Δέκα χρόνια χρειάστηκε ο Θανάσης Νεοφώτιστος για να μετατρέψει μια βαθιά προσωπική ιστορία σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν σπάνιας τόλμης, ευαισθησίας και φαντασίας. Με το «Αγόρι με τα γαλάζια μάτια», το πολυαναμενόμενο μεγάλου μήκους ντεμπούτο του, ένας από τους πιο ξεχωριστούς Έλληνες δημιουργούς της γενιάς του υπογράφει μια ταινία που συνδυάζει το σκοτεινό λαϊκό παραμύθι, τον τρόμο και την κουίρ αφήγηση ενηλικίωσης, με μια αισθητική που δεν μοιάζει με καμία άλλη.
Ακολουθώντας τον δεκαπεντάχρονο Πέτρο, ένα αγόρι που μαθαίνει να κρύβει τα μάτια του για να προστατευτεί από τον φόβο και τις προκαταλήψεις των άλλων, ο Νεοφώτιστος μεταμορφώνει μια ιστορία αποκλεισμού σε μια συγκινητική διεκδίκηση ελευθερίας, ταυτότητας και αποδοχής. Η ταινία ήταν προγραμματισμένη να προβληθεί στο 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αλλά η εταιρεία παραγωγής ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ Α.Ε. αποφάσισε να την αποσύρει από το φεστιβάλ και να μην πραγματοποιήσει την ελληνική πρεμιέρα στη φετινή διοργάνωση του Νοεμβρίου.
«Το κόστος είναι μεγάλο, κυρίως συναισθηματικό. Αν ήθελα απλώς να συμμετέχω στη Θεσσαλονίκη, θα είχα πει ναι. Και, πίστεψέ με, θα μου είχε λύσει πολλά προβλήματα!» λέει ο σκηνοθέτης μιλώντας για την ταινία του, που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο επίσημο πρόγραμμα του South by Southwest (SXSW) London με ενθουσιώδη υποδοχή από κοινό και κριτικούς τον περασμένο Ιούνιο και θα συμμετάσχει στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του OUTshine LGBTQ+ Film Festival της Φλόριντα (15-25/10) και στο επίσημο διαγωνιστικό του 26ου Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου TOHorror του Τορίνο (20-25/10).
«Για μένα η τέχνη είναι πολιτική πράξη. Οφείλει να είναι, αλλιώς ας καθόμαστε να χαζεύουμε TikTok. Αυτό δεν σημαίνει ότι θέλω να κάνω ταινίες που κουνάνε το δάχτυλο. Πιστεύω ότι η καλή τέχνη μπορεί να μας μετακινήσει διακριτικά, σχεδόν υποσυνείδητα».
«Αυτό που με ενόχλησε ήταν η ακαμψία της Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης και η έλλειψη γενναιοδωρίας απέναντι σε μια “διαφορετική” καλλιτεχνική άποψη. Δεν αμφισβητώ την αξία του Film Forward. Το “Αγόρι” είναι πρωτίστως μια αφηγηματική, ιδιοσυγκρασιακή, βαθιά συναισθηματική ταινία, και θεωρώ πως η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν ανταποκρίνεται στην κινηματογραφική της ταυτότητα. Έχω μάλιστα την αίσθηση ότι στη συγκεκριμένη απόφαση οι προγραμματικές ισορροπίες βάρυναν περισσότερο από την καλλιτεχνική ταυτότητα της ταινίας. Σε μια τόσο δυνατή χρονιά για το ελληνικό σινεμά, θεωρώ ότι η Καλλιτεχνική Διεύθυνση έχασε μια σημαντική ευκαιρία: να ξεπεράσει, αν χρειαζόταν, το καθιερωμένο σχήμα του Διεθνούς Διαγωνιστικού και να τιμήσουμε όλοι μαζί τις ελληνικές ταινίες που ξεχώρισαν φέτος διεθνώς. Φυσικά, υπάρχουν και πρακτικές συνέπειες, ακόμη και στον τρόπο που επιλέγονται οι ταινίες για τα ελληνικά και τα ευρωπαϊκά βραβεία. Αλλά αυτό που με στενοχωρεί περισσότερο είναι ότι δεν θα γιορτάσουμε την ελληνική πρεμιέρα με τους ανθρώπους με τους οποίους φτιάξαμε την ταινία. Σκέφτομαι ιδιαίτερα τον Γιώργο Καρύδη, τον Πέτρο μας, που ήταν 15 ετών όταν τη γυρίζαμε και τώρα πια ενηλικιώθηκε. Είχαμε ονειρευτεί αυτήν τη στιγμή μαζί. Είμαι όμως ευγνώμων που οι παραγωγοί μου, οι ηθοποιοί και οι συνεργάτες μου στάθηκαν δίπλα μου, γνωρίζοντας πολύ καλά το κόστος της απόφασης. Αυτό σημαίνει πολλά για μένα».
— Η διεθνής αναγνώριση λειτουργεί συχνά ως προϋπόθεση για να βρει μια ελληνική ταινία διανομή και κοινό στη χώρα της. Πώς αισθάνεσαι όταν χρειάζεται πρώτα να σε αναγνωρίσουν έξω για να μπορέσεις να διεκδικήσεις χώρο εδώ;
Με στενοχωρεί πολύ. Ζούμε σε μια εποχή που επικρατεί μια ιδιότυπη «φεστιβαλοκρατία». Λες και οι δάφνες ενός μεγάλου φεστιβάλ αποτελούν πιστοποιητικό γνησιότητας μιας καλής ταινίας. Και, δυστυχώς, αρκετά φεστιβάλ καταλήγουν να λειτουργούν περισσότερο ως showcases άλλων μεγάλων διοργανώσεων παρά ως θεσμοί με τη δική τους, ανεξάρτητη καλλιτεχνική ματιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ανακοίνωσή του μετά την απόσυρση του «Αγοριού», το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης υπερασπίστηκε το Film Forward, επικαλούμενο, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή ταινιών από τις Κάννες, το Λοκάρνο και το Σάντανς. Μα εκεί βρίσκεται για μένα ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος! Οι δάφνες δεν κάνουν τις καλές ταινίες. Σε μια εποχή που οι κινηματογραφικές αίθουσες δοκιμάζονται και οι πλατφόρμες κυριαρχούν, τα φεστιβάλ θα έπρεπε να αποτελούν χώρους ανακάλυψης και αντίστασης στην ομοιομορφία. Όχι απλώς να επιβεβαιώνουν τις επιλογές άλλων. Χρειαζόμαστε θεσμούς με δική τους φωνή και, κυρίως, με το θάρρος να τη χρησιμοποιούν.
— Πιστεύεις ότι η κατηγοριοποίηση μιας ταινίας επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο την προσεγγίζει το κοινό προτού ακόμη τη δει;
Φυσικά. Η κατηγοριοποίηση δημιουργεί προσδοκίες προτού καν σβήσουν τα φώτα της αίθουσας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν πρόκειται μόνο για μια ταμπέλα αλλά και για το πλαίσιο της πρώτης συνάντησης με το ελληνικό κοινό. Είχα ονειρευτεί την πρεμιέρα μας στο Ολύμπιον, κάτι που το Film Forward δεν προσφέρει. Ξέρω ότι μπορεί να ακούγεται ρομαντικό, αλλά αυτήν τη στιγμή την περίμενα πάνω από δέκα χρόνια. Και μερικές φορές αξίζει να επιμένουμε σε ένα όνειρο, αντί να προσθέτουμε ακόμη έναν μικρό συμβιβασμό στη ζωή μας.
— Αναφέρεις ότι δεν θέλεις η διαφορετικότητα να μετατρέπεται σε μια ακόμη ταμπέλα η οποία να καθορίζει πού ανήκει η ταινία. Αισθάνεσαι ότι το έργο σου κινδυνεύει να διαβαστεί πρωτίστως μέσα από την κουίρ ταυτότητά του, εις βάρος των υπόλοιπων κινηματογραφικών χαρακτηριστικών του;
Όχι, καθόλου! Το «Αγόρι» είναι και μια κουίρ ταινία και είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό. Τόσο θεματικά όσο και μέσα από τη δική μου ταυτότητα ως δημιουργού. Αναφέρομαι στην κινηματογραφική της διαφορετικότητα. Στον τρόπο που συνδυάζει είδη, αφηγηματικές φόρμες, ρεαλισμό και μύθο. Αυτή την ιδιοσυγκρασία, που πολλοί στο εξωτερικό χαρακτήρισαν ως μοναδική, την αγαπώ και θέλω να την προστατεύσω. Για μένα, η εξέλιξη της κινηματογραφικής γλώσσας προϋποθέτει δημιουργούς που τολμούν να ξεφεύγουν από τα καθιερωμένα αλλά και ανθρώπους σε θέσεις αποφάσεων που έχουν το θάρρος να τους ακολουθήσουν.
— Πόσον χώρο έχουν σήμερα οι Έλληνες δημιουργοί να διαφωνήσουν δημόσια με έναν θεσμό από τον οποίο ενδεχομένως θα χρειαστούν στήριξη στο μέλλον; Υπάρχει ένα κόστος που καλούνται να υπολογίσουν προτού μιλήσουν ανοιχτά;
Φυσικά και υπάρχει κόστος. Ειδικά σε μια μικρή κινηματογραφική κοινότητα, όπου όλοι γνωριζόμαστε και οι ίδιοι άνθρωποι βρίσκονται συχνά σε θέσεις αποφάσεων. Αλλά αν αρχίσουμε να υπολογίζουμε κάθε μελλοντική πόρτα που μπορεί να κλείσει, στο τέλος δεν θα μιλάει κανείς. Και θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι. Δεν διαφωνώ με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ως θεσμό. Το αγαπώ βαθιά. Διαφωνώ με μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική κρίση της σημερινής του διεύθυνσης. Έχοντας υπάρξει και ο ίδιος head programmer στο Φεστιβάλ Δράμας, γνωρίζω πόση ευθύνη έχει ένας άνθρωπος που διαμορφώνει ένα πρόγραμμα. Γι’ αυτό πιστεύω πολύ στη θεσμική ανανέωση. Οι καλλιτεχνικές διευθύνσεις δεν πρέπει να είναι ισόβιες. Χρειάζονται νέες ματιές, νέες ιδέες, ακόμη και τη δυνατότητα να αμφισβητούνται όσα θεωρούμε δεδομένα. Δεν πιστεύω ότι αγαπάς έναν θεσμό λιγότερο επειδή του ασκείς κριτική. Μερικές φορές, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.
— Γράφεις ότι ο τελικός προορισμός μιας ταινίας δεν είναι τα βραβεία ούτε τα φεστιβάλ, αλλά η συνάντησή της με το κοινό. Πώς φαντάζεσαι αυτήν τη συνάντηση στην Ελλάδα τώρα, μετά την απόφαση της απόσυρσης; Αλλάζει κάτι στον τρόπο με τον οποίο θα ήθελες να παρουσιαστεί η ταινία εδώ;
Δεν αλλάζει τίποτα. Ίσα ίσα, με πείσμωσε ακόμη περισσότερο. Θέλω αυτή η συνάντηση να είναι μια πραγματική γιορτή, για την ταινία, τους ανθρώπους που την έφτιαξαν και το ελληνικό κοινό. Όχι απλώς μια πρεμιέρα που πρέπει να γίνει. Έχουμε ήδη αρχίσει να σκεφτόμαστε πώς θα το οργανώσουμε και, μόλις έχουμε κάτι συγκεκριμένο, θα το μοιραστούμε μαζί σας.
— Αν το φεστιβάλ σού πρότεινε τώρα μια διαφορετική θέση στο πρόγραμμά του, θα ήσουν διατεθειμένος να επανεξετάσεις την απόφαση ή η διαφωνία σου έχει πλέον ξεπεράσει το ζήτημα της συγκεκριμένης κατηγορίας;
Όχι πια. Η διαφωνία μου έχει πλέον ξεπεράσει τη συγκεκριμένη τοποθέτηση. Ο τρόπος με τον οποίο η Καλλιτεχνική Διεύθυνση χειρίστηκε την υπόθεση, τόσο στην προσωπική μας επικοινωνία όσο και δημόσια, με βρίσκει αντίθετο, καλλιτεχνικά αλλά και θεσμικά. Δεν απέσυρα την ταινία για να διαπραγματευτώ μια καλύτερη θέση. Την απέσυρα γιατί το πίστευα. Και αναλαμβάνω το κόστος αυτής της απόφασης.
— Οι μικρού μήκους ταινίες σου σε έχουν φέρει σε επαφή με σημαντικά διεθνή φεστιβάλ. Τι αλλάζει όταν περνάς από μια ταινία που μπορεί να σε συστήσει στον κόσμο σε μια ταινία που καλείται να κρατήσει τον θεατή μέσα σε ένα ολόκληρο κινηματογραφικό σύμπαν;
Καλλιτεχνικά νιώθω ακριβώς ο ίδιος, αλλά στην πραγματικότητα το πέρασμα από τη μικρού μήκους ταινία στη μεγάλου είναι τεράστιο. Στις μικρού μήκους, συνήθως, το κοινό έρχεται να απολαύσει ένα πρόγραμμα διαφορετικών ταινιών. Στη μεγάλου έρχεται για τη δική σου. Αυτό από μόνο του αλλάζει τα πάντα, γιατί η ευθύνη απέναντι στον θεατή είναι πολύ μεγαλύτερη. Από την άλλη, όταν η ταινία καταφέρνει να επικοινωνήσει πραγματικά μαζί του, η ενέργεια που παίρνεις είναι απίστευτη. Και το «Αγόρι» αγαπιέται πολύ, κάτι που με συγκινεί βαθιά.
— Στην ταινία, το κακό μάτι μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό με τον οποίο μια κοινότητα αναγνωρίζει, στιγματίζει και τελικά τιμωρεί τη διαφορετικότητα. Πότε το βλέμμα του άλλου γίνεται μορφή εξουσίας;
Η γιαγιά μου στην Ήπειρο μού έλεγε: «Παιδί μου, μη μου φέρεις γυναίκα με γαλάζια μάτια, δεν τις εμπιστεύομαι». Ε, ως γκέι άντρας, δεν της έφερα καμία! Αλλά αυτή η φράση έγραψε μέσα μου. Γιατί να φοβάται κανείς κάτι τόσο αθώο όσο το χρώμα των ματιών; Αργότερα, όταν χρειάστηκε να εκφράσω τη δική μου διαφορετικότητα, κατάλαβα πόσο βαθιά μπορεί να ριζώσει μέσα μας ο φόβος του άλλου, χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε. Και αυτό θέλαμε να πούμε με την ταινία: ότι η διαφορετικότητα είναι συχνά εντελώς αυθαίρετη. Για τον Πέτρο είναι τα γαλάζια μάτια του. Για μένα ήταν η ομοφυλοφιλία μου. Όταν έκανα coming out, άκουσα και την κλασική ατάκα: «Κάνε ό,τι θέλεις στο κρεβάτι σου, αλλά βρες μια κοπέλα να κάνεις οικογένεια». Λες και η διαφορετικότητά μου ήταν μια επιλογή που μπορούσα να κρύψω για να μη στενοχωρήσω κανέναν. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στον Πέτρο. Η μητέρα του τον αναγκάζει να φορά μια μάσκα για να μη φαίνονται τα μάτια του, παρόλο που έτσι γεννήθηκε. Ο φόβος της κοινωνίας μπορεί να σε αναγκάσει να κρύβεις ακόμη και κάτι που δεν θα μπορούσες ποτέ να αλλάξεις. Η αγάπη μας εκδηλώνεται με τους πιο περίεργους τρόπους. Άλλοτε με ένα πιάτο φαγητό, έναν χώρο στο σπίτι, ένα χαρτζιλίκι, κι άλλοτε με μια ασφυκτική υπερπροστασία. Και κάποιες φορές, πίσω από την ανάγκη ενός γονιού να προστατεύσει το παιδί του, κρύβεται η δική του αδυναμία να αποδεχτεί τη διαφορετικότητά του. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν το αγαπά. Αυτή η γκρίζα περιοχή ανάμεσα στην αγάπη και τον φόβο είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο ως δημιουργό. Δεν πιστεύω πολύ στους απόλυτα καλούς και στους απόλυτα κακούς ανθρώπους.
— Έχεις μιλήσει για τη δυσκολία της αποδοχής από την οικογένεια και για το πώς οι ταινίες σου λειτούργησαν ως ένας τρόπος επικοινωνίας με τους δικούς σου ανθρώπους. Μπορεί η τέχνη να καταστήσει μια συζήτηση δυνατή, όταν ο ίδιος ο άνθρωπος δεν είναι ακόμη έτοιμος να την κάνει;
Εγώ πάντως έτσι έχω μιλήσει για πολλά πράγματα με τους γονείς μου. Με την «Προσευχή» τούς μίλησα για το bullying που είχα βιώσει στην εφηβεία μου, κάτι που δεν τους είχα πει ποτέ. Με τη «Λεωφόρο Πατησίων» προσπάθησα να καταλάβω γιατί ένιωθα τη μητέρα μου απούσα όταν ήμουν μικρός. Με το «AirHostess-737» συνειδητοποίησα ότι ήθελα να επανασυνδεθώ μαζί της. Και τώρα, με το «Αγόρι με τα γαλάζια μάτια», νιώθω ότι ολοκληρώνεται ένας κύκλος. Έχω καταφέρει να κατανοήσω πολύ καλύτερα τη δική μου διαδρομή ως διαφορετικού παιδιού και, κυρίως, να την αποδεχτώ με περηφάνια.
— Το «Αγόρι με τα γαλάζια μάτια» χαρακτηρίστηκε από την ξένη κριτική ως folk horror, στην ουσία όμως είναι μια ταινία μαγικού ρεαλισμού και μια ιστορία ενηλικίωσης. Μου θύμισε πιο πολύ ταινία του Tέρενς Ντέιβις, αλλά σε ελληνικό επαρχιακό περιβάλλον, παρά ταινία τρόμου. Πιστεύω ότι ο χαρακτηρισμός folk horror την αδικεί. Για σένα τι είναι;
Χαίρομαι πολύ που σου θύμισε Tέρενς Ντέιβις! Για μένα είναι πρώτα απ’ όλα η ιστορία ενηλικίωσης του Πέτρου. Το folk υπάρχει στον κόσμο της ελληνικής επαρχίας, στις δοξασίες και στον μύθο. Ο τρόμος όμως γεννιέται κυρίως από την ίδια την εφηβεία. Αν μεγαλώνεις νιώθοντας διαφορετικός, καμιά φορά όλος ο κόσμος μοιάζει να θέλει να σε εξαφανίσει. Τι πιο τρομακτικό από αυτό; Το αστείο είναι ότι το έχω ξαναπάθει με τις ταμπέλες. Στην πρεμιέρα του «AirHostess-737» στο Λοκάρνο, ο κόσμος άρχισε να γελάει κι εγώ είχα παγώσει. Νόμιζα ότι είχα αποτύχει. Τελικά, οι θεατές έβγαιναν με χαμόγελα και δάκρυα και η ταινία χαρακτηρίστηκε τραγικωμωδία. Δεν ήξερα ότι έκανα τραγικωμωδία! Ούτε με το «Αγόρι» ξεκίνησα να κάνω folk horror. Κι όμως, άλλοι το βλέπουν ως ελληνική τραγωδία, άλλοι ως κουίρ coming-of-age, άλλοι ως ταινία τρόμου. Και ξέρεις κάτι; Τα αγαπώ όλα αυτά! Μου αρέσει που η ταινία μπορεί να υπάρχει σε τόσο διαφορετικούς κόσμους. Αρκεί να μη χρειάζεται να διαλέξει μόνο έναν. Αν και, όπως φάνηκε στη Θεσσαλονίκη, μερικές ταμπέλες έχουν και συνέπειες! Πιστεύω ότι όλοι ανήκουμε σε συστήματα. Και όταν αλλάζει έστω ένα μέλος ενός συστήματος, αρχίζει σιγά σιγά να μετακινείται και το ίδιο. Όχι απαραίτητα γρήγορα, αλλά μετακινείται. Γι’ αυτό έχω κι εγώ ανάγκη να εξελίσσομαι, να εκφράζομαι και να μη μένω σιωπηλός. Είμαι αρκετά ρομαντικός ώστε να πιστεύω ότι έτσι μπορεί να αλλάξει ο κόσμος γύρω μου; Είμαι! Γι’ αυτό έγινα και καλλιτέχνης. Για μένα η τέχνη είναι πολιτική πράξη. Οφείλει να είναι, αλλιώς ας καθόμαστε να χαζεύουμε TikTok. Αυτό δεν σημαίνει ότι θέλω να κάνω ταινίες που κουνάνε το δάχτυλο. Πιστεύω ότι η καλή τέχνη μπορεί να μας μετακινήσει διακριτικά, σχεδόν υποσυνείδητα. Γι’ αυτό και η δική μου αφετηρία είναι πάντα να πω μια καλή ιστορία. Αν ο θεατής ταυτιστεί με έναν ήρωα που στην πραγματική ζωή ίσως να φοβόταν ή να απέρριπτε, τότε κάτι έχουμε καταφέρει.
— Πες μου για τους ηθοποιούς, τους δύο μικρούς πρωταγωνιστές, τη Σύρμω Κεκέ στον ρόλο της μαμάς και τον ρόλο-έκπληξη της Σοφίας Φιλιππίδου ως γιαγιάς. Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά που σε έκαναν να τους επιλέξεις;
Δεν μπορώ πια να φανταστώ άλλη μητέρα και άλλη γιαγιά για τον Πέτρο. Η Σοφία Φιλιππίδου έφερε αρχικά μια υπέροχη κωμική χροιά στον ρόλο της γιαγιάς Μαργαρίτας, που είναι και δήμαρχος αυτού του αλλόκοτου χωριού. Και η Σύρμω Κεκέ (Λεμονιά), που είναι πλέον και αγαπημένη μου φίλη, κατάφερε να γίνει ένα κινηματογραφικό alter ego της δικής μου μητέρας, με όλη την αγάπη, τον φόβο και τις αντιφάσεις της. Ο Γιώργος Καρύδης ως Πέτρος και ο Πάμπλο Σότο ως Αίμωνας συμπληρώνουν ένα καστ που ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν θα μπορούσα να φανταστώ. Και, φυσικά, χρωστάω πολλά στη Σοφία Δημοπούλου, την casting director μας, που μας βοήθησε να βρούμε αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους.

— Έχεις πει ότι ο Πέτρος είναι το alter ego σου, κατά κάποιον τρόπο. Τι σου επέτρεψε να πεις για τον εαυτό σου που δεν θα μπορούσες να πεις με μια ευθέως αυτοβιογραφική ιστορία;
Δεν πιστεύω ότι η ζωή μου ήταν τόσο σημαντική ώστε να γίνει αυτοβιογραφία. Πιστεύω όμως ότι όσα ένιωσα είναι αρκετά σημαντικά ώστε να γίνουν μια ιστορία που μπορεί να αφορά κι άλλους ανθρώπους. Ο Πέτρος μού επέτρεψε να μιλήσω για πολύ προσωπικά συναισθήματα, χωρίς να χρειάζεται να αφηγηθώ κυριολεκτικά τη ζωή μου. Μεγάλωνα εγώ, και μαζί μου μεγάλωνε και ο Πέτρος μου. Το σενάριο, που συνυπογράφουμε με τον σύζυγό μου, Γρηγόρη Σκαράκη, ξεκίνησε σχεδόν ως παιδικό παραμύθι. Μάλιστα, τότε πολλοί με ρωτούσαν αν ετοιμάζω ταινία animation! Δέκα χρόνια μετά, κάποιοι τη χαρακτηρίζουν folk horror. Μάλλον πέρασα στη σκοτεινή μου περίοδο, τι να πω! Ή ίσως η ιστορία εξελίχθηκε μαζί με τον κόσμο γύρω μας, που κι αυτός σκοτείνιασε αρκετά αυτά τα χρόνια. Συνειδητοποίησα πόσο βαθιά με έχει επηρεάσει η γιαγιά μου στην Ήπειρο και γενικότερα ο κόσμος της ελληνικής επαρχίας. Πόσο συχνά πίσω από τις λαϊκές δοξασίες, τη βασκανία και τον φόβο του αγνώστου κρύβεται τελικά ο φόβος για το διαφορετικό. Αλλά, κυρίως, επειδή αυτή είναι και μια ταινία για τη σχέση μου με τη μητέρα μου, μέσα από τη δημιουργία της έμαθα να την καταλαβαίνω λίγο καλύτερα. Και νομίζω ότι αυτό είναι από τα πιο πολύτιμα πράγματα που μου άφησε αυτή η δεκαετής διαδρομή.
— Η μουσική παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ταινία και το sound design είναι εκπληκτικό. Μίλησέ μου για τη σημασία που είχε για σένα ο ήχος και αυτό το μείγμα βαλκανικών παραδοσιακών μουσικών.
Εγώ πάντως συγκινούμαι κάθε φορά που ακούω την ταινία. Η Βάλια Τσέρου δημιούργησε ένα sound design που θα ζήλευε μέχρι και ο sound designer του «Lord of the Rings». Και ο Ίγκορ Βασίλεβ Nοβογκράντσκα, με την πρωτότυπη μουσική του και τις ηχογραφήσεις με συμφωνικές ορχήστρες, απογείωσε τον κόσμο του Πέτρου. Για μένα ο ήχος δεν συνοδεύει απλώς την εικόνα, είναι μέρος της αφήγησης και της υποκειμενικής εμπειρίας του ήρωα. Αλλά ξέρεις τι είναι πραγματικά μαγικό; Ότι αυτός ο κόσμος χτίστηκε από ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, με διαφορετικές κινηματογραφικές καταβολές. Από τη φωτογραφία του Τζόρτζε Αράμπασιτς και το μοντάζ του Παναγιώτη Αγγελόπουλου μέχρι τη σκηνογραφία της Δάφνης Καλογιάννη, τα κοστούμια της Χριστίνας Λαρδίκου και τη χρωματική επεξεργασία του Μάνθου Γ. Σάρδη. Και φυσικά, από την αγαπημένη μας παραγωγό Ιωάννα Μπολομύτη και τους διεθνείς συμπαραγωγούς μας, που έκαναν αυτήν τη συνάντηση εφικτή. Ξεκινάς με μια ιστορία μέσα στο κεφάλι σου και καταλήγεις να τη μοιράζεσαι με τόσους ανθρώπους, που στο τέλος γίνεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από εσένα. Αυτό είναι για μένα το σινεμά!
— Πότε θα δούμε την ταινία στις ελληνικές αίθουσες;
Ελπίζω σύντομα. Σίγουρα όχι μέσα στο 2026 πλέον, αλλά δουλεύουμε για να βρει τον δρόμο της προς το ελληνικό κοινό. Πιστέψτε με, κανείς δεν ανυπομονεί περισσότερο από εμένα να δει επιτέλους τον Πέτρο να επιστρέφει σπίτι.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.















