Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Ντόναλντ Τραμπ: Μήνυση από έξι πολίτες για τον αποκλεισμό των μέσων ενημέρωσης από τον Λευκό Οίκο


Στην ολοένα και πιο έντονη δικαστική αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τα μέσα ενημέρωσης, η δημοσιογραφική κάλυψη των οποίων δεν του αρέσει, αναδεικνύεται ένας νέος και καθοριστικός παράγοντας: οι πολίτες που παρακολουθούν και διαβάζουν τις ειδήσεις και βασίζονται σε αυτές για να κάνουν τη δουλειά τους.

Αγωγή που κατατέθηκε τη Δευτέρα εκ μέρους έξι πολιτών, οι οποίοι ουσιαστικά εκπροσωπούν το κοινό των μέσων ενημέρωσης, υποστηρίζει ότι οι απαγορεύσεις εισόδου δημοσιογράφων στον Λευκό Οίκο από τον Τραμπ δεν παραβιάζουν μόνο τα δικαιώματα των ειδησεογραφικών οργανισμών. Κυρίως, σύμφωνα με την αγωγή, στερούν από το κοινό το δικαίωμα στην ανεξάρτητη ενημέρωση για τον πρόεδρο και την κυβέρνησή του.

«Η μεγαλύτερη ζημιά εδώ […] αφορά το ίδιο το δημοκρατικό κοινό», αναφέρεται στην αγωγή, η οποία κατατέθηκε σε ομοσπονδιακό περιφερειακό δικαστήριο της Νέας Υόρκης κατά του Τραμπ και τριών βασικών συνεργατών του, μεταξύ των οποίων και η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Σούζι Γουάιλς.

«Η Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα του κοινού να γνωρίζει τι κάνει η κυβέρνησή του», δήλωσε η Κέιτι Φάλοου, αναπληρώτρια διευθύντρια δικαστικών υποθέσεων στο Ινστιτούτο Knight για την Πρώτη Τροπολογία, το οποίο κατέθεσε την αγωγή εκ μέρους των έξι πολιτών, σε συνεργασία με την κλινική Media Freedom & Information Access της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Γέιλ.

«Ο Λευκός Οίκος δεν μπορεί να αποφασίζει ποιες πληροφορίες λαμβάνουν οι Αμερικανοί τιμωρώντας την κριτική δημοσιογραφία», ανέφερε η Φάλοου σε δήλωσή της.

«Όταν ο Λευκός Οίκος απομακρύνει δημοσιογράφους λόγω του τρόπου με τον οποίο καλύπτουν την επικαιρότητα και απειλεί άλλους με αποκλεισμό, δεν πλήττονται μόνο τα μέσα ενημέρωσης. Το κοινό χάνει την πρόσβαση στην ανεξάρτητη ενημέρωση και λαμβάνει κάτι που προσεγγίζει περισσότερο την κυβερνητική προπαγάνδα», πρόσθεσε.

Οι έξι ενάγοντες βασίζονται στην ενημέρωση από τον Λευκό Οίκο για την εργασία τους

Οι έξι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι χρειάζονται ανεξάρτητη και πολυφωνική δημοσιογραφική κάλυψη του Λευκού Οίκου για να ασκήσουν το έργο τους στην εκπαίδευση, τη δημοσιογραφία ή την προάσπιση δικαιωμάτων.

Μεταξύ τους περιλαμβάνονται ένας γνωστός υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ένας πολιτικός συντάκτης, ένας καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Γέιλ, ένας καθηγητής αγωγής του πολίτη σε λύκειο, ένας νομικός συντάκτης και ένας φοιτητής δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια.

Η αγωγή που κατατέθηκε τη Δευτέρα, περιγράφει τις δικαστικές διαμάχες στις οποίες έχουν ήδη εμπλακεί με την κυβέρνηση Τραμπ διάφορα μέσα ενημέρωσης που έχουν βρεθεί στο στόχαστρό της.

Σε αυτές περιλαμβάνεται η πρόσφατη αγωγή των CNN, MS NOW και Politico, οι δημοσιογράφοι των οποίων αποκλείστηκαν από τον Λευκό Οίκο τον Σεπτέμβριο.

Πρόσφατα, ομοσπονδιακός δικαστής παρέτεινε την ισχύ εντολής που εμποδίζει τον Λευκό Οίκο να εφαρμόσει τον αποκλεισμό όσο η υπόθεση εξετάζεται από τη Δικαιοσύνη.

Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν περιορισμοί στην κάλυψη των δραστηριοτήτων του Τραμπ από το CNN μέσω του δημοσιογραφικού pool, δηλαδή της ομάδας δημοσιογράφων και τηλεοπτικών συνεργείων που εναλλάσσονται στην κάλυψη του προέδρου. Ο Λευκός Οίκος δεν επιτρέπει πλέον στο δίκτυο να συμμετέχει με τη συνήθη συχνότητα στις αποστολές που καλύπτουν τις δραστηριότητες και τις μετακινήσεις του Αμερικανού προέδρου, με το CNN να προειδοποιεί ότι θα προχωρήσει σε περαιτέρω νομικές ενέργειες.

Σε εξέλιξη βρίσκεται και η δικαστική διαμάχη με το Associated Press. Οι δημοσιογράφοι του πρακτορείου είχαν αποκλειστεί πέρυσι από το Οβάλ Γραφείο, το προεδρικό αεροσκάφος Air Force One και ορισμένες εκδηλώσεις, ως αντίποινα για την απόφαση του AP να μην υιοθετήσει την ονομασία «Κόλπος της Αμερικής» για τον Κόλπο του Μεξικού, όπως είχε ζητήσει ο Τραμπ. Ο κόλπος βρέχει, μεταξύ άλλων, τις ακτές του Μεξικού και άλλων χωρών.

Παράλληλα, οι New York Times έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη κατά πολιτικής του Πενταγώνου που απαιτεί τη συνοδεία των δημοσιογράφων στους χώρους του, ενώ το ABC αντιδρά νομικά στις κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ σχετικά με την ανανέωση των αδειών μετάδοσής του.

Η νέα αγωγή ζητά ευρύτερη δικαστική προστασία

Η αγωγή που κατατέθηκε τη Δευτέρα διαφέρει από τις προηγούμενες προσφυγές κατά του Αμερικανού προέδρου σε δύο βασικά σημεία: οι ενάγοντες είναι απλοί πολίτες και τα αιτήματά τους έχουν ευρύτερο πεδίο εφαρμογής.

Εκτός από την αποκατάσταση της πρόσβασης που έχει ήδη περιοριστεί, η αγωγή ζητά την έκδοση ευρείας δικαστικής εντολής, η οποία θα προστατεύει όλα τα μέσα ενημέρωσης που καλύπτουν τον Λευκό Οίκο από αντίποινα.

Εκτός από τον Τραμπ, ως εναγόμενοι κατονομάζονται η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς, ο διευθυντής επικοινωνίας του Λευκού Οίκου Στίβεν Τσουνγκ και ο διευθυντής της Μυστικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, Σον Μ. Κάραν.

Σύμφωνα με την αγωγή, «η πολιτική των εναγομένων να περιορίζουν την πρόσβαση των ειδησεογραφικών οργανισμών που δεν τους είναι αρεστοί στερεί από το κοινό την ενημέρωση που παρέχουν τα συγκεκριμένα μέσα. Παράλληλα, αναπόφευκτα περιορίζει και την ανεξάρτητη ενημέρωση που προσφέρουν άλλα μέσα, καθώς κάθε δημοσιογράφος που καλύπτει τον Λευκό Οίκο πρέπει πλέον να λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο μια επικριτική ή απερίσκεπτη αναφορά στον πρόεδρο να οδηγήσει σε αιφνίδιο περιορισμό ή ανάκληση της διαπίστευσής του».

Οι ενάγοντες ζητούν από το δικαστήριο να κρίνει αντισυνταγματική την πολιτική αποκλεισμού, υποστηρίζοντας ότι επιβάλλει περιορισμούς σε έναν χώρο περιορισμένης δημόσιας πρόσβασης με βάση τις απόψεις που εκφράζουν τα μέσα ενημέρωσης, κατά τρόπο αυθαίρετο και αδικαιολόγητο. Ζητούν, επίσης, να απαγορευτεί στην κυβέρνηση η εφαρμογή της συγκεκριμένης πολιτικής.

Ποιοι είναι οι έξι ενάγοντες

  • Κένεθ Ροθ, πρώην επί σειρά ετών εκτελεστικός διευθυντής της Human Rights Watch και διδάσκων στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Γέιλ και στη Σχολή Παγκόσμιων Υποθέσεων. Σύμφωνα με την αγωγή, ο Ροθ «βασίζεται στην έρευνα και στα ρεπορτάζ των δημοσιογράφων που καλύπτουν τον Λευκό Οίκο για να τεκμηριώνει τα δημόσια κείμενα και τα σχόλιά του».
  • Ντάνιελ Φρούμκιν, δημοσιογράφος που καλύπτει θέματα μέσων ενημέρωσης και πολιτικής και διευθυντής σύνταξης του Press Watch, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που ενθαρρύνει τους πολιτικούς συντάκτες να «εκπληρώνουν την ουσιαστική αποστολή τους: να συμβάλλουν στην ενημέρωση των ψηφοφόρων και να καθιστούν τους ισχυρούς υπόλογους για τις πράξεις τους».
  • Μπέβερλι Γκέιτζ, ιστορικός βραβευμένη με Πούλιτζερ και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Γέιλ. Όπως αναφέρεται στην αγωγή, βασίζεται στην έρευνα και στα ρεπορτάζ των δημοσιογράφων του Λευκού Οίκου για την ακαδημαϊκή της έρευνα, τα δημόσια κείμενα και τα σχόλιά της.
  • Πίτερ Σμιντ-Νοουάρα, καθηγητής κοινωνικών επιστημών σε λύκειο της Νέας Υόρκης, όπου διδάσκει αγωγή του πολίτη. Θεωρεί τη δημοσιογραφική κάλυψη του Λευκού Οίκου «απαραίτητη για το εκπαιδευτικό του έργο».
  • Μπέντζαμιν Γουάιτς, αρχισυντάκτης του Lawfare και ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Brookings. Σύμφωνα με την αγωγή, το μέσο του βασίζεται ιδιαίτερα στους δημοσιογράφους του Λευκού Οίκου για την ακριβή και έγκαιρη κάλυψη των δραστηριοτήτων του προέδρου.
  • Ίθαν Γιανγκ, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια και αρχισυντάκτης της φοιτητικής εφημερίδας The Daily Pennsylvanian. Ως φοιτητής δημοσιογράφος, «βασίζεται σε μια πολυφωνική, ανεξάρτητη και αξιόπιστη ομάδα δημοσιογράφων που καλύπτουν τον Λευκό Οίκο, οι οποίοι λειτουργούν ως εκπρόσωποί του στην ενημέρωση».

Με πληροφορίες από Associated Press



Πηγή: www.lifo.gr