Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Κλεφτοκοτάδες | LiFO


Ritchy Thibault

Κλεφτοκοτάδες

Ο πρώτος πολιτικός κρατούμενος του μαθητικού κινήματος στη Γαλλία ονομάζεται Ritchy Thibault, είναι νεαρός Τσιγγάνος και εξυμνεί σε ένα βιβλίο του τους κλεφτοκοτάδες


“Φυλάκιση του Ritchy Thibault: Μήπως η Γαλλική Δημοκρατία ξέχασε την ιστορία της;
Στις 1 Οκτωβρίου 2026, μπροστά από ένα λύκειο του Σεν Ντενί, ο Ritchy Thibault, 22χρονος φοιτητής στο δεύτερο έτος του μεταπτυχιακού προγράμματος ανθρωπολογίας στη Σχολή Ανώτατων Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες (EHESS), πήρε τον λόγο μπροστά σε κινητοποιημένους μαθητές λυκείου, καλώντας σε δημιουργία “οδοφραγμάτων” και σε “επανάσταση”. Για τα λόγια αυτά, ο Ritchy Thibault βρίσκεται σήμερα έγκλειστος στη φυλακή του Φλερί-Μεροζίς, εν αναμονή της δίκης του που έχει οριστεί για τις 9 Δεκεμβρίου 2026.

Από το 2024, αυτός ο νεαρός ακτιβιστής αποτελεί αντικείμενο πολλαπλών δικαστικών διαδικασιών και αστυνομικών παρεμβάσεων. Τον Φεβρουάριο του 2024, τέθηκε υπό αστυνομική κράτηση αφού απευθύνθηκε στον Εμανουέλ Μακρόν στη Γεωργική Έκθεση. Τον Φεβρουάριο του 2026, τέθηκε ξανά υπό αστυνομική κράτηση μετά από μια ομιλία του κατά τη διάρκεια μιας αντιαποικιακής διαδήλωσης. Αρκετές μηνύσεις έχουν επίσης κατατεθεί εναντίον του από πολιτικούς αξιωματούχους, ιδίως της ακροδεξιάς, αλλά και από εκπροσώπους του κράτους. Αυτή η συσσώρευση διαδικασιών αντανακλά μια μορφή εμμονικής δίωξης εναντίον ενός ακτιβιστή του οποίου οι θέσεις ενοχλούν.

Μια ευρεία ομάδα πανεπιστημιακών και προσωπικοτήτων του πνευματικού κόσμου (μεταξύ των οποίων ο ανθρωπολόγος Didier Fassin, η ιστορικός Ludivine Bantigny, ο φιλόσοφος Étienne Balibar, κ.α.) που ανησυχούν για τις δημόσιες ελευθερίες, καλεί σε κινητοποίηση για την απελευθέρωσή του”.

[Απόσπασμα από το κάλεσμα διαμαρτυρίας]
 

Ritchy Thibault | Voleurs de poules ! Combattre l’antitsiganisme. Εκδ. Libertalia (2026), 104 σελ.

Κλεφτοκοτάδες Facebook Twitter
Ο Ritchy Thibault ανάμεσα σε μαθητές Λυκείου σε μία πρόσφατη διαμαρτηρία. Φωτ. lundimatin#536

 

lundimatin [podcast] : Υπάρχουν πολλά πράγματα να ειπωθούν. Ας ξεκινήσουμε ίσως από το ζήτημα της κλοπής και από τον τίτλο εδώ αυτού του βιβλίου, Κλεφτοκοτάδες.

‘Οταν σε μια κοινωνία σε αποκλείουν εντελώς από το να μπορείς να καλύψεις τις ανάγκες σου και όταν σε φέρνουν σε κατάσταση απόλυτης εξαθλίωσης, τότε χρησιμοποιείς τα μέσα που έχεις στη διάθεσή σου για να ζήσεις και να τα βγάλεις πέρα. Και έτσι, σε καιρούς μεγάλης πείνας, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που κλέβουν, συμπεριλαμβανομένων και των Τσιγγάνων.

Αλλά υπάρχουν άνθρωποι που κλέβουν όχι επειδή βρίσκονται σε κατάσταση ένδειας, αλλά που κλέβουν έχοντας μια πρακτική της κλοπής, ή ορθότερα μια πρακτική βιοπορισμού, με εγγενή αξία και ηθική υπόσταση. Και αυτό συμβαίνει με πολλούς ταξιδευτές [στα γαλλικά gens du voyage -σ.σ.]. Και εγώ είμαι πολύ περήφανος που ανήκω σε αυτούς που κλέβουν κότες, χαλκό, “sunakai”, δηλαδή χρυσό όπως λέμε εμείς, παρά σε αυτήν την κοινωνία και αυτό το κράτος που εγώ χαρακτηρίζω ως κλέφτες ζωών, που κλέβουν τις ζωές μας.

Δηλαδή, εμείς μπορεί να τους κλέβουμε τις κότες τους, μπορεί να τους κλέβουμε τα οικογενειακά τους κειμήλια, αλλά αυτοί κλέβουν τη ζωή των δικών μας ανθρώπων ή τουλάχιστον συναινούν στο να αφαιρείται η ζωή των δικών μας. Και επομένως, αυτή η πρακτική της κλοπής ως μια κατεξοχήν ηθική βιοποριστική πρακτική, είναι κάτι που υπάρχει σε μάς και για το οποίο είμαι πολύ περήφανος.

Προσοχή όμως, δεν λέω καθόλου, ας είμαστε πολύ ξεκάθαροι, ότι όλοι οι ταξιδευτές το κάνουν αυτό. Υπάρχουν κάποιοι που το κάνουν και είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό. Υπάρχουν άλλοι που το απεχθάνονται και δεν συμφωνώ μαζί τους. Βλέπετε, έχουμε διαφωνίες, δεν το κάνουν και λένε πως “αυτό είναι χάλια, δεν είναι ωραίο να το κάνεις”. Υπάρχουν πολλοί Τσιγγάνοι που λένε ότι δεν πρέπει να κλέβεις, ότι δεν είναι σωστό. Εγώ σας λέω, υπάρχουν επίσης πολλοί Τσιγγάνοι που κλέβουν και λένε “καλά κάνουμε”, και εγώ επιτρέπω στον εαυτό μου να πει ότι είναι και πολύ ηθικό.

Γιατί; Λοιπόν, για πολλούς λόγους. Είναι κλεφτοκοτάδες. Είναι επίσης αυτό που ο Marius Jacob [Γάλλος αναρχικός -σ.σ.] ονόμαζε “εργάτες της νύχτας”. Είναι επίσης αυτό που ο Kendji Girac [Γάλλος τραγουδιστής από οικογένεια Καταλανών Τσιγγάνων -σ.σ.] αποκαλεί σε ένα από τα τραγούδια του με τίτλο Jamais trop tard (Ποτέ δεν είναι αργά), “χρυσοθήρες”. Κι εμένα μου αρέσει πολύ αυτή η έκφραση, επειδή στην πραγματικότητα πρέπει να έχεις ένα απίστευτο ταλέντο, πρέπει να είσαι μια πραγματική ιδιοφυΐα. Εγώ γνωρίζω πολλούς άνδρες που βγαίνουν στη γύρα (qui vont chiner)

Η λέξη chiner προέρχεται αρχικά από τα ρομανί. Και όταν λέμε ότι κάποιος πάει να “σινάρει”, σημαίνει σε μάς ότι κάποιος πάει να δουλέψει και άρα, πώς να το πω, πάει gave [βγαίνει από τον καταυλισμό για να πάει στο χωριό ή στην πόλη -σ.σ.] όπως θα έλεγαν μερικοί. Και έτσι, όταν βγαίνεις στη γύρα, για κάποιους μπορεί να σημαίνει να γυρίζεις τα σπίτια πόρτα-πόρτα, προσπαθώντας να πουλήσεις κάτι, οτιδήποτε, και για άλλους σημαίνει να πας να κλέψεις. Αλλά μπορώ να σας πω ότι το να πας να κλέψεις είναι μια τέχνη, και πέρα από τη βιοτεχνική και καλλιτεχνική πρακτική της κλοπής, υπάρχει ακόμα, νομίζω πολύ απλά, και μια διάσταση που είναι μια μαγική διάσταση. Δηλαδή, όταν βρίσκεστε μέσα σε ένα σπίτι, και υπάρχει ένας αστός, μία αστή που κρύβει με πολύ ταλέντο αυτό που της είναι το πιο πολύτιμο στον κόσμο, δηλαδή τα κοσμήματά της και τα χαρτονομίσματά της, το κάνει καλά, ξέρετε. Μπορεί να το κάνει μέσα σε ένα βάζο στο ψυγείο της, μπορεί να το κάνει σε ένα μέρος πάρα πάρα πολύ απίθανο να βρεθεί. Και η μαγεία είναι εκεί, είναι σε αυτή την ικανότητα να μπορείς να βρεις το πράγμα. Εγώ σας θέτω προκλήσεις, μπαίνετε σε ένα σπίτι, και κάντε το.

Λοιπόν, πρέπει να γίνει και πρέπει να αποφύγεις να αφήσεις το DNA σου και τα λοιπά. Πρέπει να έχει κανείς έτοιμες ένα σωρό κομπίνες, πρέπει να ελέγξει αν υπάρχει συναγερμός, κάμερα, πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός, έτσι δεν είναι; Ειδικά τώρα που σε αυτή τη χώρα του δοσολογισμού, υπάρχουν και αυτά τα σκηνικά με τους άγρυπνους γείτονες. Τέλος πάντων, να είστε προσεκτικοί, αλλά εσείς αν θέλετε να το κάνετε, κάντε το. Μπαίνετε στο σπίτι και λοιπόν εγώ σας προκαλώ να βρείτε ό,τι έχει αξία, ίσως και χρήματα, και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είναι πολύ περίπλοκο, αλλά σε μάς υπάρχουν κάποιοι που τα καταφέρνουν πολύ καλά. Και γιατί λέω ότι υπάρχουν κάποιοι που τα καταφέρνουν πολύ καλά; Επειδή το άκουσα από δικούς μας ανθρώπους, αλλά και επειδή το είδα σε αστυνομικές εκθέσεις, υπήρξε, ξέρετε, αμέσως μετά τον πόλεμο μια επιτροπή μελέτης για την εγκληματικότητα των νομάδων και των ταξιδευτών. Ε λοιπόν, υπάρχουν εκθέσεις που είναι απολαυστικές. Μάζεψα μερικές από τα εθνικά αρχεία τις προάλλες. Υπάρχουν αρκετές στα νομαρχιακά αρχεία. Υπάρχει και μία που μου είχε δείξει η Λίζα ακριβώς όταν το συζητούσαμε, σε έναν νομό η χωροφυλακή είχε ταξινομήσει τους τύπους κλοπής ανάλογα με τις οικογένειες των ταξιδευτών.

Λοιπόν, τέλος πάντων, εγώ όλα αυτά τα λέω για να δείξω ότι το να καταφέρνεις να βρίσκεις τα πολύτιμα αντικείμενα είναι μια τέχνη, και μάλιστα νομίζω ότι είναι ως ένα βαθμό και μαγεία. Και γιατί είναι ηθικό; Επειδή εγώ θα προτιμούσα χίλιες φορές έναν οικογενειάρχη που πάει να “κλέψει το χρυσό” από αστούς που το αφήνουν στο συρτάρι τους και το φοράνε μόνο σε μεγάλες περιστάσεις, ή να κλέψει χαρτονομίσματα που σαπίζουν μέσα σε ένα στρώμα, για να δώσει χαρά στα παιδιά του και να τα πάει σε ένα εστιατόριο. Εμείς δεν συσσωρεύουμε, δεν αποθηκεύουμε. Όταν κάποιοι βουτάνε λεφτά, τα ξοδεύουν αμέσως, ακαριαία, και μετά επιστρέφουμε στη φτώχεια. Αλλά θα πας να ξαναπάρεις, θα ξανασερβιριστείς. Αυτό μου λέει ο Michel Gigman βλέπεις. Μου είπε, όταν του μίλησα γι’ αυτόν τον ταξιδευτή που είναι φυλακισμένος, μου είπε: “Δεν ήθελαν να μας δώσουν τίποτα, αλλά εγώ σερβιρίστηκα μόνος μου“. Και το λέει με έναν πολύ όμορφο τρόπο.

Τι θέλω να πω με αυτό: γιατί είναι ηθικό κατά τη γνώμη μου; Επειδή στην πραγματικότητα εγώ, απλά δεν έχω δει ποτέ ένα χρηματοκιβώτιο να ακολουθεί μια νεκροφόρα. Καταλαβαίνεις τι λέω. Και αυτό που θέλω να πω με αυτό, είναι ότι για μένα, όταν δεν χρησιμοποιείς κάτι που μπορεί να επιτρέψει σε κάποιον άλλον να φάει, τότε λυπάμαι πολύ φιλαράκο μου, έρχομαι και σερβίρομαι μόνος μου και αυτό είναι απολύτως θεμιτό, πρέπει να γίνεται και προτρέπω να γίνεται και θα έπρεπε όλοι να το κάνουμε και να οργανωθούμε για να το κάνουμε, με πολλή πονηριά επίσης, έτσι; Αλλά, να, λοιπόν, γι’ αυτό το λόγο, ζήτω οι κλεφτοκοτάδες.

Είναι, ας πούμε ένας πιο σύντομος δρόμος για το “όλα για όλους”.

Ναι, μπορούμε να το πούμε και έτσι. Και μάλιστα, πέρα από αυτό, οι άνθρωποι όταν το κάνουν… εγώ έρχομαι να σας κάνω αυτή την κουβέντα επειδή αυτά σκέφτομαι με αφορμή τη δική μου κατάσταση. Αναρωτιέμαι για την κατάστασή μου, για όσα έζησα, για τους δικούς μου, καταλαβαίνεις, τη φυλάκιση των δικών μου, της οικογένειάς μου κλπ. Δηλαδή, όταν είσαι παιδί και βλέπεις τον πατέρα σου να στέλνεται στη φυλακή με τρόπο συστημικό, συστηματικό, κλπ., ε, αναρωτιέσαι για όλα αυτά με τον καιρό και αναρωτιέσαι γιατί και πώς έζησες και χάρη σε τι τράφηκες, και έτσι στο τέλος προσπαθείς να τα αναλύσεις και να τα σκεφτείς όλα αυτά, τουλάχιστον εγώ. Αλλά οι άνθρωποι στην πραγματικότητα δεν λένε αυτά τα πράγματα. Οι άνθρωποι απλά αρκούνται στο να ζουν και αυτό είναι μια χαρά έτσι. Δεν έχουν έναν λόγο σαν τους μικροαστούς που ψάχνουν για συγκινήσεις και θέλουν να είναι συνεπείς με την ιδεολογία τους, οι οποίοι θα πάνε να κλέψουν σε ένα σούπερ μάρκετ ενώ έχουν γεμάτο τραπεζικό λογαριασμό, έτσι για το στυλ. Όχι, οι άνθρωποι το κάνουν επειδή έτσι ζουν, αυτό είναι όλο. Δεν υπάρχει εδώ τίποτα το θεωρητικοποιημένο ή το ιδεολογικό. Είναι ο τρόπος ζωής τους. Είναι αυθόρμητο, καταλαβαίνεις. Είναι επίσης και πολύ ευγενές.

Δεν έχουν έτοιμο έναν λόγο για την ιδιωτική ιδιοκτησία, την ιερότητα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας…

Στην πραγματικότητα, είναι κάτι, να, δεν είναι θέμα φύσης ούτε… είναι μάλλον θέμα αυθορμητισμού, είναι ότι έχεις κάποιους γέρους με ένα πόδι στον τάφο που αποταμιεύουν τα λεφτά τους, καταλαβαίνεις, που δεν τα κάνουν τίποτα, ε, επόμενο είναι, σερβίρεσαι επειδή εσύ έχεις μια οικογένεια που θέλεις να θρέψεις, που θέλεις να της δώσεις χαρά, και δεν πρόκειται να τα βάλεις αυτά κάτω από το στρώμα σου. Όχι, θα ξεκινήσεις να πας στη θάλασσα, όποια μέρα της εβδομάδας κι αν είναι, δεν θα περιμένεις το Σαββατοκύριακο. Το Σαββατοκύριακο είναι κάτι που επίσης δεν υπάρχει. Καταλαβαίνεις, σε μάς, αν θέλεις, η σχέση με τον χρόνο –όπως έλεγα για την οικογένεια με τον παιδικό σταθμό και τους οίκους ευγηρίας που δεν υπάρχουν– με το Σαββατοκύριακο είναι το ίδιο πράγμα. Θέλεις να φύγεις μεσοβδόμαδα, φεύγεις μεσοβδόμαδα. Εγώ θυμάμαι όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο, τους γονείς μου που έρχονταν με κάτι μεγάλες τσάντες στο αυτοκίνητο να με πάρουν μεσοβδόμαδα από το νηπιαγωγείο και φεύγαμε για να πάμε να δούμε την οικογένειά μας, καταλαβαίνεις. Ναι, είναι όποτε μας έρχεται η επιθυμία. Υπάρχουν πραγματικά τρόποι ύπαρξης στον κόσμο που είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι με αυτή την κυρίαρχη κοινωνία. Και δεν το λέω, δεν είμαι εδώ για να πω ότι είναι καλύτερα, λέω ότι έτσι είναι σε μάς και είναι εντάξει και αυτό είναι όλο.

 

Κλεφτοκοτάδες Facebook Twitter
Φωτ. Amaury Cornu/ AFP

 

Alain Brossat
Ici et Ailleurs, association pour une philosophie nomade – 04.10.2010
 

Είμαστε όλοι Ρουμάνοι κλεφτοκοτάδες
 

[…] Εκείνοι τους οποίους το μπούνκερ ασφαλείας επιμένει να βλέπει σαν κυνηγετικά τρόπαια υπό το όνομα “Ρομά” ή “Ταξιδευτές” παρουσιάζουν επίσης όλα τα απαιτούμενα προσόντα για να προαχθούν στη βαθμίδα των κατ’ εξοχήν παρασίτων. Δεν είναι τωρινό το γεγονός ότι η σύνδεσή τους με το μοτίβο του “ταξιδιού” (της αδιάκοπης και ανεξέλεγκτης μετακίνησης), η α-εδαφικότητά τους, η πεποίθησή τους ότι η γη δεν ιδιοποιείται, η προσκόλλησή τους στην ελευθερία κίνησης, η απόρριψη της τυφλής λατρείας της εργασίας, μισθωτής ή άλλης, τους καθιστούν υπόπτους στα μάτια του κράτους και των καθεστηκυίων εξουσιών: ακόμη κι αν είναι Γάλλοι, είναι πολίτες υπό όρους, στους οποίους επιβάλλονται ειδικές υποχρεώσεις (δελτίο κυκλοφορίας, βιβλιάριο κυκλοφορίας…). Η ισχύς των προκαταλήψεων που είναι ευρέως διαδεδομένες στον πληθυσμό και τους θέλουν νομάδες που ζουν από μικρές και μεγάλες κλεψιές συναντά την αδράνεια των τοπικών αρχών που αρνούνται να τους παραχωρήσουν τα δικαιώματά τους – όσον αφορά για παράδειγμα τους χώρους στάθμευσης που τους αναλογούν. Το πολιτικό κόλπο που επινόησε ο κοντινός κύκλος του Σαρκοζί το καλοκαίρι του 2010 συνίστατο στο να νομιμοποιήσει ως επίσημη πολιτική, ως ύψιστο κυβερνητικό καθήκον και ως κατεπείγουσα κρατική ανάγκη, όλη αυτή τη δυσοσμία και τις προαιώνιες προκαταλήψεις που αναπαράγονται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, γύρω από το μοτίβο του Τσιγγάνου-Ρομά-Μανούς-Μποέμ (κλπ. – η ποικιλία και η ασάφεια των ονομασιών ταιριάζουν απόλυτα με τον αόριστο και απροσδιόριστο χαρακτήρα της φήμης, που αποτελεί και τον βασικό όρο για τη μακροβιότητά της) ιδωμένου ως του ανέκαθεν παρασίτου. Οι αρχές οι οποίες, συστηματικά, εξορίζουν και μαντρώνουν τους “ταξιδευτές” στην περιφέρεια των αστικών κέντρων, δίπλα σε χωματερές και ανισόπεδους κόμβους αυτοκινητοδρόμων, έτειναν συνεχώς, με αυτή τη μέθοδο, να επικυρώνουν τη λαϊκή προκατάληψη που βλέπει στον “νομάδα” αν όχι έναν υπάνθρωπο, τουλάχιστον ένα ον διαφορετικό και κατώτερο ή “υποβαθμισμένο” από την άποψη της ανθρώπινης “ποιότητας”, μη αφομοιώσιμο, που πρέπει να κρατιέται σε απόσταση· ο τρόπος ζωής του τον εγκαθιστά πράγματι σε μια ασαφή τοπογραφία που τον προορίζει να ζει ή να επιβιώνει, με έναν τρόπο που τείνει αλάθητα να τον ζωοποιεί, σε ακαθόριστα no man’s lands, ανάμεσα σε έναν σωρό σκουπιδιών, ένα ποτάμι και έναν τσιμεντένιο τοίχο…

Ωστόσο, το “κόλπο” που επιχείρησαν οι πυρομανείς της κυβέρνησης κατά το καλοκαίρι του 2010 κάνει την προκατάληψη και τη διάκριση να περάσουν σε ένα καθοριστικό επίπεδο: προβάλλει το συνηθισμένο, το λανθάνον, το ανομολόγητο στην καρδιά των δημόσιων χώρων, μετατρέποντας το “παράσιτο” σε φιγούρα, σε κεντρικό χαρακτήρα της πολιτικής και της διακυβέρνησης των ζωντανών, αίροντας όλες τις αναστολές που, μέχρι τότε, απαγόρευαν να υποδεικνύονται ανοιχτά “αυτοί οι άνθρωποι” ως γεννημένοι ένοχοι, ως κατ’ εξοχήν αποδιοπομπαίοι τράγοι. Το μόνο που λείπει από αυτή την επανεγκατάσταση της φιγούρας του παρασίτου στο επίκεντρο των πολιτικών αναπαραστάσεων είναι το ίδιο το όνομα του πράγματος, στην απόλυτη σαφήνειά του – κι αυτό για τους λόγους που προαναφέρθηκαν: οι σύγχρονες δημοκρατίες, όταν διώκουν και κυριεύονται από την θανατερή ενόρμησή τους, συνεχίζουν να υπόκεινται στον πρωταρχικό, θεμελιώδη περιορισμό που τους επιβάλλεται: να ενεργούν με τέτοιο τρόπο ώστε να μην σβήσουν εντελώς τα όρια που τις διακρίνουν από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του παρελθόντος.

‘Ενα σύνορο σχηματίζεται λοιπόν στο παρόν μας, ή μάλλον, μια επικαιρότητα υφασμένη γύρω από το μοτίβο του παρασίτου. Όπως συμβαίνει συχνά, το στίγμα ζητά απλώς να ανατραπεί, να γίνει κτήμα, προκειμένου να μορφοποιηθεί μια αντιστεκόμενη υποκειμενικότητα. Αποσπασμένη δραστικά από τη βλακεία, η παρασιτική κατάσταση αναπτύσσεται εκ νέου στο πεδίο μιας πολιτικής η οποία, για μία ακόμη φορά, μας καταδικάζει στη συνθήκη κληρονόμων χωρίς διαθήκη – “Είμαστε όλοι Ρουμάνοι κλέφτες κλεφτοκοτάδες!”
 

N.B. Το “πολιτικό κόλπο” (ή επικοινωνιακός αντιπερισπασμός) αφορά την απόφαση για τη μαζική απέλαση των Ρομά και τη διάλυση των καταυλισμών τους στη Γαλλία το καλοκαίρι του 2010. Το καλοκαίρι του 2010, η κυβέρνηση Σαρκοζί βρισκόταν σε δεινή θέση λόγω της “Υπόθεσης Μπετανκούρ”. Υπήρχαν σοβαρές καταγγελίες για παράνομη χρηματοδότηση του κόμματός του με φακέλους μετρητών από την πλούσια κληρονόμο της L’Oréal, γεγονός που είχε ρίξει τη δημοτικότητα του προέδρου στο ιστορικό χαμηλό του 26%. Με τη βοήθεια των συμβούλων του, ο Σαρκοζί επέλεξε να στρέψει τη δημόσια συζήτηση από τη διαφθορά στα παραδοσιακά “προνομιακά” θέματα της δεξιάς, όπως η δημόσια ασφάλεια, η εγκληματικότητα και η μετανάστευση. Στα τέλη Ιουλίου 2010, μετά από ταραχές σε μια κοινότητα, ο Σαρκοζί εκφώνησε έναν σκληρό λόγο στην Γκρενόμπλ. Ανακοίνωσε το κλείσιμο εκατοντάδων παράνομων καταυλισμών και τη μαζική απέλαση Ρομά (κυρίως από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία), χαρακτηρίζοντας τους καταυλισμούς ως “εστίες εγκληματικότητας”.

Το “κόλπο” αυτό πέτυχε να αλλάξει τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, αλλά προκάλεσε τεράστια διεθνή κατακραυγή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατηγόρησε τη Γαλλία για διακρίσεις, ενώ η τότε Επίτροπος Δικαιοσύνης, Βίβιαν Ρέντινγκ, συνέκρινε τις μεθόδους της γαλλικής κυβέρνησης με τις εκτοπίσεις πληθυσμών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, προκαλώντας μια από τις μεγαλύτερες διπλωματικές κρίσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκείνη τη χρονιά.

[Wikipedia]



Πηγή: www.lifo.gr