Κάποια ερωτικά γράμματα δεν μένουν απλώς στο χαρτί. Μένουν στον χρόνο. Και μερικές φορές επιστρέφουν από εκεί που νόμιζες ότι είχαν χαθεί για πάντα.
Αυτό συμβαίνει τώρα με οκτώ αυθεντικές επιστολές που είχε στείλει ο Τζον Κιτς στη Φάνι Μπρον, τη γυναίκα που σημάδεψε όσο καμία άλλη τη σύντομη ζωή του. Οι επιστολές, που είχαν κλαπεί από το κτήμα της οικογένειας Γουίτνεϊ στο Λονγκ Αϊλαντ και αγνοούνταν από τη δεκαετία του 1980, βρέθηκαν τελικά στη Νέα Υόρκη και επιστρέφονται σήμερα στους νόμιμους κατόχους τους, έπειτα από έρευνα που κράτησε μήνες. Η αξία του δερματόδετου τόμου όπου ήταν δεμένες υπολογίζεται στα 2 εκατομμύρια δολάρια.
Το νέο, όμως, δεν είναι μόνο ότι βρέθηκε ένα σπάνιο βιβλιοφιλικό αντικείμενο. Είναι ότι ξαναβγήκε στο φως μια από τις πιο διάσημες και πιο πονεμένες ερωτικές αλληλογραφίες της αγγλικής λογοτεχνίας. Ο Κιτς γνώρισε τη Φάνι Μπρον το 1818 στο Λονδίνο. Εκείνος ήταν νέος, φιλόδοξος, ήδη εύθραυστος από την αρρώστια. Εκείνη ήταν 19 ετών. Μέσα σε πολύ λίγο χρόνο έγινε το πρόσωπο γύρω από το οποίο άρχισαν να περιστρέφονται η επιθυμία του, η ανησυχία του, η τρυφερότητά του, η απόγνωση και η γλώσσα του.
Σε ένα από τα πιο γνωστά γράμματα, που περιλαμβάνονται στον τόμο, ο 23χρονος ποιητής της γράφει πως σχεδόν εύχεται να ήταν πεταλούδες, για να ζήσουν έστω τρεις καλοκαιρινές μέρες μαζί. Είναι από εκείνες τις φράσεις που αντέχουν όχι επειδή είναι «ωραίες», αλλά επειδή ακούγονται σαν να γράφτηκαν μέσα σε πυρετό. Ο Κιτς δεν έγραφε στη Μπρον σαν να έφτιαχνε λογοτεχνία για τους επόμενους αιώνες. Εγραφε σαν άνθρωπος που ερωτεύτηκε τη στιγμή ακριβώς που άρχισε να καταλαβαίνει πόσο λίγο χρόνο έχει.
Αυτό δίνει στα γράμματα το πραγματικό τους βάρος. Οχι μόνο η λογοτεχνική αξία, ούτε μόνο το γεγονός ότι σχετίζονται με έναν από τους μεγάλους ποιητές του 19ου αιώνα. Αλλά το ότι κουβαλούν την ιδιωτική θερμοκρασία μιας σχέσης που δεν πρόλαβε να γίνει κανονική ζωή.
Ο Κιτς και η Μπρον αρραβωνιάστηκαν κρυφά το 1819, όμως η φυματίωση προχωρούσε. Το 1820 εκείνος έφυγε για τη Ρώμη, ελπίζοντας ότι το κλίμα θα τον βοηθήσει. Δεν ξαναγύρισε ποτέ. Πέθανε εκεί το 1821, στα 25 του. Η Μπρον τον πένθησε βαθιά και κράτησε τα γράμματά του για χρόνια, σαν να κρατούσε κάτι από το σώμα του που δεν μπορούσε πια να αγγίξει.
Αργότερα, οι επιστολές πέρασαν στους απογόνους της, δημοσιεύτηκαν τον 19ο αιώνα και στη συνέχεια σκορπίστηκαν σε συλλογές. Οι οκτώ που επανεμφανίστηκαν τώρα είχαν καταλήξει, από τις αρχές του 20ού αιώνα, στην κατοχή της οικογένειας Γουίτνεϊ. Για δεκαετίες έμεναν ήσυχα σε ράφι της βιβλιοθήκης στο Greentree, το μεγάλο οικογενειακό κτήμα στο Μανχάσετ. Μέχρι που κάποια στιγμή εξαφανίστηκαν. Η απουσία τους διαπιστώθηκε το 1989, σε καταγραφή των αντικειμένων του κτήματος. Από τότε, το ίχνος τους χανόταν.
Η ιστορία άρχισε να κινείται ξανά το 2024, όταν ένας άνδρας πήγε με τον τόμο σε βιβλιοπωλείο σπάνιων εκδόσεων στο Μανχάταν, ζητώντας βοήθεια για να τον πουλήσει. Κάτι στην ιστορία που έδωσε στους βιβλιοπώλες δεν τους έπεισε. Ο τόμος έμεινε εκεί για έλεγχο, η προέλευσή του ερευνήθηκε, ειδικοί κλήθηκαν να επιβεβαιώσουν τη γνησιότητα των χειρογράφων και πολύ γρήγορα η υπόθεση άνοιξε. Η βάση δεδομένων του Art Loss Register οδήγησε στο παλιό αστυνομικό δελτίο της κλοπής, ενώ στη συνέχεια παρενέβη και η αρμόδια μονάδα του εισαγγελέα του Μανχάταν. Μαζί με τον τόμο εντοπίστηκαν και άλλα βιβλία από τη συλλογή των Γουίτνεϊ, που επίσης επιστρέφονται.
Ολα αυτά δίνουν στο θέμα μια σχεδόν κινηματογραφική δεύτερη ζωή: ένα κλειστό οικογενειακό κτήμα, ένα δερματόδετο βιβλίο που λείπει χωρίς να το έχει καταλάβει κανείς, δεκαετίες σιωπής, ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στο Μανχάταν, ένας ειδικός που το βλέπει και καταλαβαίνει αμέσως τι κρατά μπροστά του. Ομως το πραγματικό σοκ δεν βρίσκεται μόνο στη διαδρομή του αντικειμένου. Βρίσκεται στο ότι, δύο αιώνες μετά, αυτά τα γράμματα εξακολουθούν να μη μοιάζουν με μουσειακά λείψανα. Μοιάζουν ακόμη ζωντανά.
Ισως γιατί ο Κιτς δεν έχει μείνει στη μνήμη μόνο ως «ρομαντικός ποιητής», αλλά ως εκείνος ο νεαρός άνδρας που έγραψε για την επιθυμία, την ομορφιά και το τέλος σαν να τα ζούσε όλα ταυτόχρονα. Και ίσως γιατί η Μπρον, μέσα από αυτά τα γράμματα, δεν είναι απλώς η μούσα του. Είναι το πρόσωπο απέναντι στο οποίο η ποίηση έπαψε να είναι ιδέα και έγινε ανάγκη.
Γι’ αυτό και η επιστροφή των επιστολών δεν διαβάζεται μόνο σαν επιτυχία μιας αστυνομικής και βιβλιοφιλικής έρευνας. Διαβάζεται σαν η επιστροφή ενός ερωτικού αρχείου που δεν έχασε ποτέ την έντασή του. Σαν να ξαναβρέθηκε, δεμένος σε δέρμα και χαρτί, όχι μόνο ένας χαμένος τόμος, αλλά η ίδια η φωνή ενός ανθρώπου που έγραφε στον έρωτα ενώ ήδη πλησίαζε τον θάνατο.
Με στοιχεία από τον Guardian , NYT















