη γήρανση, όπως η φλεγμονή. Μελέτες βρίσκονται σε εξέλιξη για τη δοκιμή τριών φαρμάκων για τον διαβήτη όσον αφορά τα οφέλη τους στη μακροζωία, της μετφορμίνης, των αναστολέων SGLT2 και των θεραπειών GLP-1.
Τελικά, μπορούμε να σταματήσουμε τη γήρανση
Όσο συναρπαστικό κι αν είναι αυτό, μεγάλο μέρος αυτής της εργασίας για τη μακροζωία εστιάζει στο προσδόκιμο υγιούς ζωής, βοηθώντας τους ανθρώπους να ζήσουν πιο υγιείς στα 80, τα 90 ακόμη και τα 100 τους χρόνια, παρά στην επέκταση της μέγιστης ανθρώπινης διάρκειας ζωής. Οι ερευνητές συνεχίζουν να διαφωνούν για το πόσο εφικτό θα είναι αυτό στο μέλλον. Το πρόβλημα είναι ότι οι απαντήσεις τους είναι συχνά υποθετικές και αδύνατον να αποδειχθούν άμεσα.
«Αν κάποιος λέει ότι έχει κάτι που πρόκειται να σας κάνει να ζήσετε 50 χρόνια περισσότερο, τότε πρέπει να περιμένετε 50 χρόνια για να μάθετε αν είναι πραγματικά αλήθεια», δήλωσε ο S. Jay Olshansky, καθηγητής επιδημιολογίας και βιοστατιστικής στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις στο Σικάγο.
Στο τέλος, η γήρανση είναι αμφίβολο να σταματήσει μέσω μιας μεμονωμένης ανακάλυψης.
«Δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι γερνούν, είναι μια σειρά από συστήματα που στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο», εξήγησε η Κολίν Μέρφι, διευθύντρια του Ινστιτούτου Ενσωματωμένης Γονιδιωματικής Lewis-Sigler στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον. «Αν θεραπεύσεις το ένα, θα υπάρχει πάντα το επόμενο», συμπλήρωσε.
Οι αντικαταστάσεις νεφρών, καρδιάς και γονάτων έχουν γίνει ρουτίνα, για παράδειγμα, και είναι πιθανό να γίνουμε καλύτεροι στην αντικατάσταση άλλων ανθρώπινων μερών που γερνούν, όπως τα οστά ή οι μύες. Αλλά υπάρχουν όρια στο ποια κύτταρα και όργανα μπορούμε να συνεχίσουμε να επισκευάζουμε.
«Ορισμένα κύτταρα δεν μπορούν να αντικατασταθούν», σημείωσε η Δρ. Μέρφι, φέρνοντας ως παράδειγμα τα περισσότερα μυϊκά και εγκεφαλικά κύτταρα.
Ο εγκέφαλος θέτει μια ιδιαίτερη πρόκληση, υπογράμμισε ο Δρ. Όσταντ. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να ζήσουν πάνω από τα 100 αν το μυαλό τους δεν «έχει σώας τας φρένας», είπε, και ακόμη κι αν κάποιος μπορούσε να αποκτήσει έναν νέο εγκέφαλο, θα παρέμενε το ίδιο άτομο;
Αφότου ο Δρ. Όσταντ έκανε τη διακήρυξή του για τον πρώτο άνθρωπο που θα φτάσει τα 150 χρόνια, ο Δρ. Ολσάνσκι έβαλε μαζί του στοιχήμα 150 δολαρίων ότι είχε άδικο. Το στοίχημα όριζε ότι το άτομο πρέπει επίσης να έχει σώας τας φρένας για να κερδίσει ο πρώτος. Τα χρήματα διατηρούνται επί του παρόντος σε ένα επενδυτικό ταμείο, για να καταβληθούν στον νικητή (ή στους απογόνους του) το έτος 2150.
Με πληροφορίες από New York Times















