Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Ο θάνατος του Βάλτερ Μπένγιαμιν


Ο θάνατος του Βάλτερ Μπένγιαμιν
 

Lisa Fittko, Mein Weg über die Pyrenäen: Erinnerungen 1940/41, Carl Hanser Verlag, 1985
Lisa Fittko, Escape through the Pyrenees, Northwestern University Press, 1991
Lisa Fittko, Le chemin de Walter Benjamin. Souvenirs 1940-1944. Εκδ. Seuil, coll. “La Librairie du XXIe siècle”, 2020, 384 σελ.

 

Ο θάνατος του Βάλτερ Μπένγιαμιν Facebook Twitter
“La última frontera” (Το τελευταίο σύνορο, 1992), ταινία του Καταλανού σκηνοθέτη Manuel Cussó-Ferrer

 

Jean Lacoste
En attendant Nadeau – 04.09.2020 – τεύχος 110

 

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1940, το πρωί, στο Port-Vendres των Ανατολικών Πυρηναίων, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν (“ο γέρο-Μπένγιαμιν”, όπως έλεγαν οι Γερμανοί εμιγκρέδες, παρουσιάζεται με τον γνώριμο ευγενικό του τρόπο, αλλά απροειδοποίητα, στο μικρό δωμάτιο της Λίζα Φίτκο: ζητά βοήθεια για να περάσει τα ισπανικά σύνορα, καθώς τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τη Γαλλία. Πρόκειται ακόμη για μια φήμη, αλλά πιστεύει πως η Γερμανίδα ακτιβίστρια οργανώνει τέτοια περάσματα μέσα από ορεινά μονοπάτια. Η Λίζα Φίτκο πέθανε το 2005. Η αφήγησή της για τα γεγονότα γύρω από τον θάνατο του Βάλτερ Μπένγιαμιν, που εκδόθηκε στα γερμανικά το 1985 και στα γαλλικά δύο χρόνια αργότερα, επανεκδίδεται σήμερα [στη Γαλλία -σ.σ.].

Εκείνο που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν δεν γνωρίζει είναι ότι το “μονοπάτι” που πρόκειται να ακολουθήσει δεν έχει ακόμη χρησιμοποιηθεί στην πραγματικότητα από Γερμανούς εμιγκρέδες: είναι μια παλιά “διαδρομή” λαθρεμπόρων, πιο ψηλά στο βουνό από την οδό που χρησιμοποιούνταν μέχρι τώρα και η οποία έχει γίνει επικίνδυνη επειδή αστυνομεύεται πιο στενά. Ο σοσιαλιστής δήμαρχος του Μπανιούλς, Βενσάν Αζεμά, ήταν εκείνος που υπέδειξε στη Λίζα Φίτκο αυτή τη νέα διαδρομή, τη “ruta Lister (από το όνομα του δημοκρατικού στρατηγού), μια οδό που χρησιμοποιήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση από τους Ισπανούς πρόσφυγες που διέφευγαν από τον Εμφύλιο Πόλεμο και την καταστολή του Φράνκο.

Ο Μπένγιαμιν φτάνει εκείνη την ημέρα από τη Μασσαλία, όπου έχει ήδη κάνει μια πρώτη αποτυχημένη απόπειρα, κρυμμένος σε ένα φορτηγό πλοίο, μεταμφιεσμένος σε Γάλλο ναύτη… Μια απροσδόκητη πράξη απελπισίας. Το πέρασμα των Πυρηναίων από το Μπανιούλς-συρ-Μερ είναι η τελευταία ευκαιρία να ξεφύγει από τους διώκτες της Επιτροπής Ανακωχής — δηλαδή από τη γερμανική αστυνομία και το στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, έχοντας τελικά εξασφαλίσει αμερικανική βίζα χάρη στον Αμερικανό Βάριαν Φράι του “Αμερικανικού Κέντρου Διάσωσης”, αλλά έχοντας χάσει κάθε ελπίδα να λάβει άδεια εξόδου από τη γαλλική επικράτεια —μια κατάσταση τραγικά παράλογη—, θα επιχειρήσει έτσι να περάσει τα γαλλο-ισπανικά σύνορα μαζί με τη Χένι Γκέρλαντ, μια Γερμανίδα, και τον δεκαεξάχρονο γιο της, Γιόζεφ. Το εγχείρημα είναι ακόμα πιο επικίνδυνο, καθώς αυτή η διαδρομή δεν έχει χρησιμοποιηθεί ακόμα και είναι εύκολο να χαθεί κανείς στα μεγάλα υψόμετρα.

Στις 25 Σεπτεμβρίου, από το Μπανιούλς  —και πιο συγκεκριμένα από το Πουίγκ ντελ Μας — η μικρή ομάδα κάνει μια πρώτη διερευνητική εξόρμηση στους αμπελώνες, σύμφωνα με τις οδηγίες του δημάρχου. Αφού ολοκληρώνουν την αναγνώριση, αποφασίζουν να επιστρέψουν στην πόλη για να διανυκτερεύσουν και να ξεκινήσουν πολύ νωρίς, πριν την αυγή. Όμως ο Μπένγιαμιν, που κουβαλά μια μεγάλη μαύρη τσάντα και κουράζεται εύκολα λόγω της καρδιάς του, προτιμά να κοιμηθεί κάτω από τα αστέρια και να παραμείνει στο ξέφωτο όπου έχουν ήδη φτάσει. Θέλει, ιδίως, να σώσει οπωσδήποτε το “χειρόγραφο” που έχει μαζί του και το οποίο είναι, όπως λέει, σημαντικότερο από το ίδιο του το άτομο. Την επομένη, 26 Σεπτεμβρίου, η μικρή ομάδα με οδηγό τη Λίζα Φίτκο βρίσκει, σαν από θαύμα, τον Μπένγιαμιν στο σημείο που είχαν ορίσει την προηγούμενη και, μετά από μια επικίνδυνη πορεία εννέα ωρών μέσα από τους απότομους λόφους που οριοθετούν τα σύνορα —”μερικές φορές έπρεπε να σκαρφαλώνουμε στα τέσσερα“— φτάνουν το απόγευμα στο Πορτμπού της Καταλονίας.

Σωθήκαν; Ο Μπένγιαμιν, αναγκασμένος να σταματά για να πάρει ανάσα σε κάθε του βήμα στο βουνό, είναι εξαντλημένος. Όμως, οι Ισπανοί αστυνομικοί αρνούνται πλέον να επικυρώνουν τις βίζες τράνζιτ των απάτριδων, δυνάμει ενός πρόσφατου διατάγματος της κυβέρνησης του Φράνκο. Οι πρόσφυγες θα επαναπροωθηθούν. Τους επιτρέπεται, ωστόσο, να περάσουν τη νύχτα στο Πορτμπού προτού απελαθούν την επομένη και παραδοθούν στην Γκεστάπο, η οποία έχει έντονη παρουσία στην πόλη. Ο Μπένγιαμιν, που καταλύει στην πανσιόν Fonda de Francia, αποθαρρυμένος, απελπισμένος και εξουθενωμένος, θέτει σε εφαρμογή ένα σχέδιο που συχνά είχε αναλογιστεί και προετοιμάσει: αυτοκτονεί τη νύχτα μεταξύ 25ης και 26ης Σεπτεμβρίου με μια ισχυρή δόση μορφίνης, την οποία είχε μοιραστεί στο Παρίσι με τον Άρθουρ Κέστλερ και κρατούσε πάνω του. Σε μια επιστολή απαράμιλλης κομψότητας που εμπιστεύτηκε στη Χένι Γκέρλαντ, γράφει: “σε μια κατάσταση χωρίς διέξοδο, δεν έχω άλλη επιλογή από το να δώσω ένα τέλος […] Σε αυτό το μικρό χωριό των Πυρηναίων, όπου κανείς δεν με γνωρίζει, η ζωή μου θα τελειώσει. Σας παρακαλώ να διαβιβάσετε τις σκέψεις μου στον φίλο μου Αντόρνο και να του εξηγήσετε την κατάσταση στην οποία βρέθηκα. Δεν μου απομένει αρκετός χρόνος για να γράψω όλα εκείνα τα γράμματα που θα ήθελα να είχα γράψει”.

Χάνει τις αισθήσεις του και ένας γιατρός διαπιστώνει μια “κεραυνοβόλο αποπληξία” που καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε μεταφορά στο νοσοκομείο. Ο Μπένγιαμιν πεθαίνει γύρω στις 10 μ.μ. τη νύχτα της 26ης προς 27η Σεπτεμβρίου. Η ταφή πραγματοποιείται στις 28 Σεπτεμβρίου μετά από θρησκευτική κηδεία στην εκκλησία Σάντα Μαρία, καθώς οι ισπανικές αρχές θεώρησαν, βασιζόμενες στα έγγραφα που βρέθηκαν πάνω του, ότι ο “Δρ. Μπένγιαμιν Βάλτερ” ήταν καθολικός… Η Χένι Γκούρλαντ και ο γιος της, δεδομένων των περιστάσεων, κατάφεραν να συνεχίσουν το ταξίδι τους, αφού πρώτα αγόρασαν έναντι 75 πεσετών μια πενταετή παραχώρηση τάφου στο παραθαλάσσιο νεκροταφείο του Πορτμπού. Αν και το ταπεινό παραθαλάσσιο νεκροταφείο, σκαρφαλωμένο στον γκρεμό, δεν κράτησε στην πραγματικότητα τα λείψανα του Μπένγιαμιν —τα οποία τοποθετήθηκαν κάπου σε έναν κοινό λάκκο μόλις έληξε η παραχώρηση— ένα μεταλλικό μνημείο του Ντάνι Καραβάν προσφέρει μια ιλιγγιώδη θέα προς την ταραγμένη θάλασσα που απλώνεται από κάτω. Περισσότερο υποβλητικό παρά αισθητικά επιτυχημένο. Όσο για το μυστηριώδες χειρόγραφο —νέες Θέσεις για την Ιστορία, μια τελική εκδοχή του έργου Παρίσι, η πρωτεύουσα του 19ου αιώνα;— που ο φυγάς ήθελε πάση θυσία να σώσει, έχει εξαφανιστεί.

Η αφήγηση της Λίζα Φίτκο για αυτή την απόπειρα διαφυγής από το πεπρωμένο προκάλεσε αίσθηση στη Γερμανία όταν εκδόθηκε το 1985 από έναν εκδοτικό οίκο του Μονάχου (Carl Hanser Verlag) με τον σκόπιμα διακριτικό τίτλο Mein Weg über die Pyrenäen, δηλαδή κάτι σαν “Η πορεία μου πάνω στα Πυρηναία”. Ήδη από το 1987, μια γαλλική μετάφραση της Λεά Μαρκού είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Maren Sell. Σιγά-σιγά, δημιουργήθηκε ένα είδος θρύλου γύρω από αυτή τη διαδρομή των 15 χιλιομέτρων —που σήμερα είναι σηματοδοτημένη— ανάμεσα στο Μπανιούλς και το Πορτμπού μέσω του περάσματος Ρουμπίσα. Ο Εντουί Πλενέλ [Γάλλος δημοσιογράφος, πρώην διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας Le Monde, ιδρυτής του Mediapartσυν-δημιουργός της σειράς ντοκιμαντέρ Ο αιώνας του Κώστα Γαβρά – σ.σ.] μιλά στον πρόλογό του για ένα “αγνωστικιστικό προσκύνημα”, αλλά και για μια “σωκρατική αυτοκτονία” και έναν “θάνατο κατά το αρχαίο πρότυπο”, και είναι βέβαιο πως είναι δύσκολο να αντισταθεί κανείς στη δύναμη υποβολής αυτού που έχει γίνει σχεδόν μύθος.

Ο Εντουί Πλενέλ θέλησε να υπογραμμίσει ταυτόχρονα την επικαιρότητα και τον συμβολικό χαρακτήρα αυτού του “μονοπατιού” σε μια εποχή που η ακροδεξιά εδραιώνει την παρουσία της στην περιοχή: υιοθετεί έτσι την μπενγιαμινική ιδέα για την επικαιρότητα του παρελθόντος, για ένα αίτημα που μας απευθύνει το παρελθόν, για μια προσμονή σε εκκρεμότητα στην οποία οφείλει η κάθε γενιά να ανταποκριθεί. Ο Μπένγιαμιν, μέσα από τη μυστηριώδη και ριζοσπαστική του οπτική για την ιστορία, “κόντρα στο ρεύμα”, θέλησε να αμφισβητήσει τις βεβαιότητες των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών της εποχής, την θετικιστική και αισιόδοξη αντίληψή τους για την ιστορία. Η οποία τους εμπόδιζε να δουν την καταστροφή.

Ο θάνατος του Βάλτερ Μπένγιαμιν Facebook Twitter
Πρόσφυγες από τη Γαλλία και την Ολλανδία διέρχονται από ένα πέρασμα στην οροσειρά των Πυρηναίων, μετακινούμενοι από τη Γαλλία προς την Ισπανία. Σώθηκαν από την οργάνωση “Ολλανδία-Παρίσι” (Dutch-Paris), η οποία ιδρύθηκε από τον Γιόχαν Βάιντνερ, μέλος της Εκκλησίας των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας. Γύρω στο 1940. Φωτ. United States Holocaust Memorial Museum.

 

Αλλά η επανέκδοση αυτού του Μονοπατιού του Βάλτερ Μπένγιαμιν, στη μετάφραση της Λεά Μαρκού, μήπως δεν θα αποτελούσε την ευκαιρία να αλλάξουμε οπτική γωνία και να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή σε εκείνη που υπήρξε η οδηγός και η οργανώτρια αυτών των παράνομων περασμάτων, τη Λίζα Φίτκο; Είναι οι δικές της αναμνήσεις, γραμμένες με μεγάλη ειλικρίνεια και ζωντάνια, που διαβάζουμε με θαυμασμό· και το τόσο συμβολικό πεπρωμένο του Μπένγιαμιν δεν πρέπει να μας κάνει να παραμελούμε τις μοίρες των άλλων προσφύγων. Η Λίζα Φίτκο, με έντονο πρακτικό πνεύμα και ένα είδος χιούμορ, ανασυνθέτει την ατμόσφαιρα του σπουδαίου μυθιστορήματος Transit της Άννα Ζέγκερς: όλους εκείνους τους πρόσφυγες που αναζητούν απεγνωσμένα να εγκαταλείψουν τη Γαλλία που τους γύρισε την πλάτη, για έναν προορισμό που θα τους εγγυηθεί τουλάχιστον τη ζωή τους, την ελευθερία, που θα τους προσφέρει τουλάχιστον μια ευκαιρία επιβίωσης. Θα ήταν κρίμα αυτή η τόσο ζωντανή μορφή να επισκιαστεί από εκείνη του Μπένγιαμιν.

Η Λίζα Φίτκο, γεννημένη ως Ελίζαμπεθ Έκσταϊν το 1909 σε μια πόλη της Αυστροουγγαρίας, περνά τα παιδικά της χρόνια στη Βιέννη· το 1922, η οικογένεια εγκαθίσταται στο Βερολίνο. Η νεαρή κοπέλα δραστηριοποιείται στις τάξεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, αγωνίζεται κατά του ναζισμού και αναγκάζεται να μεταναστεύσει το 1933, αρχικά στην Πράγα όπου γνωρίζει τον μελλοντικό της σύζυγο, Χανς, και έπειτα στην Ελβετία, την Ολλανδία και την Τσεχοσλοβακία. Συνηθισμένοι στην παρανομία, καταλήγουν να διαμένουν στη Γαλλία, όπου και βρίσκονται όταν η χώρα δέχεται εισβολή. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1939, θεωρούμενη ύποπτη επειδή είναι Γερμανίδα —λίγη σημασία έχει που αγωνίστηκε κατά του ναζισμού— στέλνεται τον Μάιο του 1940 στο στρατόπεδο γυναικών του Γκυρς, στα Ανατολικά Πυρηναία. Η συγκεκριμένη περιγραφή της ταπεινωτικής ζωής στο στρατόπεδο του Γκυρς αποτελεί ένα από τα πιο δυνατά αποσπάσματα αυτών των απομνημονευμάτων, που είναι γεμάτα ενσυναίσθηση και διαύγεια. Καταφέρνει να εγκαταλείψει το στρατόπεδο εκμεταλλευόμενη τη σύγχυση του Ιουνίου του 1940 και εγκαθίσταται στη Μασσαλία, προσπαθώντας να φύγει από τη Γαλλία με τον σύζυγό της, και στη συνέχεια στο Πορ-Βαντρ.

Η διαδρομή προς την Ισπανία που υπέδειξε ο δήμαρχος του Μπανιούλς, η απρόσμενη άφιξη του Μπένγιαμιν, η τρομερή μέρα της 26ης Σεπτεμβρίου, η αυτοκτονία, η μετέπειτα επιτυχία του “δικτύου Φίτκο” μέχρι τον Απρίλιο του 1941, όλα αυτά αξίζει να τα υπενθυμίσουμε. Τον Οκτώβριο του 1941, το ζεύγος Φίτκο εξασφάλισε βίζες για την Κούβα και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Σικάγο.
 

Δείτε ακόμα στο Αλμανάκ:
Πρόοδος και καταστροφή στη σκέψη του Walter Benjamin
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στην ‘Ιμπιζα

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στο μικρόφωνο

Ο θάνατος του Βάλτερ Μπένγιαμιν Facebook Twitter
Το εξώφυλλο της γαλλικής έκδοσης του βιβλίου της Λίζα Φίτκο



Πηγή: www.lifo.gr