Ιρανοί αξιωματούχοι εκφράζουν ιδιωτικά την απαισιοδοξία τους για την επίτευξη συμφωνίας που θα τερμάτιζε τις εχθροπραξίες με την Ουάσινγκτον και θα επέτρεπε την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ πριν από τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές του Νοεμβρίου, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν το θέμα.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ορισμένες από τις οποίες ενημερώθηκαν από Ιρανούς αξιωματούχους και ζήτησαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους λόγω της ευαισθησίας του ζητήματος, Τεχεράνη και Ουάσινγκτον σημείωσαν ελάχιστη πρόοδο στις συνομιλίες που είχαν την περασμένη εβδομάδα στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Παράλληλα, το Ισλαμικό Καθεστώς θεωρεί εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόμενο κλιμάκωσης της σύγκρουσης μετά την κάλπη της 3ης Νοεμβρίου.
Σύμφωνα με το Bloomberg, στελέχη της ιρανικής ηγεσίας επαναλαμβάνουν σταθερά ότι είναι πρόθυμα να ακολουθήσουν τη διπλωματική οδό, δηλώνουν όμως ότι δεν εμπιστεύονται την κυβέρνηση Τραμπ πως θα τηρήσει τους όρους μιας ενδεχόμενης συμφωνίας.
Αντίστοιχη δυσπιστία απέναντι στην Τεχεράνη επικρατεί και στον Λευκό Οίκο, με τον Τραμπ να έχει εκφράσει στο παρελθόν αμφιβολίες για το αν είναι εφικτή οποιαδήποτε συμφωνία πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές
Συνεχίζονται οι συνομιλίες, αλλά δεν υπάρχει φως στον ορίζοντα
Η Ουάσινγκτον συνεχίζει τις εποικοδομητικές συζητήσεις με το Ιράν μέσω διαμεσολαβητών, ωστόσο δεν πρόκειται να υπάρξει συμφωνία αν δεν διευθετηθούν τα ζητήματα που αφορούν το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας, όπως δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος που μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι ο Τραμπ είναι διατεθειμένος να ελαφρύνει τις κυρώσεις σε βάρος του Ιράν και να αποδεσμεύσει δεσμευμένα κεφάλαια, ως αντάλλαγμα για ουσιαστικά βήματα στο πυρηνικό πεδίο.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, ο οποίος συναντήθηκε την περασμένη εβδομάδα με τους απεσταλμένους του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ, παραμένει στις ΗΠΑ για περαιτέρω διαβουλεύσεις που θα διεξαχθούν μέσω των διαμεσολαβητών των δύο πλευρών, όπως ανέφερε ενημερωμένη πηγή.
Ψάχνουν «φόρμουλα» για ένα καλύτερο μνημόνιο συνεργασίας
Οι βασικοί διαμεσολαβητές επιδιώκουν μια λύση διαφορετική από το λεγόμενο Μνημόνιο Κατανόησης που είχαν υπογράψει το Ιράν και οι ΗΠΑ στα μέσα Ιουνίου. Εκείνη η συμφωνία είχε οδηγήσει σε εκεχειρία και στη μερική αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στον Ορμούζ, κατέρρευσε όμως μέσα σε περίπου δύο εβδομάδες, πριν προλάβουν οι δύο πλευρές να σημειώσουν ουσιαστική πρόοδο προς μια μόνιμη ειρηνευτική διευθέτηση.
Το Πακιστάν και το Κατάρ έχουν αναλάβει τον πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο ως διαμεσολαβητές σε αυτές τις διακοπτόμενες συνομιλίες.
Το αρχικό Μνημόνιο δέχθηκε έντονη κριτική από Αμερικανούς πολιτικούς, οι οποίοι υποστήριξαν ότι προσέφερε υπερβολικά οικονομικά ανταλλάγματα στο Ιράν, κυρίως μέσω της άρσης κυρώσεων. Παράλληλα, το Ιράν συνέχισε να επιβάλλει περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα των Στενών, με τους όγκους των διελεύσεων να παραμένουν πολύ χαμηλότεροι από τα επίπεδα προ του πολέμου.
Η αμερικανική κυβέρνηση έχει διαμηνύσει στους διαμεσολαβητές ότι αυτή τη φορά απαιτεί από το Ιράν δεσμευτικές υποσχέσεις για το πλήρες άνοιγμα των Στενών, καθώς και υποχωρήσεις στο θέμα του πυρηνικού του προγράμματος, ανέφεραν δύο από τις πηγές.
Παραμένει «αγκάθι» το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν
Η Wall Street Journal είχε αποκαλύψει νωρίτερα ότι οι διαπραγματευτές πιέζουν την Τεχεράνη να συμβιβαστεί στο πυρηνικό της πρόγραμμα, ώστε να αναζωογονηθούν οι ειρηνευτικές συνομιλίες και να ικανοποιηθεί ο Τραμπ σε ένα ζήτημα που ο ίδιος θεωρεί απόλυτη προτεραιότητα.
Στην ομιλία του προς τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ την περασμένη εβδομάδα, ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε ότι η χώρα του δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, ξεκαθάρισε όμως ότι δεν πρόκειται να παραιτηθεί από το δικαίωμα ανάπτυξης της πυρηνικής τεχνολογίας για οικονομικούς και ειρηνικούς σκοπούς.
Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι έχει καταθέσει πρόταση για το άνοιγμα των Στενών εντός επτά ημερών, εφόσον η Ουάσινγκτον προχωρήσει σε συγκεκριμένες κινήσεις. Η ιρανική ηγεσία έχει καταστήσει σαφές ότι, για να υπάρξει οποιαδήποτε πρόοδος στη διέλευση περισσότερων πλοίων από τη ζωτική αυτή θαλάσσια οδό, οι ΗΠΑ πρέπει πρώτα να άρουν τον ναυτικό αποκλεισμό και τις κυρώσεις στο πετρέλαιο. Ο Τραμπ δήλωσε το Σάββατο ότι απέρριψε τη συγκεκριμένη πρόταση.
Η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας από τα τέλη Φεβρουαρίου, όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν τις πολεμικές επιχειρήσεις, έχει προκαλέσει πολιτική φθορά στον Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, στις οποίες το Δημοκρατικό Κόμμα αναμένεται ευρέως να καταγράψει σημαντικά κέρδη.
Με πληροφορίες από το Bloomberg















