Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Μπαλί: Πώς ο υπερτουρισμός «κλέβει» το νερό και στερεύει τους παραδοσιακούς ορυζώνες


Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τον 52χρονο Πούτου Παρταγιάσα, ο βρετανικός Guardian αναδεικνύει το θέμα της λειψυδρίας στο εξωτικό Μπαλί, απόρροια κυρίως του υπερτουρισμού.

Ο 52χρονος Πούτου Παρταγιάσα σκαλίζει με τα δάχτυλά του το χώμα στην άκρη ενός ορυζώνα στο Μπαλί. Το χέρι του, παρά ταύτα, στεγνό. Το δικό του χωράφι έχει ακόμα λίγο νερό, του γείτονά του είναι εντελώς ξερό.

«Αντιμετωπίζουμε τεράστιο πρόβλημα κατά την περίοδο της ξηρασίας», λέει. «Πριν από δεκαπέντε χρόνια είχαμε νερό κάθε μέρα. Σήμερα, όλο και λιγοστεύει. Οι εταιρείες παίρνουν το νερό μας και το μεταφέρουν στις τουριστικές περιοχές».

Η κατάρρευση ενός θεσμού στο Μπαλί

Ο Παρτά ανήκει στο «Σούμπακ» (Subak), έναν παραδοσιακό συνεταιρισμό διαχείρισης νερού που λειτουργεί στο Μπαλί από τον 9ο αιώνα. Πρόκειται για ένα μοναδικό σύστημα που συνδυάζει τη γεωργία με τη δημοκρατική λήψη αποφάσεων και τη θρησκευτική φιλοσοφία, αντιμετωπίζοντας το νερό όχι ως εμπόρευμα αλλά ως θεϊκό δώρο που πρέπει να μοιράζεται δίκαια. Το σύστημα αυτό, που αναγνωρίστηκε από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς το 2012, σήμερα καταρρέει κάτω από το βάρος της άναρχης τουριστικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το νησί έχει χάσει πάνω από 65.000 στρέμματα ορυζώνων τα τελευταία πέντε χρόνια, μια μείωση που ξεπερνά το 9%.

Οι ορυζώνες, όμως, δεν είναι απλώς πηγή εισοδήματος για τους ντόπιους, αλλά ζωτικό μέρος της υδατικής υποδομής του Μπαλί. Κάθε ορυζώνας λειτουργεί ως φυσικός ταμιευτήρας που συγκρατεί το νερό της βροχής, επιτρέποντάς του να διεισδύσει στο έδαφος και να εμπλουτίσει τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα. Όταν το χώμα καλύπτεται από τσιμέντο, αυτή η λειτουργία χάνεται για πάντα.

Από τους ορυζώνες στα γυμναστήρια και τα παγόλουτρα

Στο Τσανγκού, 32 χιλιόμετρα νότια, η μεταμόρφωση είναι ενδεικτική της κατάστασης που επικρατεί στο νησί της Ινδονησίας. Εκεί που κάποτε υπήρχε λάσπη και ρύζι, τώρα ορθώνεται τσιμέντο, γεμάτο στούντιο τατουάζ, «συνεργατικούς χώρους», γήπεδα πάντελ, πισίνες και παγόλουτρα για τους ψηφιακούς νομάδες και τους influencers.

Το Μπαλί υποδέχθηκε πάνω από 16 εκατομμύρια τουρίστες το 2024, νούμερο τετραπλάσιο από τον μόνιμο πληθυσμό του. Αυτή η μάζα επισκεπτών καταναλώνει σήμερα πάνω από το 65% του γλυκού νερού του νησιού.

Η υπεράντληση των υδάτων έχει οδηγήσει τις παράκτιες γεωτρήσεις σε υφαλμύρωση, καθώς το θαλασσινό νερό εισχωρεί στο υπέδαφος για να καλύψει το κενό. Το Ίδρυμα IDEP κήρυξε το Μπαλί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως προς τη διαχείριση του νερού, εντοπίζοντας διείσδυση θαλασσινού νερού σε τουλάχιστον έξι από τις εννέα περιφέρειες του νησιού.

Η ανισότητα, την ίδια ώρα, είναι κραυγαλέα: σύμφωνα με το IDEP, ένας τουρίστας σε θέρετρο καταναλώνει 2.000 έως 4.000 λίτρα νερού την ημέρα για πισίνες και κήπους, την ώρα που ο μέσος κάτοικος του Μπαλί επιβιώνει με μόλις 30 έως 50 λίτρα.

Στο Ουλουβάτου, η 35χρονη Καντέκ Σίσκα αναγκάζεται να αγοράζει νερό από ιδιωτικές υδροφόρες που εκμεταλλεύονται παράνομες γεωτρήσεις, ξοδεύοντας σχεδόν το ένα δέκατο του μηνιαίου εισοδήματός της. «Πριν, οι άνθρωποι εδώ χάριζαν τη γη τους και κανείς δεν την ήθελε γιατί δεν είχε νερό. Τώρα είναι το πιο ακριβό αντικείμενο ιδιοκτησίας», εξηγεί με πικρία.

Η μάχη για τη σωτηρία του νησιού

Η Νιλού Ντζελάντικ, γερουσιαστής του Μπαλί, ζητά την άμεση σύναψη ενός Μνημονίου ως προς την ανέγερση νέων ξενοδοχείων. Κατηγορεί το απρόσωπο, ηλεκτρονικό σύστημα αδειοδότησης της κεντρικής κυβέρνησης που παρέκαμψε τις τοπικές κοινότητες. «Στο παρελθόν, έπρεπε να ρωτήσεις τους γείτονές σου πριν χτίσεις. Τώρα χτίζουν δίπλα στο σπίτι σου χωρίς να σε ρωτήσουν», δηλώνει.

Στον αντίποδα αυτής της τσιμεντοποίησης, στα ορεινά του Μπούντουκ, ο 49χρονος Ρούντι Πακ, ιερέας του νερού, αρνείται να πουλήσει τη γη του σε εργολάβους που του προσφέρουν μεγάλα ποσά: «Δεν θα πουλήσουμε, γιατί θέλουμε να τη διατηρήσουμε για την επόμενη γενιά», λέει κοιτάζοντας τις πράσινες πλαγιές. «Αυτή είναι η γη μου. Και είναι ακόμα πράσινη».

Με πληροφορίες από Guardian



Πηγή: www.lifo.gr