Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Ο Βαν Γκογκ του Ορσέ και ο 98χρονος που τον διεκδικεί


Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η μνήμη όταν ο άνθρωπος που την κουβαλά είναι 98 ετών;

Ο Κλάους Κάλμαν, γεννημένος στο Βερολίνο το 1928, διεκδικεί από το Μουσείο Ορσέ στο Παρίσι την επιστροφή ενός έργου του Βίνσεντ βαν Γκογκ που, σύμφωνα με την οικογένειά του, κρεμόταν κάποτε στη βίλα του παππού του. Πρόκειται για το “Hôpital Saint-Paul à Saint-Rémy-de-Provence”, έργο του 1889, το οποίο απεικονίζει το νοσοκομείο Σεν-Πολ στο Σεν-Ρεμί-ντε-Προβάνς, όπου ο Βαν Γκογκ νοσηλεύτηκε λίγο πριν από τον θάνατό του.

Ο Κλάους Κάλμαν είναι εγγονός του Φέλιξ Κάλμαν, Γερμανοεβραίου δικηγόρου, επιχειρηματία και συλλέκτη τέχνης, ο οποίος διώχθηκε από τους Ναζί. Παρά την ηλικία του, διατηρεί ζωντανή τη μνήμη του πίνακα: μια μορφή με καπέλο κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, μια πρόσοψη με κολόνες και πράσινα παντζούρια, ένας ουρανός της Προβηγκίας πίσω από τις χαρακτηριστικές πινελιές του Βαν Γκογκ.

Ένας 98χρονος διεκδικεί έναν Βαν Γκογκ από το Μουσείο Ορσέ Facebook Twitter
Στο “Hôpital Saint-Paul à Saint-Rémy-de-Provence”, ο Βαν Γκογκ ζωγραφίζει τον χώρο της νοσηλείας του λίγο πριν από το τέλος της ζωής του

Η υπόθεση βρίσκεται πλέον στα χέρια της γαλλικής Επιτροπής Αποζημίωσης Θυμάτων Λεηλασίας, η οποία αναμένεται να την εξετάσει από τον Σεπτέμβριο. Το αίτημα δεν αφορά απλώς ένα πολύτιμο έργο τέχνης. Αφορά το πώς αποκαθίσταται, σχεδόν έναν αιώνα μετά, μια αλυσίδα απώλειας, διωγμού και αναγκαστικών μεταβιβάσεων που ξεκίνησε με την άνοδο του ναζισμού.

Το κρίσιμο σημείο είναι ένα κενό στην ιστορία του πίνακα, ανάμεσα στον Ιούνιο του 1932 και τον Φεβρουάριο του 1934. Το 1932, ο Φέλιξ Κάλμαν φαίνεται ότι προσπάθησε να πουλήσει το έργο στην Κρατική Πινακοθήκη του Βερολίνου, η οποία το απέρριψε. Μετά, τα ίχνη χάνονται, μέχρι το έργο να εμφανιστεί στο Παρίσι, στην κατοχή του μεγάλου γκαλερίστα Πολ Ρόζενμπεργκ, κάποια στιγμή ανάμεσα στο 1933 και τις αρχές του 1934.

Αυτό το κενό είναι που κάνει την υπόθεση τόσο δύσκολη. Η οικογένεια Κάλμαν υπήρξε αναμφίβολα θύμα αντισημιτικών διώξεων και λεηλασιών. Όμως οι γαλλικές αρχές δεν έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να τεκμηριώσουν με ασφάλεια αν ο συγκεκριμένος Βαν Γκογκ πουλήθηκε υπό πίεση, αν πέρασε από ενδιάμεσους εμπόρους ή αν η μεταβίβασή του έγινε πριν ή μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, στις 30 Ιανουαρίου 1933.

Εκεί βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα: όταν ένας Γερμανοεβραίος συλλέκτης πουλά έργο τέχνης στις αρχές του 1933, σε ένα περιβάλλον ήδη βίαιης αντισημιτικής πίεσης, μπορεί αυτή η πώληση να θεωρηθεί ελεύθερη; Ή πρέπει να διαβαστεί μέσα στο ιστορικό πλαίσιο του διωγμού που ακολούθησε;

Η ιστορία της οικογένειας Κάλμαν δείχνει πόσο γρήγορα κατέρρευσε ένας ολόκληρος κόσμος. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι Κάλμαν ζούσαν σε μεγάλη βίλα στο εύπορο Westend του Βερολίνου. Ο Φέλιξ είχε υπάρξει ισχυρός επιχειρηματικός και νομικός παράγοντας. Ο γιος του, Χάρτμουτ Κάλμαν, ήταν φυσικός, μαθητής του Μαξ Πλανκ. Ανήκαν σε εκείνη την εβραϊκή αστική και επιστημονική ελίτ που ο ναζισμός στόχευσε αμέσως μετά την άνοδό του.

Το 1933, ο Χάρτμουτ έχασε τη θέση του ως ερευνητής. Οι οικογενειακές επιχειρήσεις απαξιώθηκαν. Ο Φέλιξ Κάλμαν πέθανε από καρδιακή προσβολή λίγες ημέρες μετά τη Νύχτα των Κρυστάλλων, τον Νοέμβριο του 1938. Μετά τον πόλεμο, η οικογένεια έλαβε αποζημίωση από τη Γερμανία για την αναγκαστική πώληση της βίλας. Η τέχνη, όμως, έμεινε για δεκαετίες στο περιθώριο της διεκδίκησης. Πρώτα έπρεπε να ξαναχτιστούν ζωές, επαγγέλματα, συντάξεις, σπίτια.

Ο πίνακας του Βαν Γκογκ είχε αγοραστεί το 1914 από την γκαλερί Paul Cassirer στο Βερολίνο, μαζί με ένα ακόμη έργο του ζωγράφου, που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Thyssen-Bornemisza στη Μαδρίτη. Τα δύο έργα φαίνεται ότι κατέληξαν την ίδια περίοδο στον Πολ Ρόζενμπεργκ, προτού χωριστούν ξανά. Η διαδρομή τους, όμως, παραμένει ατελής.

Μετά το 1936, το “Hôpital Saint-Paul à Saint-Rémy-de-Provence” άλλαξε αρκετά χέρια και τελικά δωρήθηκε στο Λούβρο από τον έμπορο τέχνης Μαξ Καγκάνοβιτς. Το 1986 μεταφέρθηκε στο Μουσείο Ορσέ, όταν δημιουργήθηκε το μουσείο.

Η υπόθεση δεν είναι απλή, και γι’ αυτό έχει ιδιαίτερο βάρος. Ο Καγκάνοβιτς ήταν και ο ίδιος Εβραίος πρόσφυγας που είχε διωχθεί από τους Ναζί. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια κλασική, ευθύγραμμη υπόθεση λεηλασίας όπου το έργο περνά από θύτη σε μουσείο. Είναι μια πιο σύνθετη διαδρομή, με κενά, μεταβιβάσεις, εμπόρους, πρόσφυγες, οικογενειακή μνήμη και κρατικά αρχεία που δεν απαντούν σε όλα.

Από την πλευρά της οικογένειας Κάλμαν, η υπόθεση είναι καθαρή. Ο Κλάους Κάλμαν υποστηρίζει ότι η συλλογή ήταν ακόμη ακέραιη όταν οι Ναζί ανέβηκαν στην εξουσία και ότι χάθηκε στη συνέχεια, μέσα στο πλαίσιο του διωγμού. Οι δικηγόροι του επικαλούνται τις Αρχές της Ουάσινγκτον του 1998, που ζητούν να λαμβάνονται υπόψη τα αναπόφευκτα κενά και οι ασάφειες στην προέλευση έργων τέχνης από την περίοδο του Ολοκαυτώματος.

Αυτό είναι και το ηθικό βάθος της υπόθεσης. Τα κενά στα αρχεία δεν είναι ουδέτερα. Συχνά είναι προϊόν της ίδιας της βίας που κατέστρεψε οικογένειες, διέλυσε συλλογές και ανάγκασε ανθρώπους να πουλήσουν, να φύγουν ή να σωπάσουν. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, τα μουσεία καλούνται να αποφασίσουν όχι μόνο με βάση την απόδειξη, αλλά και με βάση την ιστορική συνείδηση.

Η υπόθεση του Βαν Γκογκ του Ορσέ θα εξεταστεί ως προτεραιότητα. Για τον Κλάους Κάλμαν, κάθε εβδομάδα μετρά διαφορετικά. Στα 98 του, δεν διεκδικεί μόνο έναν πίνακα. Διεκδικεί μια οικογενειακή μνήμη που κινδυνεύει να χαθεί μαζί με τον τελευταίο άνθρωπο που τη θυμάται.

με στοιχεία από Le Monde



Πηγή: www.lifo.gr