Μεταξύ «Σωσμένου» και «Βακχών», η Λένα Κιτσοπούλου μιλά για τη νουβέλα της «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης», ανατρέχει στη διαδρομή της και δίνει τα κλειδιά για την κατανόηση των έργων και του χαρακτήρα της.
«Πόσο ν’ αντέξει ο άνθρωπος να συναναστρέφεται βλάκες και να κάνει ότι τους συμπαθεί, πόσο ο άνθρωπος να δείχνει ευγενικός για να μην προσβάλει τους άλλους, πόσο, πόσο, πόσο, πόσο…» αναρωτιέται ο ήρωας του νέου βιβλίου της Λένας Κιτσοπούλου, ένας άντρας, ο Λάμπρος, που ήταν κάποτε Κική και στα τριάντα τρία του επιστρέφει στο χωριό των παιδικών του χρόνων. Είναι κάτι που νιώθει πολύ συχνά και η ίδια, αλλά «θα ντρεπόμουν να το δηλώσω δημοσίως. Οπότε, το λέω στα έργα μου μ’ έναν τρόπο που μπορώ να το αναλύσω καλύτερα, δείχνοντάς το κι από άλλες οπτικές γωνίες».

Η γνωστή ηθοποιός και σκηνοθέτιδα επιστρέφει με τη σειρά της στα καλοκαίρια που έζησε στην αθάνατη ελληνική επαρχία, στέκεται στο μοντεσοριανό σχολείο που την όπλισε για μια ζωή και αποτίνει φόρο τιμής σε θεατρανθρώπους όπως ο Γιώργος Λαζάνης, ο Λευτέρης Βογιατζής ή ο Βασίλης Παπαβασιλείου που της άνοιξαν ορίζοντες. Προς τι η επιμονή της να «πειράζει» κλασικά έργα; Μήπως η τάση για αυτοσχεδιασμό, η διάθεση για πρόκληση και τα συναισθηματικά κρεσέντο που χαρακτηρίζουν τη δουλειά της κινδυνεύουν να γίνουν μανιέρα; Πώς διαχειρίζεται τις επιθέσεις που δέχεται κατά καιρούς; Πώς βλέπει το σύγχρονο θεατρικό τοπίο;
Στη συνέντευξη που ακολουθεί η Λένα Κιτσοπούλου μιλά με τη Σταυρούλα Παπασπύρου για την τέχνη της αλλά και για τον έρωτα, για τον χρόνο που περνά, για την επιθυμία της για ελευθερία. Όπως ομολογεί: «Από μικρή ήθελα να τραβάω την προσοχή, να πηγαίνω κόντρα σε ό,τι πίστευα πως είναι λάθος».















