H Κατρίν Ρινζέρ, η φωνή και το πρόσωπο των Rita Mitsouko, πέθανε σε ηλικία 68 ετών. Τα τρία παιδιά της ανακοίνωσαν ότι πέθανε τη νύχτα της 14ης Σεπτεμβρίου 2026 από καρκίνο που εξελίχθηκε ραγδαία.
Μαζί με τον σύντροφό της, κιθαρίστα και συνθέτη Φρεντ Σισέν, η Ρινζέρ είχε δημιουργήσει ένα από τα πιο ιδιαίτερα ντουέτα της γαλλικής μουσικής των τελευταίων δεκαετιών. Οι Rita Mitsouko δεν χωρούσαν εύκολα ούτε στην ποπ ούτε στο ροκ ή στο νιου γουέιβ, αλλά ούτε και στην παράδοση του γαλλικού τραγουδιού. Έπαιρναν στοιχεία από όλα αυτά, τα ανακάτευαν με φανκ, ηλεκτρονική μουσική, θέατρο, χορό και μόδα και τα παρουσίαζαν με μια σκηνική εικόνα τόσο έντονη, ώστε ήταν συχνά δύσκολο να ξεχωρίσεις πού τελείωνε το τραγούδι και πού άρχιζε η παράσταση.
Η Ρινζέρ γεννήθηκε το 1957 στο Συρέν, δυτικά του Παρισιού. Η μητέρα της ήταν αρχιτέκτονας και ο πατέρας της, Σαμ Ρινζέρ, Πολωνοεβραίος ζωγράφος της École de Paris και επιζών των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Η ιστορία του και η οικογενειακή μνήμη της εξόντωσης θα επέστρεφαν χρόνια αργότερα στη μουσική της, κυρίως στο «C’était un homme» του άλμπουμ Cool Frénésie.
Οι μουσικές που άκουγε από πολύ μικρή προμήνυαν την ελευθερία με την οποία θα κινούνταν αργότερα: Ουμ Καλσούμ, Μαρία Κάλλας και Ζορζ Μπρασένς μπορούσαν να συνυπάρχουν με τους Rolling Stones και τους Velvet Underground. Έγραφε ποιήματα, χόρευε, τραγουδούσε και έπαιζε θέατρο. Στα 15 της εγκατέλειψε το σχολείο και αφοσιώθηκε στη σκηνή. Έπαιξε σε μουσικοθεατρικές παραστάσεις, συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τον Μάικλ Λόνσντεϊλ και τον Armando Llamas και ήρθε σε επαφή ακόμη και με τον κόσμο της σύγχρονης μουσικής του Ιάννη Ξενάκη.
Η νεότητά της είχε και μια πολύ πιο δύσκολη πλευρά. Στα τέλη της εφηβείας της εμφανίστηκε, με διάφορα ψευδώνυμα, σε ερωτικές και πορνογραφικές ταινίες. Μίλησε δημόσια γι’ αυτή την περίοδο ήδη από τη δεκαετία του 1980, αρχικά με τον χαρακτηριστικά απότομο τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε συχνά τις ερωτήσεις για το παρελθόν της. Αργότερα επέστρεψε σε εκείνα τα χρόνια με διαφορετικούς όρους, μιλώντας και για μια σχέση ελέγχου και βίας.
Το παρελθόν αυτό χρησιμοποιήθηκε αρκετές φορές εναντίον της όταν οι Rita Mitsouko έγιναν διάσημοι. Η πιο γνωστή περίπτωση ήταν το 1986, στην εκπομπή Mon Zénith à moi, όταν ο Σερζ Γκενσμπούρ επιχείρησε να την ταπεινώσει δημόσια, αναφερόμενος στις πορνογραφικές ταινίες στις οποίες είχε εμφανιστεί. Η Ρινζέρ δεν εγκατέλειψε το πλατό και δεν δέχθηκε τον ρόλο που εκείνος επιχειρούσε να της επιβάλει. Το επεισόδιο έμεινε στην ιστορία της γαλλικής τηλεόρασης τόσο για τη χυδαιότητα του Γκενσμπούρ όσο και για την ψυχραιμία με την οποία εκείνη αρνήθηκε να ντραπεί για το παρελθόν της.
Μερικά χρόνια νωρίτερα είχε συμβεί η συνάντηση που θα καθόριζε τη ζωή της. Το 1979, στις πρόβες της ροκ όπερας Flashes rouges, γνώρισε τον Φρεντ Σισέν. Εκείνος είχε ήδη περάσει από διάφορα συγκροτήματα και σύντομα της πρότεινε να εγκαταλείψουν την προβληματική παραγωγή και να φτιάξουν το δικό τους σχήμα.
Στην αρχή δοκίμασαν διάφορους σχηματισμούς, ανάμεσά τους τους Sprats, αλλά σύντομα έμειναν οι δυο τους. Τον Νοέμβριο του 1980 εμφανίστηκαν στο Gibus του Παρισιού ως Rita Mitsouko. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 πρόσθεσαν το «Les» στο όνομα, επειδή μεγάλο μέρος του κοινού πίστευε ότι Rita Mitsouko ήταν το όνομα της ίδιας της τραγουδίστριας.
Σύντομα υπέγραψαν στη Virgin, παρότι οι πρώτες κυκλοφορίες τους δεν γνώρισαν ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία. Το 1984 κυκλοφόρησε το πρώτο τους άλμπουμ, Rita Mitsouko. Και ύστερα ήρθε το τραγούδι που άλλαξε τα πάντα.
Το «Marcia Baïla» γράφτηκε για τη χορεύτρια και χορογράφο Marcia Moretto, με την οποία είχε συνεργαστεί η Ρινζέρ και η οποία πέθανε νέα από καρκίνο. Ήταν στην ουσία ένα τραγούδι για τον θάνατο που ακουγόταν σαν έκρηξη ζωής. Το 1985 έγινε τεράστια επιτυχία, πούλησε περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα και έφερε τους Rita Mitsouko στο κέντρο της γαλλικής ποπ.
Εξίσου σημαντικό ήταν το βίντεο κλιπ που σκηνοθέτησε ο Φιλίπ Γκοτιέ: έντονα χρώματα, ζωγραφική, χορός, αλλόκοτα κοστούμια, θεατρικές χειρονομίες και μια Ρινζέρ που δεν έμοιαζε με καμία συμβατική ποπ σταρ. Ο Ζαν-Πολ Γκοτιέ ήταν από τους ανθρώπους της μόδας που κατάλαβαν πολύ νωρίς τι έκαναν οι Rita Mitsouko. Η μόδα θα έμενε έκτοτε βασικό μέρος του κόσμου τους. Τα ρούχα δεν ήταν απλώς κάτι που φορούσαν πάνω στη σκηνή· ήταν μέρος της ίδιας γλώσσας με τον ήχο, τον χορό και την εικόνα.
Ακολούθησαν τα άλμπουμ The No Comprendo, Marc & Robert, Système D και Cool Frénésie και τραγούδια όπως τα «Andy», «C’est comme ça» και «Les Histoires d’A.». Συνεργάστηκαν με τους Sparks και τον Ίγκι Ποπ, ενώ στην παραγωγή δούλεψαν και με τον Τόνι Βισκόντι. Σκηνοθέτες όπως ο Ζαν-Μπατίστ Μοντινό και ο Φιλίπ Γκοτιέ συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας οπτικής γλώσσας που αναγνωριζόταν αμέσως.
Στο κέντρο, όμως, βρίσκονταν πάντα οι δυο τους. Ο λιγνός, σχεδόν ακίνητος Σισέν με την κιθάρα και δίπλα του η Ρινζέρ, που τραγουδούσε με ολόκληρο το σώμα: άλλαζε φωνές, γκριμάτσες και στάσεις, περνούσε από την κραυγή στον ψίθυρο και από την κωμωδία στην απειλή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Οι συναυλίες τους έμοιαζαν συχνά περισσότερο με θεατρικές παραστάσεις παρά με συμβατικά ροκ λάιβ.
Αυτή ακριβώς η ελευθερία έκανε τους Rita Mitsouko δύσκολο να ταξινομηθούν ακόμη και μέσα στη Γαλλία των ’80s. Δεν ανήκαν πραγματικά ούτε στην κλασική παράδοση του γαλλικού τραγουδιού ούτε στο εναλλακτικό ροκ ούτε στη νέα, κομψή ποπ της εποχής. Είχαν ανοίξει έναν δικό τους χώρο, όπου το γκροτέσκο μπορούσε να συνυπάρχει με την κομψότητα και ένα τραγούδι για τον καρκίνο μπορούσε να γίνει χορευτική επιτυχία.
Η κοινή τους πορεία διακόπηκε απότομα το 2007, όταν ο Φρεντ Σισέν πέθανε στα 53 του χρόνια. Ήταν ο σύντροφός της επί σχεδόν τρεις δεκαετίες και πατέρας των τριών παιδιών τους, της Ginger Romàn, της Simone Ringer και του Raoul Chichin. Οι Rita Mitsouko τελείωσαν μαζί του.
Η Ρινζέρ, όμως, συνέχισε.
Ολοκλήρωσε τις εμφανίσεις που είχαν ήδη προγραμματιστεί και σταδιακά άρχισε τη δική της πορεία. Το 2011 κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό της άλμπουμ, Ring n’ Roll, και την επόμενη χρονιά τιμήθηκε ως γυναίκα ερμηνεύτρια της χρονιάς στα Victoires de la Musique.
Αργότερα συνεργάστηκε με τον Εδουάρδο Μακαρόφ και τον Κριστόφ Μίλερ των Gotan Project στο Plaza Francia, σε ένα ακόμη μουσικό εγχείρημα όπου το τάνγκο, η ποπ και η ηλεκτρονική μουσική μπορούσαν να συναντηθούν χωρίς να χρειάζεται να διαλέξει πλευρά.
Δεν απομακρύνθηκε ποτέ, ωστόσο, από το ρεπερτόριο που είχε δημιουργήσει με τον Σισέν. Από τα τέλη της δεκαετίας του 2010 επέστρεψε συστηματικά στα τραγούδια των Rita Mitsouko, μέσα από συναυλίες που τα σύστησαν και σε ένα κοινό που δεν είχε ακόμη γεννηθεί όταν το «Marcia Baïla» μεσουρανούσε στα γαλλικά τσαρτ.
Η απώλεια του Σισέν δεν έγινε ποτέ ένα κεφάλαιο που έκλεισε. Σε συνέντευξή της το 2024 είχε μιλήσει για τις επετείους του θανάτου του και για την αίσθηση ότι εκείνες τις ημέρες έχανε σχεδόν όλη της την ενέργεια. Την ίδια στιγμή αρνιόταν να βλέπει τη ζωή ως μια αδιάκοπη αναζήτηση της ευτυχίας: χωρίς τα κάτω, έλεγε, δεν θα υπήρχαν ούτε τα πάνω.
Παρέμενε ενεργή μέχρι τους τελευταίους μήνες της ζωής της. Στα τέλη Ιουνίου του 2026 ανακοίνωσε ότι αναγκαζόταν να ακυρώσει μια μουσική ανάγνωση στη Maison de la Poésie στο Παρίσι επειδή είχε χάσει τη φωνή της. Λιγότερο από τρεις μήνες αργότερα, τα παιδιά της ανακοίνωσαν τον θάνατό της.
Με τη Ρινζέρ χάνεται και το δεύτερο μισό ενός ντουέτου που δεν έγραψε απλώς μερικά από τα γνωστότερα γαλλικά τραγούδια της δεκαετίας του ’80. Οι Rita Mitsouko έδειξαν ότι ένα ποπ συγκρότημα μπορούσε να είναι ταυτόχρονα αστείο και σκοτεινό, λαϊκό και εξεζητημένο, όμορφο και άσχημο, θεατρικό και ωμό.
Η Κατρίν Ρινζέρ παρέμεινε μέχρι τέλους αυτό που υπήρξε από την αρχή: μια καλλιτέχνιδα για την οποία η ελευθερία δεν ήταν ούτε εικόνα ούτε σύνθημα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο υπήρχε πάνω στη σκηνή.
Με στοιχεία από Le Monde,Libération















