Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

«Μας εξαφανίζουν από τη δημόσια ζωή»: Η Λαβέρν Κοξ μιλά για την αντι-trans Αμερική


Η Λαβέρν Κοξ δεν μιλά πια με τη γλώσσα της προσεκτικής διασημότητας. Δεν έχει την πολυτέλεια, όπως φαίνεται, να το κάνει.

Σε νέα συνέντευξή της στον Guardian, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της Transcendent, η ηθοποιός, παρουσιάστρια και μία από τις πιο αναγνωρίσιμες trans γυναίκες της αμερικανικής τηλεόρασης μιλά για τη ζωή της, την παιδική της ηλικία, τη ντροπή, τη βία, αλλά και για την πολιτική πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι trans άνθρωποι στις ΗΠΑ.

Λίγες ημέρες πριν από τη συνέντευξη, η Κοξ είχε βρεθεί στην πρεμιέρα μιας νέας ταινίας κινουμένων σχεδίων βασισμένης στη Φάρμα των Ζώων, όπου δανείζει τη φωνή της στον Snowball. Όμως εκείνη τη μέρα δεν την απασχολούσε τόσο η ταινία όσο η πολιτική συγκυρία. «Αν δεν ξυπνήσουμε και δεν καταλάβουμε, οι trans άνθρωποι θα εξοντωθούν», είπε, μιλώντας για τη σημερινή Αμερική.

Η Κοξ περιέγραψε ένα περιβάλλον στο οποίο δικαιώματα αφαιρούνται, άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους, η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη περιορίζεται, trans κρατούμενοι εξαναγκάζονται σε απο-μετάβαση και η φροντίδα επιβεβαίωσης φύλου δέχεται επίθεση όχι μόνο για ανηλίκους αλλά και για ενήλικες. Όπως είπε, η ρητορική περί «προστασίας των γυναικών» δεν ήταν ποτέ ο πραγματικός στόχος. Στόχος, κατά την ίδια, είναι να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο που επιτρέπει τη δαιμονοποίηση, την απανθρωποποίηση και τελικά την απομάκρυνση των trans ανθρώπων από τη δημόσια ζωή.

Η ίδια γνωρίζει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να μεγαλώνεις με τη βία μιας κοινωνίας που δεν έχει χώρο για το σώμα και την έκφρασή σου. Γεννημένη στο Μομπίλ της Αλαμπάμα, μεγάλωσε τη δεκαετία του 1970 μαζί με τον δίδυμο αδελφό της, τον συνθέτη, κόντρα τενόρο και καλλιτέχνη M Lamar, με μητέρα τη Γκλόρια Κοξ, μια γυναίκα βαθιά θρησκευόμενη, συνδεδεμένη με την African Methodist Episcopal Zion Church.

Στο βιβλίο της, η Κοξ γράφει για μια παιδική ηλικία γεμάτη σκληρότητα, λεκτική και σωματική βία, ομοφοβία, φτώχεια, εκφοβισμό και αίσθηση διαρκούς απειλής. Ως παιδί δεχόταν επιθέσεις επειδή θεωρούνταν θηλυπρεπής. Πριν κλείσει τα 12, είχε ήδη προσπαθήσει να αυτοκτονήσει. Περιγράφοντας τη διαδικασία της γραφής, λέει ότι ήταν σαν να «ξερνούσε» τον πόνο εκείνης της περιόδου.

«Μας εξαφανίζουν από τη δημόσια ζωή»: Η Λαβέρν Κοξ μιλά για την αντι-trans Αμερική Facebook Twitter
Η Λαβέρν Κοξ με τη μητέρα της, Gloria Cox. Στο νέο της βιβλίο, η ηθοποιός γράφει για την παιδική της ηλικία, το οικογενειακό τραύμα και τη ντροπή που έμαθε να κουβαλά στη σιωπή. Φωτ.: Getty Images

Το Transcendent, ωστόσο, δεν παρουσιάζεται ως βιβλίο εκδίκησης. Η Κοξ επιμένει ότι αγαπά τη μητέρα της και προσπαθεί να καταλάβει τη σκληρότητά της μέσα από μια μεγαλύτερη ιστορία τραύματος, φυλετικής βίας και κληρονομημένης επιβίωσης. Μιλά για τον παππού της, για τη βία που πέρασε από γενιά σε γενιά, για το πώς τα κατάλοιπα της δουλείας και της φυλετικής καταπίεσης μπορεί να διαμορφώνουν συμπεριφορές μέσα στις οικογένειες.

«Απελευθερώνω τον εαυτό μου από τη ντροπή που σαπίζει στη μυστικότητα», λέει. Η μητέρα της, θυμάται, έλεγε πως υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει ποτέ να λες στους άλλους. Για χρόνια η ίδια έζησε έτσι. Τώρα, λέει, ξέρει ότι αυτό δεν λειτουργεί.

Στη δεκαετία του 1990, η Κοξ βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, σε μια σκηνή όπου τα club kids, οι drag queens, οι trans γυναίκες, οι καλλιτέχνες και οι άνθρωποι της νύχτας μπορούσαν ακόμη να μοιράζονται χώρους πριν η πόλη παραδοθεί στη λογική των VIP τραπεζιών, της πανάκριβης φιάλης και της νύχτας ως προϊόντος πολυτελείας.

Για εκείνη, εκείνη η σκηνή είχε κάτι απελευθερωτικό. Μπορούσε να πειραματιστεί με την εικόνα της, να χτίσει μια femme παρουσία μέσα από ρούχα από φιλανθρωπικά καταστήματα, να αναζητήσει μια μορφή ελευθερίας χωρίς χρήματα αλλά με τεράστια επινοητικότητα.

Άρχισε τη μετάβασή της το 1998, παίζοντας σε off-Broadway παραστάσεις, ανεξάρτητες ταινίες και τηλεοπτικές παραγωγές, ενώ προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να χρησιμοποιήσει την ορατότητά της για να αλλάξει τη συζήτηση γύρω από τους trans ανθρώπους.

Η μεγάλη αλλαγή ήρθε το 2013 με το Orange Is the New Black. Η σειρά του Netflix, βασισμένη στο βιβλίο της Piper Kerman, μίλησε με χιούμορ, ωμότητα και πολιτική ενέργεια για τη φυλακή, τη φυλή, τη σεξουαλικότητα, τη βία και την παράλογη μηχανή του αμερικανικού σωφρονιστικού συστήματος. Η Κοξ υποδύθηκε τη Sophia Burset, μια trans κρατούμενη και κομμώτρια της φυλακής, σε έναν ρόλο που άλλαξε τη δημόσια εικόνα της trans αναπαράστασης στην αμερικανική τηλεόραση.

«Μας εξαφανίζουν από τη δημόσια ζωή»: Η Λαβέρν Κοξ μιλά για την αντι-trans Αμερική Facebook Twitter
Η Λαβέρν Κοξ ως Sophia Burset στο Orange Is the New Black, ο ρόλος που την έκανε μία από τις πιο ορατές trans γυναίκες της αμερικανικής τηλεόρασης. Φωτ.: Netflix

Η ίδια δεν περίμενε την επιτυχία. Ήλπιζε απλώς ότι κάποιοι υπεύθυνοι κάστινγκ θα τη δουν και ίσως της δώσουν δουλειά. Αντί γι’ αυτό, το Orange Is the New Black έγινε διεθνές φαινόμενο και η ζωή της άλλαξε. «Όταν άνθρωποι έτρεχαν προς το μέρος μου στο παρελθόν, ήταν για να με χτυπήσουν ή να με βρίσουν», λέει. Μετά τη σειρά, την αναγνώριζαν στον δρόμο.

Η επιτυχία όμως δεν σήμαινε ότι η βιομηχανία άνοιξε πραγματικά. Η Κοξ είχε τέσσερις υποψηφιότητες για Emmy και δύο βραβεία Screen Actors Guild με το καστ της σειράς, όμως οι ρόλοι για trans ηθοποιούς παραμένουν λίγοι. Παράλληλα, εργάστηκε ως ομιλήτρια σε πανεπιστήμια και επιχειρήσεις, ως παρουσιάστρια σε τελετές και κόκκινα χαλιά και ως πρόσωπο εμπορικών συνεργασιών.

Τα τελευταία δύο χρόνια, λέει, έχει χάσει περίπου το 90% του εισοδήματός της. Τα συμβόλαια παρουσίασης τελείωσαν και δεν ανανεώθηκαν. Οι εταιρικές ομιλίες μειώθηκαν. Οι πανεπιστημιακές προσκλήσεις επίσης. Η ίδια συνδέει άμεσα αυτή την αλλαγή με το πολιτικό περιβάλλον στις ΗΠΑ και τις επιθέσεις κατά των πολιτικών DEI, δηλαδή των πολιτικών για τη διαφορετικότητα, την ισότητα και τη συμπερίληψη, καθώς και με τη ρητορική περί «gender ideology».

«Δεν παραπονιέμαι, είμαι πολύ ευλογημένη», λέει. «Αλλά αν το εισόδημα της Λαβέρν Κοξ έχει πέσει τόσο πολύ, τι γίνεται με όλους τους άλλους trans ανθρώπους που δεν έχουν τα δικά μου προνόμια;» Για την ίδια, οι συνέπειες της πολιτικής δαιμονοποίησης δεν είναι θεωρητικές. Μεταφράζονται σε δουλειές που χάνονται, φροντίδα υγείας που αφαιρείται, φόβο, αποκλεισμό, σιωπή.

Η Κοξ συνδέει αυτή την πραγματικότητα με το Project 2025, το συντηρητικό σχέδιο πολιτικής που προετοιμάστηκε από το Heritage Foundation ενόψει της επιστροφής του Τραμπ στην εξουσία. Όπως λέει, οι λέξεις «gender», «gender identity», «LGBTQ», «DEI», «abortion» και «contraception» στοχοποιήθηκαν ώστε να αφαιρεθούν από κυβερνητικά έγγραφα, πολιτικές και δημόσιο λόγο. Για εκείνη, αυτό δεν είναι απλώς γλωσσική μάχη. Είναι μηχανισμός εξαφάνισης.

Η αναλογία που κάνει με την ιστορία είναι σκοτεινή. Υπενθυμίζει ότι όταν οι Ναζί άρχισαν να καίνε βιβλία το 1933, ανάμεσα στα πρώτα υλικά που καταστράφηκαν ήταν η έρευνα του Magnus Hirschfeld για τους gay και trans ανθρώπους. Για την Κοξ, η σημερινή στιγμή έχει ανησυχητικές ομοιότητες με εκείνη την περίοδο.

Το Transcendent έρχεται, λοιπόν, όχι μόνο ως προσωπική αφήγηση αλλά ως πολιτική μαρτυρία. Η Κοξ γράφει για τη ντροπή για να την αφαιρέσει από το σώμα της. Μιλά για τη βία όχι για να μείνει σε αυτήν, αλλά για να δείξει τι σημαίνει επιβίωση όταν ο κόσμος σε μαθαίνει από μικρή ηλικία να θεωρείς τον εαυτό σου λάθος.

Και την ίδια στιγμή, μιλά ως μια γυναίκα που έγινε σύμβολο ορατότητας σε μια στιγμή που η ίδια η ορατότητα έγινε ξανά επικίνδυνη. Η επιτυχία της δεν την προστατεύει από το πολιτικό κλίμα. Αντίθετα, την κάνει ακόμη πιο χρήσιμη ως μάρτυρα του τι συμβαίνει όταν η εξουσία αποφασίζει ότι μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων πρέπει να εξαφανιστεί από τη δημόσια ζωή.

Το πιο ισχυρό σημείο της συνέντευξης δεν είναι ότι η Λαβέρν Κοξ υπέφερε και επέζησε. Είναι ότι λέει πως η επιβίωση δεν μπορεί να μετατραπεί σε καθησυχαστική ιστορία επιτυχίας, την ώρα που τα ίδια συστήματα που κάποτε τη χτύπησαν επιστρέφουν με θεσμική μορφή.

Η ντροπή, γράφει και λέει, ζει στη σιωπή. Η ίδια επιλέγει να μη σιωπήσει.



Πηγή: www.lifo.gr