Καμπαρετζού στο Ζέφυρο
Ο ήλιος πέφτει, πέφτει, τουλάχιστον υπάρχει μια υποψία φλερτ, όχι σπουδαία πράμματα
ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΟΛΑ ΜΑΖΙ, ορυμαγδός. Τα καλά ή τα κακά. Για να επανεμφανίζομαι, συμβαίνουν τα δεύτερα. ‘Όταν κανείς περνάει καλά, θα ήταν ηλίθιος να κάθεται να κάνει ποστ― πολυπόστ μάλιστα.
Όχι ότι ζούσα σε μια ακύμαντη ευτυχία, όσο απουσίαζα. Η ευτυχία είναι μια κορυφή, ελάχιστου εμβαδού, χωράει ένας, δύο στην καλλύτερη. Προϋποθέτει βράχια, χαράδρες, πλαγιές βιαίως προσπελάσιμες. Αλλά η μια αυτή στιγμή η σύντομη, που σε μεθάει, σε κάνει να ξεχνάς το σκοτωμό της αναρρίχησης. Μέχρι που δεν σε μεθάει πια.
Σηκώνω το γάντι, συνεχίζω. Ούτως ή άλλως, χάσαμε.
ΛOYΤΣΑ ΟΝ THE ROCKS
Τι γυρεύω εδώ πέρα; Στο βράχο του Απροαδόρ, όπως ηλιοβασίλεμα Σαντορίνης. Το έμφραγμα του υπερτουρισμού, είμαστε όλοι για λύπηση. Τα παιδάκια που ψάχνουν την εφίδρωση που είδαν στο ίνστα κι εμείς, οι ιδαλγοί του παρταόλα, που θέλουμε οι καρτ ποστάλ να υποστασιοποιούνται αποκλειστικά για πάρτη μας. Ο ήλιος πέφτει, πέφτει, τουλάχιστον υπάρχει μια υποψία φλερτ, όχι σπουδαία πράμματα― πού έχουν τα μυαλά τους τα παλιόπαιδα. Όλα ξεγοφιάζονται στις σέλφις, μετά συνέρχονται, κυρτώνουν μουτρωμένα και κοιτάνε τα πόδια τους ― λάθος· τα κινητά τους. Είναι αυτότ τώρα ωραίο; Λούτσα on the rocks.
•
Κλακ φιλμς για αποικιοκράτες Όποιος επικαλείται το λαϊκόν, ψεύδεται και τρώει.
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΑΘΜΟ ΤΟΥ ΡΑΜΣΗ στο Κάιρο, στη συνοικία του εμπορίου, οι αχθοφόροι μ΄έμπασαν σε ένα διάδρομο, πίσω από το εμπόρευμα, εκεί που έκαναν διάλειμμα να φάνε. Αν και ξυλάγγουρο κοινωνικότητας, τους έφτιαξα το κέφι, σα να μην είχαν ξαναδεί Έλληνα (που είχαν). Τσίμπησα τον κεφτέ από κουκιά σε αφράτη πίτα, νερό από ένα μεταλικό κανάτι, ένα για όλους, προσποιήθηκα τον ταπεινούλη. Ίσως και να ‘μουν. Δεν νοιώθω σύνδεση καμμιά, ούτε με τον κόσμο, που συναναστρέφομαι στην Αθήνα, φασέικο ή διανοούμενο ή και τα δυό, ούτε με τα λεγόμενα λαϊκά παιδιά, παρ’ ότι προέρχομαι από βαθέος εργατική οικογένεια και λούμπεν ρίζα. Έχω ξεχάσει όλα τα παιδιά που παίζαμε μαζί στα Γύφτικα, όχι γιατί είμαι κτηνάρα ή εγωϊστής ή μίστερ Ρίπλεϊ, αλλά επειδή έτσι είναι το πολύπλαγκτο κύμα της ζωής, σε ξεβράζει σε παραλίες ανείδωτες, γυμνό, λησμονημένο κι επιλήσμονα, μετά βίας θυμάμαι το πρόσωπο της μάνας μου, το ιερό κάπως. Θεωρώ κατάντια να πουλάς βιωματικά φύκια, όπως ο Εντουάρ Λουί, ασήμαντη λογοτεχνία που σε είκοσι χρόνια θα θεωρείται ανέκδοτο, μια πορνογραφική εκδοχή της (υπέροχης) Αρνώ, μια εκλαμπρότατη εκδοχή του Αυγούστου Κορτώ (τι όνομα ρε φίλε!), ενώ είσαι πια μια σκυλίτσα του εμπορίου, χωμένος στα κλισέ και κόβεις το δραματάκι σου σα σαλάμι αέρος ― άλλο βιβλίο η μαμά που τό ‘σκασε, άλλο βιβλίο η μαμά που της κάτσανε τα γεμιστά. Πώς τσιμπάει έτσι η ημιεγγράμματη χιψτεριά, πάντα μού ήταν μυστήριο. Και η δόλια Αριστερά; Φερετζές για διστακτικούς τυχοδιώκτες.
Όχι λοιπόν, δεν νοιώθω κανένα καημό γι’ αυτά τα αγόρια, πέραν του ότι ορισμένα είναι σέξι. Δεν ανήκω εδώ. Αλλά και πού ανήκω τελικά; Ιδέα δεν έχω. Και τους δημοσιογράφους σιχαίνομαι και τους διανοούμενους και τους λαϊκούς ανθρώπους που μόνο λαϊκοί δεν είναι πια ― το ίντερνετ έχει αφήσει στο υποσυνείδητό τους τα αβγά της γκλαμουριάς, όπως τα φίδι που έρπει στην κούνια του Ηρακλή. Υπουργοί και βίζιτες όλοι. Και το μπαγλαμαδάκι, ηλεκτροπόπ στο βάθος. Όποιος επικαλείται το λαϊκόν, ψεύδεται και τρώει.
Μουσική των σφαιρών με σφυροδρέπανα Βαλσάκι στη Μιμόζα
Μιλώντας για ευτυχία (ευτυχία δίχως αγάπη, διότι τελικά μόνο αυτό είναι η ευτυχία, η αγάπη, να κοιτάς κάποιον στα μάτια και να λιώνεις ενώ ταυτόχρονα λιώνει κι αυτός, χωρίς να περιμένεις να ξημερώσει ή να βραδιάσει) · αυτή η άλλη ευτυχία, η κάπως συμπαντική, το εγκαταλείπεσθαι στη Mουσική των Σφαιρών, λίγο αλλήθωρος από την έκσταση ― ναι, την γνώρισα κι αυτήν, όταν ήμουν νέος κι άπραγος στους αμπελώνες της νήσου μου. Ήταν αυτές οι καλύβες που τώρα εξέλειψαν κι αυτές οι εξέδρες στα λίγα παραθαλάσσια κεντράκια του Αργασιού, το Μιμόζα, το Ζέφυρος, πάνω στο νερό κιθάρες και σύνθι, μια σύνθεση αλλόκοτη πλην μελοδραματική, το βαλς που χόρεψαν οι μοιραίοι της ζωής σου, πριν χωρίσουν. Μιλώ σιβυλλικά, διότι έχω τσίπα, δεν είμαι καμμιά καμπαρετζού όπως ο Εντουάρ Λουί, εύκολα θα μπορούσα να σάς κάνω να δακρύσετε, τά ‘χετε κι εύκολα τα δάκρυα καριολίτσες.
Δεν ξέρω όμως τί νόημα έχει να μιλάω γι’ αυτά. Η Musica Universalis δεν παίζει Μπαχ. Μάλλον Λίγκετι και Χρήστου. Δεν έχει πιάνα εδώ· μόνο θεριζοαλωνιστικές και darts. Πού είναι το βαβά; Κάνε μα το μιμί, θα περάσει…
Ξαναπήγα στο Gem του Καΐρου. Δεν εξαντλείται. Κάθε φορά, νέο θάμβος. Αν και είναι οξύμωρο να μιλάς για θάμβος, ανάμεσα σε τόσο θάνατο. Είναι καλοί οι νεκροί όμως. Καθαροί από μικροπρέπειες ή logistics της χρείας. Μόνο ουσία και καρδιά. Αν και χωρίς καρδιά. ‘Αδειοι, με χρυσές ταινίες στα σπλάχνα και στο στήθος. Βλέμα απαθές που βλέπει πίσω σου, τον τύπο που η ανάσα του καίει τ’ αυτί σου. Αγρόν ηγόρασες, μπαμπέσα, έννοια σου και σου ‘ρχεται.















