Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Μειωμένες προσδοκίες και πολιτικός μαρασμός


ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ και εκφράσεις που αποπνέουν συγχρόνως σοβαροφάνεια και χλιαρότητα. Αποτυπώνουν μεν μια αλήθεια, μια πραγματική τάση, με λέξεις όμως αμήχανες και ψυχρές. Στέκομαι, έτσι, στον χαρακτηρισμό «μια κοινωνία μειωμένων προσδοκιών». Τα τελευταία χρόνια η φράση έχει περάσει σε πλήθος αναλύσεων, στα συμπεράσματα κοινωνικών ερευνών, σε κομματικά κείμενα. Έγινε γενικός τίτλος για το ύφος των καιρών που διανύουμε, περιγράφοντας τη συμφιλίωση της πλειοψηφίας με χαμηλωμένους συντελεστές ύπαρξης. Φωτογραφίζοντας, επίσης, τεχνικές ατομικής επιβίωσης σε συνθήκες που δεν ευνοούν τα συλλογικά πράγματα. Στεγάζοντας, τέλος, το μούδιασμα ή μια κατήφεια που αλληθωρίζει άλλοτε προς τον εκτονωτικό θυμό και άλλοτε προς την απάθεια. Αν ψάξουμε τις συνηθισμένες της εκδοχές, κοινωνία μειωμένων προσδοκιών είναι εκείνη στην οποία κάποιες παλιές δόξες ξεφτίζουν δίχως να ενθρονίζεται κάτι άλλο και ισχυρό στη θέση τους. Παλιές δόξες, όπως η αισιόδοξα ανερχόμενη μεσαία τάξη, το αίσθημα της οικονομικής ασφάλειας, μαζί με δυνατές διεκδικητικές φιλοδοξίες και ιδεολογικές βεβαιότητες. Ιδέες και συναισθήματα με προέλευση τον προηγούμενο αιώνα, που εδώ και χρόνια κάνουμε την απογραφή των απωλεσθέντων τους.

Όλα αυτά περιέχονται στον κρύο όρο «μειωμένες προσδοκίες». Υπάρχει όμως κάτι πιο βαρύ εδώ. Ίσως να είναι και πιο σημαντικό, γιατί αφορά μια στάση παθητικής θέασης αυτών των απωλειών. Θέαση και ταυτόχρονη κατανάλωση της ίδιας μας της αδυναμίας να πράξουμε. Φαίνεται στη συντριπτική υπεροχή του σχολιασμού έναντι της δράσης, στο πώς η μεμψιμοιρία έχει πάρει ύψος σε σχέση με τις πραγματικές αντιστάσεις.  Η καταπόνηση των αντιστάσεων, η κάμψη της βούλησης και έπειτα η προσαρμοστικότητα σε στενότερους χώρους θα έλεγε κανείς πως διατρέχει τη συγκυρία.

Οι μειωμένες προσδοκίες δεν σηματοδοτούν μια κατάσταση νωθρότητας, όσο έναν τρόπο να ζούμε με κάποια δυσθυμία, περιμένοντας να συμβεί το θαύμα ή μην περιμένοντας πια κάτι.

Είναι ενδιαφέρων ο τρόπος με τον οποίο καταγγέλλονται και ταυτοποιούνται χίλια δυο δεινά. Η ανάλυση των αδιεξόδων και των προβλημάτων στα έντυπα και στις οθόνες έχει προχωρήσει αξιοθαύμαστα, οι εξηγήσεις για τις κρίσεις και την αιτία τους είναι πειστικές και κάποιες συναρπαστικές. Η χαρτογράφηση των προβλημάτων ποτέ δεν υπήρξε τόσο πολυδιάστατη και χορταστική. Νεότεροι ερευνητές με όλα τα εργαλεία στη διάθεσή τους, τα λοξά βλέμματα σε μια καλή δημοσιογραφία που επιμένει, ένας προβληματισμένος κόσμος παράγουν έννοιες, ώριμες περιγραφές και ευρηματικές διαγνώσεις.

Για τον σημερινό καπιταλισμό, τη δημοκρατία, τις νέες μορφές φασισμού, τα ιδιαίτερα προβλήματα των κοινωνιών μας και την παθολογία των κρίσεων. Εξαιρετικές συζητήσεις τώρα διεθνώς για τα data centers, εμπεριστατωμένα κείμενα για το πρόβλημα των απορριμμάτων και του δημόσιου χώρου, για τη μία ή άλλη κοινωνική και περιβαλλοντική βλάβη στον δικό μας τόπο και αλλού. Το ίδιο συμβαίνει με κάθε στοιχείο δημόσιας ζωής, ας πούμε την τραγική κατάσταση με το πολιτικό προσωπικό και τα κόμματα, τα καινούρια λόμπι στο σύστημα εξουσίας των Βρυξελλών, τις υποδομές, τα γεωπολιτικά. Σε Βορρά και σε Νότο, έχει αναδυθεί μια σφαίρα δημόσιας ανάλυσης και τεκμηρίωσης  εντυπωσιακή στην ευρυμάθεια και στα βάθη που φτάνει. Η γνώση περισσεύει, και ακόμα και η κριτική, ανατρεπτική, out of the box αποδεικτική εργασία για το γιατί και το πώς.

Τι συμβαίνει όμως στην κοινωνία των μειωμένων προσδοκιών; Όλα αυτά τα ικανά αποθέματα γνώσης και κριτικής διαύγειας –εκλαϊκευμένα και διασκευασμένα καταλλήλως και για το ευρύτερο κοινό– δεν (συν)κινούν. Σαν να έχεις ένα σωρό καλούς δασκάλους που δεν καταφέρνουν να μεταδώσουν τίποτα εκτός από bites πληροφορίας. Όγκος ενημέρωσης και άπειρες ποσότητες πληροφορίας σκάνε απλώς και διαλύονται δίχως να αφήνουν αξιόλογα ρήγματα στο πώς λειτουργεί η πολιτική εξουσία, οι αποφάσεις και τα συστήματα που καθορίζουν τη ζωή μας. Στο τέλος έρχεται ένα «εμείς τα λέμε, εμείς τα ακούμε» μέσα στις παράλληλες κοινότητες των συζητήσεων και των εργαστηρίων τους.

Την κοινωνία των μειωμένων προσδοκιών δεν πρέπει να τη φανταζόμαστε σαν μια απληροφόρητη κοινωνία όπου οι πολίτες βρίσκονται, σώνει και καλά, στο σκοτάδι για όσα τους συμβαίνουν και τους αφορούν. Ποτέ δεν ήταν περισσότερες οι εκστρατείες ενημέρωσης, όπως και οι αφορμές ευαισθητοποίησης. Ποτέ δεν γνωρίζαμε περισσότερα για την υγεία, την ατμόσφαιρα, τη σύσταση των προϊόντων, τις τεχνολογίες. Το ζήτημα είναι πως η κοινωνία δεν πράττει ενώ, σε μεγάλο βαθμό, γνωρίζει περισσότερα από ποτέ για τον εαυτό της αλλά και για τον κόσμο γύρω της. Έχοντας όμως γλιστρήσει και αφεθεί στις μικρές τεχνολογίες μιας καθημερινής πλοήγησης, η κοινωνία των μειωμένων προσδοκιών δεν έχει πια ανοιχτό χώρο για την ανθεκτική συλλογική δράση. Τη βλέπει εχθρικά, τη σνομπάρει ως αναχρονισμό ή το πολύ-πολύ ως διάλειμμα και περιστασιακό πασπάλισμα μιας απολιτικής ρουτίνας.

Είναι ίσως λάθος να μιλάμε για παθητικότητα. Διότι οι άνθρωποι νιώθουν και διαβεβαιώνουν ότι δρουν στ’ αλήθεια όταν, ας πούμε, χειρίζονται ένα πρόγραμμα που τους βρίσκει τις καλύτερες ημερομηνίες για το αεροπορικό ταξίδι ή την κράτηση για τη συναυλία του Ρόμπερτ Πλαντ π.χ. Είμαστε πλέον «ενεργοί πολίτες», απαντώντας σε ερωτηματολόγια και μέιλ, σερφάροντας σε εργαλεία διευκόλυνσης, μπαίνοντας, οι νεότεροι, σε dating apps και όλα όσα προσφέρει η διαθέσιμη σφαίρα της κυκλοφορίας εμπορευμάτων και επιθυμιών. Σε αυτήν όμως την ενεργητικότητα, η οποία αγγίζει συχνά την εξάντληση, μια από όλες τις προσδοκίες φαίνεται πως εξέπεσε αισθητά: η επιθυμία να ασκούμε έλεγχο στους όρους της ζωής μας.  Είναι η προσδοκία που θέλει τα σώματα να τεθούν σε κίνηση για να συναντήσουν άλλα σώματα και να σταθούν από κοινού κάπου, σε μια διεκδίκηση, σε μια δημόσια μαρτυρία: να επινοήσουν κάτι άλλο από το ισχύον και το ήδη γνωστό.

Οι μειωμένες προσδοκίες δεν σηματοδοτούν πάντως μια κατάσταση νωθρότητας, όσο έναν τρόπο να ζούμε με κάποια δυσθυμία, περιμένοντας να συμβεί το θαύμα ή μην περιμένοντας πια κάτι. Κοινωνία μειωμένων προσδοκιών είναι τελικά κάθε οντότητα που μετατρέπει τα παθήματά της σε ουρανοκατέβατα ατυχήματα ή σε ασύλληπτα περίπλοκες συνωμοσίες για τις οποίες δεν μπορείς να κάνεις και πολλά και στο τέλος σε κουράζουν. Και εδώ ακουμπάει ο βαθύτερος μαρασμός της πολιτικής, όχι στις μεταγραφές των πολιτικών και στο παιχνίδι των κομματικών υποσχέσεων που περιμένει τον Σεπτέμβριο για να καταλάβει την κεντρική σκηνή.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.



Πηγή: www.lifo.gr