Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Μελέτη: Τα δαγκώματα φιδιών ενδέχεται να προκαλούν έως και 513.000 θανάτους ετησίως


Μια νέα, μελέτη αποκάλυψε ότι τα δαγκώματα από δηλητηριώδη φίδια ενδέχεται να προκαλούν περισσότερους από 500.000 θανάτους ετησίως, φέρνοντας στο φως μια παγκόσμια υγειονομική κρίση, η πραγματική έκταση της οποίας έχει υποτιμηθεί σημαντικά

Δεν περιέχουν όλα τα δαγκώματα φιδιών δηλητήριο, ωστόσο όταν το δηλητήριο εισέρχεται στον οργανισμό, μπορεί να προκαλέσει δηλητηρίαση από δήγμα φιδιού (snake envenoming), μια δυνητικά θανατηφόρα κατάσταση που πλήττει κυρίως φτωχές αγροτικές κοινότητες σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές, όπου η πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη είναι περιορισμένη.

Ερευνητές με πολυετή κοινή εμπειρία στη μελέτη των δηγμάτων φιδιών και της επιδημιολογίας των τροπικών ασθενειών, διαπίστωσαν ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος προσκρούει σε μια σοβαρή έλλειψη δεδομένων. Περισσότερες από τις μισές χώρες στις οποίες τα δηλητηριώδη φίδια αποτελούν απειλή δεν καταγράφουν πόσοι άνθρωποι δέχονται δαγκώματα ή υφίστανται δηλητηρίαση από το δηλητήριό τους.

Ο ΠΟΥ έχει στόχο να μειώσει τη θνησιμότητα από δαγκώματα φιδιών έως το 2030

Στις αγροτικές περιοχές της υποσαχάριας Αφρικής και της Νότιας Ασίας, πολλά θύματα ζουν σε απόσταση αρκετών ωρών από την πλησιέστερη κλινική, δεν διαθέτουν μεταφορικό μέσο ή απευθύνονται σε παραδοσιακούς θεραπευτές. Ως αποτέλεσμα, τα περιστατικά τους δεν καταγράφονται ποτέ στις εθνικές στατιστικές υγείας.

Για να καλυφθεί αυτό το τεράστιο κενό, πραγματοποιήθηκε μια μελέτη με στόχο να αποτυπωθεί η παγκόσμια έκταση των δηλητηριάσεων από δαγκώματα φιδιών, καθώς και των θανάτων που σχετίζονται με αυτές.

Συγκεκριμένα, εξετάστηκαν δεδομένα από 79 χώρες, αξιολογώντας μελέτες που είχαν δημοσιευθεί έως τις 31 Μαρτίου του 2025. Με αυτόν τον τρόπο επικαιροποιήθηκαν τα ευρήματα της εμβληματικής παγκόσμιας μελέτης για την έκταση του προβλήματος, η οποία είχε δημοσιευθεί το 2008. Προκειμένου να καλυφθούν τα εναπομείναντα κενά στα διαθέσιμα στοιχεία, δημιουργήθηκε ένα γεωστατιστικό μοντέλο που συνδυάζει δεδομένα από πραγματικά περιστατικά με τοπικούς περιβαλλοντικούς και κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες. Έτσι, οι ερευνητές να εκτίμησαν τα ποσοστά δηλητηριάσεων και θνησιμότητας.

Με βάση τα ευρήματα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η δηλητηρίαση από δαγκώματα φιδιών αποτελεί κρίση δημόσιας υγείας πολύ μεγαλύτερης έκτασης από αυτήν που αποτυπώνουν οι επίσημες στατιστικές. Τα αποτελέσματά έδειξαν ότι η υποσαχάρια Αφρική επωμίζεται το μεγαλύτερο βάρος.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει θέσει έναν φιλόδοξο στόχο: να μειώσει κατά 50% τη θνησιμότητα και τις αναπηρίες που προκαλούνται από δαγκώματα φιδιών έως το 2030. Η χαρτογράφηση του προβλήματος σε επίπεδο χωρών αποτελεί το πρώτο καθοριστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

Αποκαλύπτοντας την πραγματική έκταση του προβλήματος

Για να αντιμετωπίσουν την έλλειψη αξιόπιστων δεδομένων, χρησιμοποιήσαν ένα γεωστατιστικό μοντέλο βασισμένο σε στατιστικές μεθόδους.

Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος λειτουργίας του, μπορούμε να τον περιγράψουμε ως μια διαδικασία πρόβλεψης μη ορατών μοτίβων, η οποία συνδυάζει γνωστά δεδομένα με περιβαλλοντικές ενδείξεις. Αντί να θεωρεί ότι υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για κάθε περιοχή, το μοντέλο χρησιμοποιεί στατιστικές πιθανότητες για να υπολογίσει ένα εύρος πιθανών αποτελεσμάτων, λαμβάνοντας υπόψη περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Το μοντέλο τροφοδοτήθηκε με δεδομένα που αφορούσαν το κλίμα, την ποικιλία των ειδών φιδιών και κοινωνικοοικονομικούς δείκτες. Στη συνέχεια, υπολόγισε την πιθανότητα να σημειωθούν δαγκώματα φιδιών σε συγκεκριμένες περιοχές, ακόμη και όταν δεν υπήρχαν καθόλου επίσημα στοιχεία από τις υγειονομικές αρχές.

Συγκρίνοντας διαφορετικές πηγές δεδομένων, μεταξύ των οποίων καταγραφές νοσοκομείων και περιφερειακές στατιστικές, με στοιχεία από επιτόπιες έρευνες σε τοπικές κοινότητες, μπόρεσαν να συνυπολογίσουν και τις περιπτώσεις δηλητηρίασης που δεν είχαν καταγραφεί. Το μοντέλο παρήγαγε τόσο μια κατώτατη εκτίμηση όσο και ένα πιθανό ανώτατο όριο για τον αριθμό των δηλητηριάσεων και των θανάτων.

Με βάση τα παραπάνω, εκτιμήθηκε ότι τουλάχιστον 2,1 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως υφίστανται δηλητηρίαση από δάγκωμα φιδιού κάθε χρόνο. Ο πραγματικός αριθμός ενδέχεται να φτάνει ακόμη και τα 7 εκατομμύρια. Σύμφωνα με το μοντέλο μας, το οποίο λαμβάνει υπόψη τη σημαντική υποκαταγραφή των περιστατικών, οι ετήσιοι θάνατοι ενδέχεται να κυμαίνονται από 274.000 έως 513.000.

Η γεωγραφική κατανομή αυτού του βάρους είναι άνιση. Η έρευνά έδειξε ότι η υποσαχάρια Αφρική συγκεντρώνει από μόνη της το 45% του συνόλου των περιστατικών δηλητηρίασης και των θανάτων παγκοσμίως. Η έκταση του προβλήματος στην περιοχή πιθανότατα υποεκτιμάται εδώ και δεκαετίες. Οι κάτοικοι της υποσαχάριας Αφρικής υφίστανται δηλητηριάσεις από δαγκώματα φιδιών και χάνουν τη ζωή τους με σχεδόν τριπλάσια συχνότητα σε σύγκριση με τους κατοίκους της Νότιας Ασίας.

Χώρες όπως η Νιγηρία, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και η Αιθιοπία αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό περιστατικών, εξαιτίας της μεγάλης συγκέντρωσης αγροτικού πληθυσμού και της αυξημένης έκθεσης των κατοίκων σε φίδια κατά την εργασία τους σε γεωργικές εκτάσεις.

Γιατί η υποσαχάρια Αφρική πλήττεται περισσότερο

Οι λόγοι για τους οποίους η υποσαχάρια Αφρική υφίσταται δυσανάλογα μεγάλο πλήγμα είναι κυρίως διαρθρωτικοί και όχι τυχαίοι.

Πρώτον, η ήπειρος φιλοξενεί μεγάλη ποικιλία δηλητηριωδών ειδών φιδιών που είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι οχιές του γένους Echis, οι αφρικανικές οχιές Bitis arietans, οι αφρικανικές κόμπρες του γένους Naja και τα μάμπα του γένους Dendroaspis. Τα συγκεκριμένα είδη ευθύνονται για σημαντικό αριθμό περιστατικών νοσηρότητας και θανάτων σε ολόκληρη την ήπειρο.

Δεύτερον, εκατομμύρια αγροτικοί εργαζόμενοι περνούν καθημερινά πολλές ώρες σε ανοιχτές γεωργικές εκτάσεις χωρίς προστατευτικές μπότες, ενώ τη νύχτα μετακινούνται σε μονοπάτια χωρίς φωτισμό. Όταν συμβεί ένα δάγκωμα, τα εύθραυστα συστήματα υγείας, οι μεγάλες αποστάσεις από τις περιφερειακές υγειονομικές μονάδες, καθώς και το υψηλό κόστος ή ακόμη και η πλήρης απουσία αποτελεσματικών αντιοφικών ορών, μπορούν να μετατρέψουν γρήγορα ένα επείγον περιστατικό που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί σε θανατηφόρο συμβάν. Παρόμοιες συνθήκες επικρατούν και σε ορισμένες περιοχές της Ασίας.

Εκτιμήθηκε ότι περισσότεροι από 800.000 άνθρωποι που επιβιώνουν από τέτοια περιστατικά μένουν κάθε χρόνο με μακροχρόνιες σωματικές αναπηρίες, μεταξύ των οποίων ακρωτηριασμοί και άλλες μόνιμες βλάβες. Οι αναπηρίες αυτές μπορούν να μειώσουν το εισόδημα των νοικοκυριών, να αυξήσουν τις δαπάνες για υγειονομική περίθαλψη και να οδηγήσουν ήδη ευάλωτες αγροτικές οικογένειες σε ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια.

Τα επόμενα βήματα

Για να επιτευχθεί ο στόχος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, απαιτείται να εγκαταλειφθούν οι προσεγγίσεις που βασίζονται σε εικασίες και να αξιοποιηθούν γεωγραφικά δεδομένα κινδύνου, ώστε να διαμορφωθούν αποτελεσματικές πολιτικές.

Εντοπίζοντας τις περιοχές με τον υψηλότερο κίνδυνο, οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί υγείας μπορούν να οργανώσουν στρατηγικά αποθέματα αντιοφικών ορών στα σημεία όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη, να εκπαιδεύσουν εργαζομένους στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας σε αγροτικές περιοχές με μεγάλο αριθμό περιστατικών και να βελτιώσουν τις υποδομές ταχείας μεταφοράς ασθενών.

Η δηλητηρίαση από δαγκώματα φιδιών παραμένει για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα ένα υποτιμημένο πρόβλημα. Τα καλύτερα δεδομένα δεν μπορούν από μόνα τους να δώσουν λύση, μπορούν όμως να συμβάλουν ώστε οι αντιοφικοί οροί, οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης και τα μέτρα πρόληψης να φτάνουν στις κοινότητες που τα έχουν περισσότερο ανάγκη.

Με πληροφορίες από Science Daily



Πηγή: www.lifo.gr