Κάθε καλοκαίρι, όλο και κάποιο νησί ή κάποια τουριστική περιοχή κάνει τη δική του δυσάρεστη «έκπληξη». Στην Πάτμο, τον Αύγουστο του 2025, η βλάβη στον βιολογικό καθαρισμό είχε ως αποτέλεσμα ανεπεξέργαστα λύματα να καταλήξουν στη θάλασσα.
Στην περιοχή Πλάνου-Τσιλιβί της Ζακύνθου, το αποχετευτικό δίκτυο υπερφορτώνεται στην τουριστική αιχμή, ενώ ο βιολογικός καθαρισμός του νησιού λειτουργεί οριακά. Πρόσφατα, στη Νικήτη της Χαλκιδικής, ανεπεξέργαστα λύματα ξεχύθηκαν στη θάλασσα όταν η διακοπή ηλεκτροδότησης έθεσε εκτός λειτουργίας τη μονάδα βιολογικού καθαρισμού και στη συνέχεια παρουσίασε βλάβη και η εφεδρική γεννήτρια.
Τα περιστατικά δεν έχουν την ίδια αιτία. Αποτυπώνουν, όμως, τα κενά που παραμένουν στη διαχείριση των αστικών λυμάτων, παρά τις επενδύσεις των προηγούμενων δεκαετιών. Το παράδοξο είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις εξασφαλίστηκαν τα χρήματα για να κατασκευαστούν οι υποδομές, όχι όμως και οι προϋποθέσεις για να λειτουργούν σωστά σε βάθος χρόνου. Μάλιστα, σε μικρούς νησιωτικούς δήμους παραδόθηκαν κατά τόπους μεγάλες, ακόμη και φαραωνικές για το μέγεθος της περιοχής, εγκαταστάσεις, χωρίς να εξασφαλιστούν το προσωπικό, οι τεχνικές υπηρεσίες και η σταθερή υποστήριξη που απαιτούνται για τη λειτουργία και τη συντήρησή τους. Σε αρκετά νησιά παραμένουν, παράλληλα, σοβαρά ελλείμματα στα αποχετευτικά δίκτυα, στις συνδέσεις και στις συνοδευτικές υποδομές. Έτσι, ακόμη και όπου υπάρχει βιολογικός καθαρισμός, η εγκατάσταση δεν τροφοδοτείται ή δεν λειτουργεί πάντα όπως είχε σχεδιαστεί.
Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διπλό βάρος: πρέπει να καλύψει τις παλιές εκκρεμότητες και ταυτόχρονα να προσαρμοστεί στις νέες απαιτήσεις για αυστηρότερη επεξεργασία, ενεργειακή ουδετερότητα, διαφάνεια και μεγαλύτερη επαναχρησιμοποίηση του νερού.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο στους τουριστικούς οικισμούς, όπου ο πληθυσμός πολλαπλασιάζεται μέσα σε λίγες εβδομάδες, ενώ οι δήμοι και οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης συχνά δεν διαθέτουν το επιστημονικό προσωπικό και τις τεχνικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία, τη συντήρηση και τον έλεγχο των εγκαταστάσεων.
Για να φωτίσουμε αυτό το σύνθετο τεχνικό πεδίο, μιλήσαμε με τον Νάσο Στασινάκη, καθηγητή Περιβαλλοντικής Μηχανικής στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Έχει μελετήσει συστηματικά την επεξεργασία και την επαναχρησιμοποίηση λυμάτων και, μαζί με πανεπιστημιακές ομάδες, διερευνά και δοκιμάζει στη Λέσβο τεχνολογίες διαχείρισης λυμάτων που βασίζονται στη φύση, μια κατεύθυνση που ενισχύεται και από τη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Η επεξεργασία και η διαχείριση των αστικών λυμάτων δεν είναι μόνο ζήτημα λειτουργίας των βιολογικών καθαρισμών. Συνδέεται άμεσα με την ποιότητα των υδάτων, τη λειψυδρία που πιέζει ιδιαίτερα τα νησιά, την ασφαλή επαναχρησιμοποίηση του επεξεργασμένου νερού και την επιλογή λύσεων που μπορούν πράγματι να υποστηριχθούν από μικρούς δήμους. Οι επισημάνσεις του διατρέχουν μεγάλο μέρος του ρεπορτάζ που ακολουθεί.
Στον διαδραστικό χάρτη της Εθνικής Βάσης Δεδομένων των Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυμάτων του υπουργείου Περιβάλλοντος, με έτος αναφοράς το 2025, 29 Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων εμφανίζονται με κόκκινη ένδειξη, δηλαδή ως μη συμμορφούμενες. Οι κόκκινες κουκκίδες αφορούν εγκαταστάσεις διάσπαρτες στην περιφέρεια, στην ηπειρωτική χώρα και στα νησιά. Στις νησιωτικές περιοχές, όμως, η εικόνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς μια μονάδα που τον χειμώνα δέχεται πολύ μικρό φορτίο μπορεί τον Αύγουστο να βρεθεί στα όριά της.
Από τον βιολογικό καθαρισμό στον υδάτινο αποδέκτη
Οι Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων, οι βιολογικοί καθαρισμοί όπως τους λέμε συνήθως, δέχονται τα λύματα που μεταφέρει το αποχετευτικό δίκτυο και μειώνουν το ρυπαντικό τους φορτίο πριν από τη διάθεσή τους στο περιβάλλον. Στην Ελλάδα εφαρμόζεται σχεδόν αποκλειστικά η μέθοδος της ενεργού ιλύος: τα λύματα περνούν από αεριζόμενες δεξαμενές, όπου μικροοργανισμοί διασπούν το οργανικό φορτίο. Από τη διαδικασία παράγεται λυματολάσπη, ο τρόπος διαχείρισης της οποίας αποτελεί κρίσιμο στάδιο της διαδικασίας. Στην Ψυττάλεια και στη Θεσσαλονίκη η λυματολάσπη οδηγείται στην τσιμεντοβιομηχανία, ενώ αρκετές άλλες μονάδες εξακολουθούν να τη διαθέτουν σε ΧΥΤΑ.
Το επεξεργασμένο νερό οδηγείται κατά κανόνα σε υδάτινο αποδέκτη, στη θάλασσα, σε ποτάμια ή σε άλλο υδάτινο σώμα – εφόσον βρίσκεται εντός των προβλεπόμενων ορίων. Η επαναχρησιμοποίησή του παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, πάνω από το 95% απορρίπτεται σε υδάτινους αποδέκτες και λιγότερο από το 5% αξιοποιείται, κυρίως για άρδευση.
Από την ευρωπαϊκή Οδηγία του 1991 στα κενά του σήμερα
Η μεγάλη ανάπτυξη των αποχετευτικών δικτύων και των βιολογικών καθαρισμών στην Ελλάδα συνδέεται με την ευρωπαϊκή Οδηγία 91/271. Η Οδηγία υποχρέωσε τα κράτη-μέλη να εξασφαλίσουν τη συλλογή και επεξεργασία των λυμάτων για τους οικισμούς άνω των 2.000 κατοίκων. Η πληθυσμιακή κάλυψη στην Ελλάδα είναι υψηλή –περίπου 90% έως 95%– επειδή οι μεγάλες πόλεις και οι μεγαλύτεροι οικισμοί διαθέτουν μονάδες. Αυτό, όμως, δεν εξαφανίζει τις εκκρεμότητες στις μικρότερες περιοχές, ούτε σημαίνει ότι οι υπάρχοντες βιολογικοί καθαρισμοί λειτουργούν παντού «ρολόι».
Για να λειτουργήσει μια εγκατάσταση, πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το δίκτυο που την τροφοδοτεί, να έχει επιλεγεί τεχνολογία κατάλληλη για το μέγεθος και τις ιδιαιτερότητες της περιοχής και να υπάρχει φορέας που θα εξασφαλίζει καθημερινή λειτουργία, επισκευές και έλεγχο. Στην Ελλάδα αυτά δεν εξασφαλίστηκαν παντού με την ίδια συνέπεια.
Μεγάλα έργα, μικρή πρόνοια για τη λειτουργία
Οι μονάδες κατασκευάστηκαν με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, που έφθανε συνήθως το 80%, και εθνικούς πόρους για το υπόλοιπο 20%. Το βάρος έπεσε στην κατασκευή –ένα πεδίο μεγάλων εργολαβιών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, φαραωνικών σχεδιασμών– και πολύ λιγότερο στη λειτουργία των έργων για τις επόμενες δεκαετίες. Ήταν, με αυτή την έννοια, η χαρά του εργολάβου: παραδόθηκαν ακριβές υποδομές, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί πάντοτε ποιος θα τις συντηρεί και με ποια μέσα.
Έχουν κατασκευαστεί σε ορισμένες περιπτώσεις υπερδιαστασιολογημένες εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, ενώ υπάρχουν και μονάδες που ολοκληρώθηκαν χωρίς να έχει τελειώσει το αποχετευτικό δίκτυο. Όπως μας εξηγεί ο Ν. Στασινάκης: «Οι δυνατότητες λειτουργίας και συντήρησης σίγουρα δεν λήφθηκαν υπόψη πουθενά. Είναι σαν να ζεις σε ένα απομονωμένο μέρος και να σου κάνουν δώρο ένα πολύ ακριβό αυτοκίνητο. Το παίρνεις, χαίρεσαι γι’ αυτό, αλλά συνήθως δεν σκέφτεσαι ότι εκεί δεν έχει εξουσιοδοτημένο συνεργείο για συντήρηση, τα ανταλλακτικά είναι ακριβά, οι δρόμοι δεν είναι κατάλληλοι».
Δήμοι χωρίς προσωπικό για τους βιολογικούς καθαρισμούς
Κάποιες από αυτές τις μεγάλες και ακριβές μονάδες παραδόθηκαν σε μικρούς δήμους που δεν είχαν τις υπηρεσίες για να τις υποστηρίξουν. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για έναν μικρό νησιωτικό δήμο, κατά τον Ν. Στασινάκη, είναι «η έλλειψη εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού για να λειτουργήσει σωστά τη μονάδα και να καθοδηγήσει το τεχνικό προσωπικό για τις απαραίτητες εργασίες συντήρησης και επισκευής βλαβών». Όπως μας εξηγεί, «ορισμένοι δήμοι δεν διαθέτουν καν τεχνική υπηρεσία. Σε άλλους η υπηρεσία είναι τόσο υποστελεχωμένη, ώστε η συστηματική απασχόληση ενός μηχανικού, περιβαλλοντολόγου ή χημικού με την επεξεργασία των λυμάτων να θεωρείται πολυτέλεια. Προηγούνται η ύδρευση, τα απορρίμματα, ο ΧΥΤΑ και δεκάδες ακόμη καθημερινές ανάγκες».
Συχνά ο δήμος ή η ΔΕΥΑ αναθέτουν τη λειτουργία σε ιδιωτική εταιρεία, συνήθως με ετήσια σύμβαση. Ο δημόσιος φορέας παραμένει υπεύθυνος για την επίβλεψη της εργολαβίας, τις δειγματοληψίες και την επιβεβαίωση ότι η μονάδα λειτουργεί σωστά. «Αν δεν έχεις διαθέσιμο καταρτισμένο προσωπικό, πώς θα επιβλέψεις τον εργολάβο;» διερωτάται ο καθηγητής.

Είτε η λειτουργία γίνεται με ίδια μέσα είτε ανατίθεται σε ιδιώτη, χρειάζεται δημόσιος φορέας εποπτείας με ανεξάρτητες δειγματοληψίες και αναλύσεις, καθώς και συχνές και απροειδοποίητες επισκέψεις. Το εγχείρημα έχει κόστος: οι εγκαταστάσεις είναι πολλές και διάσπαρτες, συχνά σε απομακρυσμένα νησιά, και χρειάζονται υπάλληλοι που θα ταξιδεύουν για να τις ελέγχουν.
«Κανονικά τον ρόλο αυτό θα έπρεπε να καλύπτουν οι Περιφέρειες και οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος. Εκ του αποτελέσματος φαίνεται πως δεν μπορούν, αν δεν υποστηριχθούν με προσωπικό και χρήματα», σημειώνει. Ο ίδιος θεωρεί εξίσου απαραίτητη την επιστημονική υποστήριξη και εκπαίδευση του μόνιμου προσωπικού των μικρών εγκαταστάσεων. «Τα συστήματα αυτά χρειάζονται κατάρτιση για να λειτουργούν σωστά. Δεν γνωρίζει a priori ένας πολιτικός μηχανικός ή ένας χημικός να τα λειτουργήσει. Άλλα πράγματα μαθαίνει στο πανεπιστήμιο».
Όταν ο Αύγουστος υπερπολλαπλασιάζει τα φορτία των λυμάτων
Η έλλειψη ανθρώπων που μπορούν να ρυθμίσουν έγκαιρα τη λειτουργία μιας μονάδας γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη όταν έρχεται η θερινή αιχμή. Στα νησιά, οι μονάδες αυτές, θα πρέπει μέσα σε λίγες εβδομάδες να περάσουν από τις πολύ μικρές παροχές του χειμώνα σε φορτίο πολλαπλάσιο.
«Στα τουριστικά νησιά είναι δεδομένη η υπερφόρτωση τον Αύγουστο, καθώς και οι πολύ μικρές παροχές το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Σκεφτείτε το εξής: κάθε κάτοικος παράγει περίπου 150-200 λίτρα λυμάτων ημερησίως – οι τουρίστες μπορεί και περισσότερο. Αν δείτε τις μεταβολές πληθυσμών στα μικρά νησιά μεταξύ χειμώνα και Αυγούστου, καταλαβαίνετε πόσο περισσότερα λύματα παράγονται το καλοκαίρι», λέει ο Ν. Στασινάκης.
Ο ίδιος εξηγεί ότι οι μονάδες έχουν σχεδιαστεί ώστε τα λύματα να παραμένουν μέσα στους βιοαντιδραστήρες για συγκεκριμένο αριθμό ωρών – για παράδειγμα, περίπου 15 ώρες αερισμού. «Αν τριπλασιαστεί η παροχή των εισερχόμενων λυμάτων, λόγω τριπλασιασμού του εξυπηρετούμενου πληθυσμού, υποτριπλασιάζεται ο χρόνος παραμονής των λυμάτων στους βιοαντιδραστήρες. Δεν είναι πια αρκετός ώστε να επιτελέσουν οι μικροοργανισμοί σωστά τις βιολογικές διεργασίες».
Παράλληλα, η αυξημένη ροή ξεπλένει τη βιομάζα που υπάρχει μέσα στους βιοαντιδραστήρες. «Ακόμη και αν μειωθούν οι παροχές τις επόμενες εβδομάδες, το σύστημα αργεί να ανακάμψει», εξηγεί ο Ν. Στασινάκης. Γι’ αυτό η θερινή υπερφόρτωση δεν είναι απλώς ένα στιγμιαίο επεισόδιο. Μπορεί να διαταράξει τη λειτουργία της μονάδας και μετά το τέλος της τουριστικής περιόδου.
Οι κόκκινες μονάδες και η βάση του ΥΠΕΝ
Η Εθνική Βάση Δεδομένων των Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυμάτων λειτουργεί από το 2012. Όπως αναφέρει το ΥΠΕΝ, δημιουργήθηκε για την «άμεση και συνεχή παρακολούθηση» της εφαρμογής της Οδηγίας και για την «απευθείας ενημέρωση του κοινού». Οι φορείς λειτουργίας καταχωρίζουν τεχνικά και λειτουργικά στοιχεία, δεδομένα για τις εκροές, τη διάθεση ή την επαναχρησιμοποίηση του νερού και τη διαχείριση της ιλύος.
Όπως ήδη αναφέραμε, στον χάρτη του 2025, 29 Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων εμφανίζονται με κόκκινο. «Μη συμμορφούμενη μονάδα στην πραγματικότητα, στη συντριπτική πλειονότητα, σημαίνει υπέρβαση των επιτρεπόμενων ορίων σε μία ή περισσότερες παραμέτρους. Σε ορισμένες, λίγες, περιπτώσεις μπορεί και να σημαίνει ότι η μονάδα δεν παρακολουθείται καν, οπότε δεν κατατίθενται και οι τιμές των παραμέτρων στην πλατφόρμα», μας εξηγεί ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Ένας χάρτης για την εικόνα της προηγούμενης χρονιάς
Η βάση προορίζεται για ενημέρωση, αλλά τα περισσότερα στοιχεία δημοσιοποιούνται το πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους. Έτσι, για τη συντριπτική πλειονότητα των μονάδων, ο πολίτης μαθαίνει κάθε χρονιά τι συνέβη την προηγούμενη.
«Χάνουμε την ουσία του λόγου ύπαρξης της συγκεκριμένης ιστοσελίδας», σχολιάζει ο Ν. Στασινάκης. «Δεν φαίνεται να μας ενδιαφέρει η άμεση ενημέρωση των πολιτών, αλλά η ανάρτηση των δεδομένων φαίνεται να αποτελεί ακόμη μία υποχρέωση που πρέπει να εκτελέσουμε στο πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους».
Μια μπλε ένδειξη δεν σημαίνει ότι η μονάδα λειτουργεί οπωσδήποτε σωστά σήμερα. Σημαίνει ότι, με βάση τα στοιχεία που κατατέθηκαν για το έτος αναφοράς, κρίθηκε συμμορφούμενη. Δεν αποτυπώνει κάποια βλάβη, τρέχουσα υπερφόρτωση ή αστοχία που συνέβη στο μεταξύ.
Η έλλειψη ανεξάρτητων ελέγχων
Οι δειγματοληψίες πραγματοποιούνται από εργαζομένους των ίδιων των εγκαταστάσεων και τα δείγματα αποστέλλονται συνήθως σε εξωτερικά διαπιστευμένα εργαστήρια. Ο ελάχιστος αριθμός εξαρτάται από το μέγεθος της μονάδας. Οι περισσότερες αναρτούν αποτελέσματα για 12 δείγματα τον χρόνο, δηλαδή ένα τον μήνα, και ορισμένες για 24. Για μικρότερες μονάδες μπορεί να απαιτούνται και λιγότερα. Τυπικά, αυτό μπορεί να είναι σύμφωνο με τον νόμο.
Στα νησιά, όμως, ο αριθμός των αναρτημένων μετρήσεων δεν φαίνεται να αυξάνεται το καλοκαίρι, όταν το φορτίο είναι πολύ μεγαλύτερο. Η μονάδα μπορεί να δειγματίζεται με την ίδια συχνότητα τον Φεβρουάριο και τον Αύγουστο, παρότι λειτουργεί κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες.
Οι λοιπές ελεγκτικές αρχές, όπως οι Περιφέρειες, λόγω φόρτου εργασίας μεταβαίνουν συνήθως για έλεγχο ή δειγματοληψία έπειτα από καταγγελία. «Μια φορά τον χρόνο ενδέχεται να εμφανιστεί και κάποιος Επιθεωρητής Περιβάλλοντος», αναφέρει ο Ν. Στασινάκης. Ο αυτοέλεγχος δεν σημαίνει ότι τα αποτελέσματα είναι κατ’ ανάγκην λανθασμένα. Είναι, όμως, προβληματικό όταν ο ίδιος φορέας λειτουργεί τη μονάδα, λαμβάνει τα δείγματα και κρίνεται με βάση τα στοιχεία που ο ίδιος παράγει.
Το self-monitoring, δηλαδή ο αυτοέλεγχος των ίδιων των φορέων λειτουργίας, αποτελεί διεθνώς προβληματική πρακτική όταν δεν συνοδεύεται από ισχυρή ανεξάρτητη εποπτεία. Στην Αγγλία αποκαλύφθηκε ότι εταιρείες ύδρευσης πέρασαν ελέγχους ρύπανσης που δεν είχαν πραγματοποιηθεί, επειδή σε προγραμματισμένες ημέρες δειγματοληψίας δεν υπήρχε ροή. Η απουσία δείγματος είχε αντιμετωπιστεί ως συμμόρφωση. Το παράδειγμα δεν αποδεικνύει ότι συμβαίνει το ίδιο στην Ελλάδα, δείχνει όμως γιατί ο αυτοέλεγχος πρέπει να συνοδεύεται από ανεξάρτητες και απροειδοποίητες μετρήσεις.
Το νερό που χάνεται
Η επαναχρησιμοποίηση του επεξεργασμένου νερού παραμένει κάτω από το 5% και αφορά κυρίως τους μήνες από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο, όταν υπάρχει ζήτηση για άρδευση. Οι μονάδες που επαναχρησιμοποιούν συστηματικά το νερό είναι ελάχιστες. Ο Ν. Στασινάκης αναφέρει τη Λαμία, τη Χαλκίδα και τη Χερσόνησο, ενώ εκτιμά ότι πιθανόν υπάρχουν ακόμη τρεις ή τέσσερις περιπτώσεις. Η χρήση αφορά κυρίως αγροτικές καλλιέργειες: ρύζι και βαμβάκι στη Λαμία, ελιές στη Χερσόνησο. Στη Χαλκίδα ποτίζεται το πράσινο στο νησάκι πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυμάτων.
«Αρκετές μονάδες έχουν μπει σε πρόγραμμα αναβάθμισης των εγκαταστάσεων και ανάπτυξης συστήματος αποθήκευσης και διανομής του ανακτημένου νερού. Θα δούμε, όμως, πότε θα ολοκληρωθούν τα έργα και τι ποσότητες θα επαναχρησιμοποιούνται τελικά», σημειώνει.
Γιατί δεν προχώρησε η επαναχρησιμοποίηση; «Καταρχάς, δεν ασχολήθηκαν με το θέμα οι ίδιες οι μονάδες. Είναι πιο εύκολο και με λιγότερη ευθύνη να διαθέτεις τα επεξεργασμένα λύματα στον αποδέκτη από το να δίνεις νερό για καλλιέργειες ή για άρδευση χώρων πρασίνου στην πόλη», απαντά ο Ν. Στασινάκης. Στη δεύτερη περίπτωση, η μονάδα πρέπει να είναι συνεχώς προσηλωμένη στην καθημερινή καλή λειτουργία και στη συστηματική παρακολούθηση της ποιότητας του ανακτημένου νερού. Η επαναχρησιμοποίηση έχει κινδύνους, κυρίως λόγω παθογόνων οργανισμών αλλά και οργανικών μικρορύπων, όπως φαρμακευτικές ενώσεις και PFAS.
Μας εξηγεί ακόμη, ότι οι τελικοί χρήστες –αγρότες και δημότες– συχνά δεν γνωρίζουν ότι το επεξεργασμένο λύμα μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί. Ούτε το ΥΠΕΝ ούτε οι ΔΕΥΑ ανέπτυξαν τα προηγούμενα χρόνια συστηματική ενημέρωση, με καμπάνιες ή προβολή καλών πρακτικών. Επιπλέον, το κόστος του αρδευτικού νερού είναι πολύ χαμηλό. Με τις γεωτρήσεις να αποτελούν την εύκολη και φθηνή λύση, η κυρίαρχη νοοτροπία ήταν απλή: γιατί να μπλέξει κανείς με τα λύματα;
Η νέα Οδηγία ανεβάζει πιο ψηλά τον πήχη
Όπως εξηγεί ο Ν. Στασινάκης, η Οδηγία 2024/3019 είναι αρκετά αυστηρότερη από την Οδηγία του 1991. Επεκτείνει σταδιακά την υποχρέωση συλλογής και δευτεροβάθμιας επεξεργασίας και σε οικισμούς άνω των 1.000 κατοίκων. Δευτεροβάθμια επεξεργασία είναι, με απλά λόγια, η βιολογική επεξεργασία που μειώνει το οργανικό φορτίο των λυμάτων προτού αυτά απορριφθούν στο περιβάλλον.
Για τους οικισμούς άνω των 10.000 κατοίκων προβλέπεται τριτοβάθμια επεξεργασία, δηλαδή ένα πρόσθετο στάδιο για την απομάκρυνση αζώτου και φωσφόρου, με αυστηρότερα όρια. Σε περιοχές όπου η συγκέντρωση μικρορύπων δημιουργεί κίνδυνο θα απαιτείται τεταρτοβάθμια επεξεργασία, ώστε να απομακρύνονται ουσίες όπως οι φαρμακευτικές ενώσεις.
«Η νέα νομοθεσία προβλέπει παρακολούθηση φαρμακευτικών ενώσεων, PFAS, μικροπλαστικών και άλλων μικρορύπων, καταγραφή των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, της ενέργειας που καταναλώνεται και παράγεται, καθώς και σταδιακή ενεργειακή ουδετερότητα των μεγαλύτερων εγκαταστάσεων. Αναφέρει επίσης ρητά την πρόσβαση του κοινού στα δεδομένα παρακολούθησης».
Για τα νησιά, αυτό σημαίνει περισσότερες μονάδες, αυστηρότερα όρια και περισσότερες μετρήσεις. Σημαίνει επίσης ότι οι νέες εγκαταστάσεις πρέπει να έχουν μικρό ανθρακικό αποτύπωμα, χαμηλότερο λειτουργικό κόστος και μικρότερες απαιτήσεις σε καθημερινή απασχόληση προσωπικού. Και, λόγω λειψυδρίας, περισσότερη επαναχρησιμοποίηση.
«Άρα, έπειτα από δέκα χρόνια εφαρμογής της νέας νομοθεσίας, λογικά θα δούμε περισσότερες μονάδες επεξεργασίας λυμάτων στα νησιά, πιο αυστηρά όρια εκροής και υποχρέωση για περισσότερες μετρήσεις. Για τους μικρούς οικισμούς θα πρέπει αναπόφευκτα να επιλέξουμε συστήματα με μικρό ανθρακικό αποτύπωμα, σχετικά μικρό λειτουργικό κόστος και μικρή απαίτηση σε ενασχόληση του προσωπικού», συνοψίζει ο Ν. Στασινάκης.
Λύσεις βασισμένες στη φύση
«Παράλληλα, σε αυτή την εξίσωση, που έτσι κι αλλιώς είναι αρκετά δύσκολη, λόγω κλιματικής κρίσης και λειψυδρίας, θα πρέπει να αυξήσουμε και το ποσοστό επαναχρησιμοποίησης. Θα πρέπει να έχουμε περισσότερες μονάδες που λειτουργούν καλά, ώστε με ασφάλεια να δίνουμε το νερό για άρδευση αγροτικών ή αστικών εκτάσεων ή για εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα», τονίζει ο καθηγητής.
Σε αυτή την ανάγκη ανταποκρίνονται, μεταξύ άλλων, οι τεχνητοί υγρότοποι. Πρόκειται για λεκάνες ή δεξαμενές γεμάτες με πληρωτικό υλικό, συνήθως χαλίκι, και φυτεμένες με καλάμια ή άλλα φυτά. Η ροή είναι συνήθως υποεπιφανειακή, ώστε να μην υπάρχει ορατό νερό, δυσοσμία ή πρόβλημα με κουνούπια.
Οι τεχνητοί υγρότοποι έχουν χαμηλότερο κόστος κατασκευής, λειτουργίας και συντήρησης, μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και περιορισμένη παραγωγή ιλύος. Επειδή συνήθως δεν χρειάζονται συνεχή αερισμό, καταναλώνουν πολύ λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια.
Η απλούστερη λειτουργία τους δεν σημαίνει ότι μπορούν να αφεθούν χωρίς επίβλεψη. Χρειάζονται επιστημονική παρακολούθηση και συντήρηση, έστω με μικρότερες απαιτήσεις από τις συμβατικές μονάδες. «Δεν μπορείς να το αφήσεις να λειτουργεί μόνο του και να εμφανιστείς στον χώρο έπειτα από έναν μήνα», επισημαίνει ο Ν. Στασινάκης. Χρειάζονται επίσης μεγαλύτερη έκταση, έχουν μεγαλύτερο χρόνο εκκίνησης και, αν υπερφορτωθούν, υπάρχει κίνδυνος έμφραξης. Για τον λόγο αυτό προτείνονται κυρίως για μικρούς οικισμούς, συνήθως κάτω των 5.000 κατοίκων».
Οι δήμοι και οι ΔΕΥΑ έχουν μικρή εμπειρία στη λειτουργία τέτοιων συστημάτων σε μεγάλη κλίμακα. Η τεχνογνωσία, όμως, υπάρχει στα ελληνικά πανεπιστήμια. Ομάδες στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στο Πολυτεχνείο Κρήτης μελετούν εδώ και χρόνια τις συγκεκριμένες τεχνολογίες και τις μεταφέρουν από το εργαστήριο σε πιλοτικές εφαρμογές.
Από την έρευνα στην εφαρμογή: Τα έργα στη Λέσβο
Στην Άντισσα της Λέσβου λειτουργεί το σύστημα HYDRO1 του ευρωπαϊκού έργου HYDROUSA, το οποίο συντόνισε το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Η εφαρμογή συνδυάζει αναερόβια επεξεργασία, τεχνητούς υγροτόπους και απολύμανση. Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου συμμετείχε στην ανάπτυξη των επιμέρους συστημάτων και στην υποστήριξη της λειτουργίας και της παρακολούθησης της εφαρμογής.
Η εγκατάσταση δέχεται έως 100 κυβικά μέτρα λυμάτων την ημέρα. Τον χειμώνα μπορεί να καλύψει το σύνολο των λυμάτων του χωριού, που έχει περίπου 500 κατοίκους, και το καλοκαίρι περίπου το 80%. Παρακολουθείται συστηματικά και παράγει ανακτημένο νερό κατηγορίας Α, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την άρδευση οποιουδήποτε είδους καλλιέργειας.
Στο νέο ευρωπαϊκό έργο DECIRE-WATER, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου έχει κεντρικό ρόλο και την ευθύνη επίδειξης δύο πιλοτικών εφαρμογών στη Λέσβο. Στην Άντισσα θα δοκιμαστεί η επεξεργασία μείγματος οικιακών και αγροκτηνοτροφικών αποβλήτων. Πρόκειται για μια πρακτική συνηθισμένη σε μικρούς μεσογειακούς οικισμούς, όπου στο ίδιο δίκτυο μπορεί να καταλήγουν φορτία από μικρές κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις ή μονάδες μεταποίησης τροφίμων, όπως τυροκομεία και ελαιοτριβεία.
Σε ένα εμβληματικό ξενοδοχείο της δεκαετίας του 1970 στον Μόλυβο, η ομάδα του Πανεπιστημίου Αιγαίου αναπτύσσει σύστημα επεξεργασίας των γκρίζων νερών με τεχνητούς υγροτόπους, ώστε το επεξεργασμένο νερό να επαναχρησιμοποιείται για την άρδευση των χώρων πρασίνου του ξενοδοχείου.
Οι εκκρεμότητες και το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα λύματα
Η χώρα βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα διπλό βάρος: πρέπει να καλύψει τις παλιές εκκρεμότητες και ταυτόχρονα να προσαρμοστεί στις νέες απαιτήσεις για αυστηρότερη επεξεργασία, ενεργειακή ουδετερότητα, διαφάνεια και μεγαλύτερη επαναχρησιμοποίηση του νερού.
Με απόφαση της 4ης Ιουνίου 2026, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπίστωσε ότι η Ελλάδα δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της για τη συλλογή και την επεξεργασία των αστικών λυμάτων. Η κρίση του βασίστηκε στην κατάσταση που ίσχυε στις 2 Φεβρουαρίου 2022, όταν έληξε η προθεσμία που είχε δοθεί στη χώρα για να συμμορφωθεί, και όχι σε μεταγενέστερα έργα ή βελτιώσεις. Οι παραβάσεις αφορούσαν 153 οικισμούς στους οποίους δεν είχαν εξασφαλιστεί τα απαιτούμενα αποχετευτικά δίκτυα και 143 όπου τα λύματα δεν υποβάλλονταν στη δευτεροβάθμια –δηλαδή κατά κανόνα βιολογική– ή σε άλλη επεξεργασία ισοδύναμης αποτελεσματικότητας προτού απορριφθούν στο περιβάλλον. Αφορούσαν επίσης έναν οικισμό στον οποίο δεν εφαρμόστηκε η αυστηρότερη επεξεργασία που απαιτείται για τις ευαίσθητες περιοχές, καθώς και 13 παράκτιους οικισμούς, όπου τα λύματα δεν υποβάλλονταν στην κατάλληλη επεξεργασία προτού καταλήξουν στη θάλασσα.
Ο Ν. Στασινάκης επιμένει ότι η εικόνα δεν είναι μόνο αρνητική. «Είναι θετικό ότι έχουμε κατασκευάσει μονάδες για το 90% περίπου του ελληνικού πληθυσμού. Υπάρχουν μονάδες που κάνουν σωστά τη δουλειά τους και προσωπικό που αγαπά αυτό που κάνει και προσπαθεί με όσα μέσα έχει. Υπάρχουν όμως και αρκετά σημεία που δεν θα πρέπει να τα κρύβουμε κάτω από το χαλί, αλλά να τα συζητάμε και να προσπαθούμε να βρούμε λύση».















