To πρώην μέλος των Pussy Riot, που αποκάλυψε ότι η ρωσική FSB την στρατολόγησε ως πληροφοριοδότη και αργότερα της ζήτησε να βοηθήσει σε σχέδιο απαγωγής και δολοφονίας αντιπάλου του Κρεμλίνου, περιέγραψε στον Guardian τις λεπτομέριες γύρω από τη στρατολόγησή της.
Η 29χρονη Ρίτα Φλόρες υποστηρίζει ότι οι πράκτορες της ρωσικής υπηρεσίας Ασφαλείας την ανάγκασαν να συνεργαστεί με απειλές εναντίον της ίδιας και της οικογένειάς της. Για σχεδόν τρία χρόνια, όπως λέει, της ανέθεταν να συγκεντρώνει πληροφορίες για ακτιβιστές και καλλιτέχνες που κινούνταν στους ίδιους κύκλους με εκείνη.
Οι Pussy Riot είναι ρωσικό φεμινιστικό ακτιβιστικό συλλογικό, γνωστό για τις πολιτικές του δράσεις και την ανοιχτή αντίθεσή του στο Κρεμλίνο και τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Έγιναν διεθνώς γνωστές το 2012, όταν μέλη τους καταδικάστηκαν σε φυλάκιση μετά από διαμαρτυρία μέσα στον Καθεδρικό Ναό του Χριστού Σωτήρος στη Μόσχα.
Η Φλόρες αποκάλυψε τη συνεργασία της λίγο μετά τη διαφυγή της από τη Ρωσία στα τέλη Αυγούστου. Τώρα, στην πρώτη της συνέντευξη μετά την αποχώρησή της από τη χώρα, περιγράφει στον Guardian πώς βρέθηκε παγιδευμένη στην FSB και γιατί αποφάσισε τελικά να μιλήσει δημόσια.
«Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια νιώθω ήρεμη. Όλο αυτό το διάστημα ονειρευόμουν να φύγω και να μπορέσω να μιλήσω για όλα αυτά», είπε.
Η Φλόρες, γνωστή επίσης ως Μαργκαρίτα Κονοβάλοβα, είχε συλληφθεί επανειλημμένα για καλλιτεχνικές διαμαρτυρίες και είχε περάσει μικρά διαστήματα στη φυλακή. Όπως λέει, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η παρακολούθηση και οι έρευνες στο σπίτι της έγιναν συχνότερες.
Τον Φεβρουάριο του 2023, έπειτα από μία ακόμη έρευνα, δύο άνδρες έμειναν πίσω και της συστήθηκαν ως αξιωματικοί της FSB. Την απείλησαν ότι θα της ασκήσουν δίωξη για ανάρτηση στο Instagram στην οποία επέκρινε τις ρωσικές δολοφονίες στην Ουκρανία. Στη συνέχεια, όπως καταγγέλλει, της είπαν ότι μπορούσαν να κανονίσουν ακόμη και τη δολοφονία της μητέρας της εάν αρνιόταν να συνεργαστεί.
«Τους πίστεψα. Πίστεψα ότι μπορούσαν να κάνουν όλα όσα έλεγαν. Ο φόβος μου ήταν πολύ μεγάλος».
Η Φλόρες λέει ότι υπέγραψε τα χαρτιά συνεργασίας και πήρε εφάπαξ 30.000 έως 40.000 ρούβλια. Οι δύο άνδρες που τη στρατολόγησαν έγιναν οι σταθεροί σύνδεσμοί της. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία, τον οποίο η ίδια αποκαλούσε τελικά «το Σακάκι» λόγω του γυαλιστερού μαύρου κοστουμιού που φορούσε, ήταν εκείνος που αναλάμβανε τις απειλές και τις προσβολές. Ο νεότερος, ένας άνδρας που συστηνόταν ως Ιβάν, προσπαθούσε συνήθως να εμφανίζεται πιο φιλικός.
«Θα σε επανεκπαιδεύσει η FSB»
Η Φλόρες περιγράφει ένα σταθερό παιχνίδι «καλού και κακού αστυνομικού». Όταν βρίσκονταν και οι τρεις μαζί, ο Ιβάν έμενε συνήθως σιωπηλός, ενώ «το Σακάκι» την απειλούσε και την προσέβαλλε.
Όταν όμως συναντούσε τον Ιβάν μόνη της, εκείνος άλλαζε τόνο. «Μου έλεγε: “Η FSB θα σε επανεκπαιδεύσει, εγώ θα σε επανεκπαιδεύσω. Θα έχεις μια ήρεμη ζωή, θα αγαπάς τη Ρωσία, θα κάνεις παιδιά και θα γίνεις υπάκουη σύζυγος”», θυμάται.
Παρότι της είχαν απαγορεύσει να μιλήσει σε οποιονδήποτε για τη στρατολόγησή της, η ίδια λέει ότι σχεδόν αμέσως το αποκάλυψε σε περίπου 20 ανθρώπους.
Δεν είπε όμως την αλήθεια σε όσους της είχαν ζητήσει να παρακολουθεί. Αντί γι’ αυτό, όπως υποστηρίζει, προσπαθούσε να απομακρυνθεί από αυτούς προκαλώντας καβγάδες και εντάσεις, ώστε να μην της εμπιστεύονται πληροφορίες που θα μπορούσαν αργότερα να φτάσουν στην FSB.
Οι απειλές, πάντως, δεν σταμάτησαν μετά τη στρατολόγησή της. Η Φλόρες λέει ότι οι δύο άνδρες φρόντιζαν να της υπενθυμίζουν διαρκώς τι θα μπορούσε να συμβεί αν επιχειρούσε να τους ξεφύγει.
Ακόμη και ο Ιβάν, ο οποίος συνήθως κρατούσε πιο φιλική στάση, μπορούσε μέσα στην ίδια συζήτηση να της πει ότι «θα σκοτώσουν τη μητέρα σου και δεν θα μπορέσεις να αποδείξεις τίποτα» ή ότι, αν έφευγε στο εξωτερικό, θα τη βρίσκαν και θα τη σκότωναν.
«Και μετά γελούσε, σαν να ήταν όλα ένα αστείο», είπε. «Το Σακάκι, αντίθετα, δεν αστειευόταν ποτέ. Οι απειλές του ήταν πιο άμεσες».
«Το 2026 ζωγραφίζουν λουλούδια σε βάζα»
Με τον καιρό, οι άνθρωποι για τους οποίους μπορούσε να δώσει πληροφορίες λιγόστευαν, καθώς πολλοί καλλιτέχνες και ακτιβιστές που είχαν αντιταχθεί στο Κρεμλίνο εγκατέλειψαν τη Ρωσία.
Η Φλόρες περιγράφει τη σημερινή Μόσχα ως μια πόλη γεμάτη αντιφάσεις. Εστιατόρια, μπαρ και κλαμπ συνεχίζουν να ανοίγουν και οι πολιτιστικές εκδηλώσεις είναι πολλές, όμως όσοι αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει γύρω τους, όπως λέει, «έχουν άδεια μάτια και λένε άδειες λέξεις».
Σύμφωνα με την ίδια, οι καλλιτέχνες που παρέμειναν στη χώρα έχουν μάθει να αποφεύγουν οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί πολιτικό.
«Πηγαίνεις σε μια γκαλερί και κάθε έργο θα μπορούσε να έχει δίπλα του μια πινακίδα που να λέει “μας απαγόρευσαν να πούμε οτιδήποτε”», είπε. «Υπάρχουν καλλιτέχνες που κάποτε έκαναν δυνατές δηλώσεις και το 2026 ζωγραφίζουν λουλούδια σε ένα βάζο».
Στη συνέχεια, όμως, η FSB άρχισε να της ζητά κάτι πολύ πιο επικίνδυνο.
Το σχέδιο για απαγωγή και δολοφονία
Τον Μάιο, όπως λέει η Φλόρες, οι δύο χειριστές της άρχισαν να τη ρωτούν για τον Πιοτρ Βερζίλοφ, ακτιβιστή που είχε συνδεθεί στο παρελθόν με τις Pussy Riot και σήμερα ζει στην Ουκρανία, όπου πολεμά στο πλευρό των ουκρανικών δυνάμεων.
Αρχικά, της ζήτησαν να μάθει πού ακριβώς έμενε. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την αφήγησή της, της πρότειναν να εκμεταλλευτεί την παλιά γνωριμία τους και να κανονίσει συνάντηση μαζί του στη Σερβία.
Εκεί, όπως ισχυρίζεται, θα περίμενε ομάδα της FSB για να τον απαγάγει και να τον σκοτώσει. Την ίδια περίοδο, ο Ιβάν άρχισε να της δίνει επιπλέον 50.000 ρούβλια τον μήνα για να συνεργαστεί στην υπόθεση.
Η Φλόρες, όμως, λέει ότι ήδη προσπαθούσε να βρει τρόπο να φύγει από τη Ρωσία.
Παντρεύτηκε τον σύντροφό της τον περασμένο Σεπτέμβριο και υποστηρίζει ότι ο γάμος τη βοήθησε να κερδίσει χρόνο. Θα μπορούσε πλέον να πει στους χειριστές της ότι ο σύζυγός της δεν θα δεχόταν να ταξιδέψει στη Σερβία για να συναντήσει έναν άλλο άνδρα.
Μέχρι τότε, όπως λέει, η FSB τής είχε απαγορεύσει να φύγει από τη χώρα. Η κατάσταση άλλαξε όταν ήρθε σε επαφή με τον δικηγόρο Ντμίτρι Ζαχβάτοφ και οι δυο τους άρχισαν κρυφά να σχεδιάζουν τη διαφυγή της.
«Είχαν δημιουργήσει μια πραγματικότητα στην οποία ένιωθε ότι ελέγχουν τα πάντα», είπε ο Ζαχβάτοφ. Στην πράξη, πρόσθεσε, η έξοδος από τη χώρα ήταν πιο εφικτή απ’ όσο την είχαν κάνει να πιστεύει.
Η Φλόρες κατάφερε τελικά να φύγει στα τέλη Αυγούστου. Η ίδια και ο δικηγόρος της αρνήθηκαν να δώσουν λεπτομέρειες για το πώς τα κατάφερε, ώστε να μη δυσκολέψουν άλλους που ίσως προσπαθήσουν να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο.
«Η στρατολόγηση ακτιβιστών είναι μαζικό φαινόμενο»
Μετά τη διαφυγή της, ο Ζαχβάτοφ δημιούργησε ασφαλή γραμμή επικοινωνίας για ανθρώπους που βρίσκονται σε παρόμοια θέση και θέλουν βοήθεια για να κόψουν τους δεσμούς τους με τις ρωσικές υπηρεσίες.
Η Φλόρες λέει ότι θέλει και η ίδια να βοηθήσει άλλους να φύγουν, καθώς πιστεύει ότι η FSB στρατολογεί συστηματικά ανθρώπους μέσα από τους κύκλους της αντιπολίτευσης και των ακτιβιστών.
Όπως υποστηρίζει, είχε μάλιστα ανακαλύψει ότι τουλάχιστον ένα πρόσωπο από το δικό της περιβάλλον έδινε πληροφορίες για εκείνη πριν ακόμη στρατολογηθεί η ίδια. Το κατάλαβε όταν έμαθε ότι η FSB είχε στην κατοχή της προσωπικό βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου, το οποίο, σύμφωνα με την ίδια, είχε καταγραφεί κρυφά από το συγκεκριμένο άτομο.
Η δημόσια ομολογία της προκάλεσε ανάμεικτες αντιδράσεις στους Ρώσους αντικαθεστωτικούς που ζουν στο εξωτερικό. Κάποιοι επαίνεσαν την απόφασή της να μιλήσει ανοιχτά για τις μεθόδους της FSB, ενώ άλλοι αμφισβήτησαν την επιλογή της να συνεργάζεται επί τόσο μεγάλο διάστημα.
Από τότε, η Φλόρες επικοινωνεί με ανθρώπους για τους οποίους είχε δώσει πληροφορίες, αλλά και με παλιούς φίλους, προσπαθώντας να τους εξηγήσει τι συνέβη. Η ίδια λέει ότι μέχρι στιγμής οι αντιδράσεις τους ήταν υποστηρικτικές.
Η Μάσα Αλιόχινα, επίσης μέλος των Pussy Riot, είπε ότι ο φόβος μπορεί να αλλάξει έναν άνθρωπο.
Το σημαντικό, όπως τόνισε, είναι ότι η Φλόρες κατάφερε να φύγει από τη Ρωσία και να μιλήσει δημόσια για όσα συνέβησαν. «Κανείς δεν σκοτώθηκε και κανείς δεν πήγε φυλακή εξαιτίας της», είπε.
Με πληροφορίες από Guardian














