Στο Met Gala του 2019, ο Μπομπ Μάκι ξαφνιάστηκε όταν ο Αλεσάντρο Μικέλε τον πλησίασε κλαίγοντας και του είπε ότι ήταν το είδωλό του. Ο άνθρωπος που είχε δημιουργήσει μερικές από τις πιο αναγνωρίσιμες εμφανίσεις της Σερ δεν είχε καταλάβει πόσο τον θαύμαζαν οι νεότεροι σχεδιαστές. «Δεν είχα ιδέα ότι ήξεραν ποιος είμαι», έλεγε αργότερα.
Ο Αμερικανός σχεδιαστής και ενδυματολόγος πέθανε τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου σε νοσοκομείο στο Παλμ Σπρινγκς της Καλιφόρνιας, σε ηλικία 87 ετών. Τον θάνατό του επιβεβαίωσε ο Joe McFate, επί χρόνια διευθυντής σχεδιασμού του ατελιέ του. Επί περισσότερες από έξι δεκαετίες, ο Μάκι έντυνε την Κάρολ Μπερνέτ, την Τίνα Τέρνερ, την Νταϊάνα Ρος, την Τζούντι Γκάρλαντ, τον Έλτον Τζον και πολλές ακόμη προσωπικότητες του θεάματος, με μια θέση πάντοτε κρατημένη για τη Σερ.
Στα χέρια του, ένα ρούχο μπορούσε να προκαλέσει γέλιο πριν ακουστεί η πρώτη ατάκα ή να κάνει μια τραγουδίστρια αναγνωρίσιμη από την άλλη άκρη ενός σταδίου. Με φτερά, πούλιες, κρύσταλλα, κεντήματα και διαφάνειες, έφτιαχνε εμφανίσεις που έμεναν στη μνήμη μαζί με εκείνες που τις φορούσαν. «Μια γυναίκα που φοράει τα ρούχα μου δεν φοβάται να τραβήξει την προσοχή», έλεγε. Ο ίδιος κυκλοφορούσε συνήθως με απλά πουκάμισα και χακί παντελόνια.
Είχε μάθει να κοιτάζει τα ρούχα στις σκοτεινές αίθουσες του κινηματογράφου. Γεννημένος στην Καλιφόρνια στις 24 Μαρτίου 1939, μεγάλωσε μετά τον χωρισμό των γονιών του με τη γιαγιά του, περνώντας πολλές ώρες μόνος και ζωγραφίζοντας για να απασχολείται. Η μητέρα και η αδελφή του τον πήγαιναν τα Σαββατοκύριακα στα πολύχρωμα μιούζικαλ του Χόλιγουντ. «Στο σπίτι μου δεν έμοιαζε τίποτα με αυτά και ήθελα να γίνω μέρος τους», θυμόταν.
Οι χορογραφίες στο «Ένας Αμερικανός στο Παρίσι» τον μάγεψαν. Διαβάζοντας τους τίτλους, ανακάλυψε ότι η ενδυματολογία ήταν επάγγελμα. Φοίτησε στο Pasadena City College και στο Chouinard Art Institute, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές για να εργαστεί στα κινηματογραφικά στούντιο. Ανάμεσα στους πρώτους εργοδότες του ήταν η Έντιθ Χεντ και ο Ζαν Λουί: για τον τελευταίο έκανε το σκίτσο του φορέματος που φόρεσε η Μέριλιν Μονρόε όταν τραγούδησε στον Τζον Κένεντι το 1962.
Ο ίδιος δεν τη γνώρισε ποτέ προσωπικά. «Η ιδέα ήταν εξ ολοκλήρου δική της», έλεγε σε συνέντευξη που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2026, εξηγώντας ότι η Μονρόε ήθελε ένα ελαφρώς διάφανο φόρεμα με λεπτές τιράντες. Οι κρύσταλλοι ράβονταν απευθείας στο λεπτό ύφασμα. Όπως θυμόταν, η ηθοποιός διεκδικούσε και από το στούντιό της πιο σέξι φορέματα για τις ταινίες της.
Το 1963 άρχισε να εργάζεται με τον Ρέι Αγκάγιαν στο τηλεοπτικό σόου της Τζούντι Γκάρλαντ. Έγιναν συνεργάτες και σύντροφοι και το 1967 μοιράστηκαν το πρώτο Emmy που απονεμήθηκε για ενδυματολογία, για την τηλεοπτική παραγωγή «Alice Through the Looking Glass». Η δουλειά έφερνε τον Μάκι κοντά σε γυναίκες που θαύμαζε από παιδί, αλλά απαιτούσε να τις παρατηρεί από πολύ κοντά: πώς περπατούσαν, πώς μιλούσαν, πώς έλεγαν ένα αστείο.
Αυτή η προσοχή φαίνεται καθαρά στη συνεργασία του με την Κάρολ Μπερνέτ. Όταν εκείνη ξεκίνησε το τηλεοπτικό της σόου το 1967, του ανέθεσε τα κοστούμια. Για έντεκα σεζόν σχεδίαζε κατά μέσο όρο 60 την εβδομάδα, για την πρωταγωνίστρια, τους συμπρωταγωνιστές, τους καλεσμένους και τους υπόλοιπους ερμηνευτές. Η ίδια έλεγε ότι συχνά ανακάλυπτε τους χαρακτήρες της φορώντας τα ρούχα του.
Για την αδιάφορη γραμματέα κυρία Γουίγκινς, της έδωσε μια στενή μαύρη φούστα που περίσσευε πίσω. Της ζήτησε να σπρώξει προς τα έξω τους γλουτούς της για να τη γεμίσει, κι έτσι προέκυψε το χαρακτηριστικό της περπάτημα. Στην παρωδία του «Όσα παίρνει ο άνεμος», όταν η ηρωίδα έπρεπε να φτιάξει φόρεμα από τις κουρτίνες της, ο Μάκι κράτησε επάνω και το κουρτινόξυλο. Το κοστούμι βρίσκεται σήμερα στη μόνιμη συλλογή του Εθνικού Μουσείου Αμερικανικής Ιστορίας του Σμιθσόνιαν.
Η Κάρολ Μπέρνετ, ο Χάρβεϊ Κόρμαν, η Βίκι Λόρενς, ο Τιμ Κόνγουεϊ και οι Pointer Sisters με το καστ του «Cinderella Gets It On!», του disco-rock παραμυθιού του The Carol Burnett Show. Τα εξωφρενικά κοστούμια ήταν του Μπομπ Μάκι.
Οι διαφάνειες είχαν τη δική τους ιστορία. Ο Μάκι έλεγε ότι το πρώτο δικό του «γυμνό φόρεμα» το σχεδίασε το 1968 για τη Μίτζι Γκέινορ, έχοντας ως έμπνευση τα αποκαλυπτικά κοστούμια που δημιουργούσε ο Ζαν Λουί για τη Μάρλεν Ντίτριχ. Το λεπτό διχτυωτό ύφασμα στο χρώμα του δέρματος δημιουργούσε την ψευδαίσθηση του γυμνού σώματος.
Με τη Σερ δοκίμαζε πόσο σώμα μπορούσε να δείξει η τηλεόραση. Στο «The Sonny and Cher Comedy Hour», που προβλήθηκε από το 1971 έως το 1974, οι εμφανίσεις της έγιναν όλο και πιο αποκαλυπτικές, προκαλώντας ενθουσιασμό στους θεατές και αμηχανία στους λογοκριτές του δικτύου. Όταν ένας από αυτούς παραπονέθηκε ότι φαινόταν το κάτω μέρος του στήθους της, ο Μάκι απάντησε: «Αν τη βάλουμε να σταθεί με το κεφάλι κάτω, θα είναι απλώς ντεκολτέ».
Η συνεργασία τους έδωσε εικόνες που επέστρεφαν διαρκώς: το διάφανο φόρεμα του Met Gala του 1974, την εμφάνιση στα Όσκαρ του 1986 με τη γυμνή κοιλιά και το τεράστιο λοφίο από μαύρα φτερά, τα κοστούμια των περιοδειών της. Ο Μάκι μελετούσε την προσωπικότητα και την κίνηση της γυναίκας που είχε απέναντί του. Όπως εξηγούσε σε συνέντευξη το 2025, προσπαθούσε συγχρόνως να προστατεύει τις ερμηνεύτριες και να αναδεικνύει τα καλύτερα χαρακτηριστικά τους.
Τη Σερ είχε στον νου του και ο Έλτον Τζον όταν του ζήτησε να σχεδιάσει κοστούμια για εκείνον. «Θα είσαι ο Λιμπεράτσε της νέας εποχής», του απάντησε ο Μάκι. Αργότερα, όταν ο τραγουδιστής ερχόταν στην Καλιφόρνια, ο σχεδιαστής τού ετοίμαζε δέκα σκίτσα και τον ρωτούσε ποιο προτιμούσε. «Τα θέλω όλα», ήταν η απάντηση.
Γνώριζε επίσης πόσο απείχε η καθημερινότητα των σταρ από τη δημόσια εικόνα τους. Η Μάρλεν Ντίτριχ περνούσε από το ατελιέ του στη Νέα Υόρκη με τζιν μπουφάν και καπελάκι, έμπαινε στην κουζίνα και πετούσε από το ψυγείο ό,τι θεωρούσε παλιό. Για τον Μάκι ήταν μια γυναίκα που έβγαζε το ψωμί της δίνοντας παραστάσεις.
Όταν δοκίμασε τις δυνάμεις του στο έτοιμο ένδυμα, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η υποδοχή του κόσμου της μόδας ήταν συχνά συγκαταβατική. Τα ρούχα του κατασκευάζονταν με σχολαστική φροντίδα, όμως η σύνδεσή του με το Χόλιγουντ, την τηλεόραση και την επιδεικτική λάμψη δυσκόλευε την αποδοχή του. Εκείνος παραδεχόταν ότι προτιμούσε το θέατρο: «Μου αρέσει να δημιουργώ έναν χαρακτήρα, να φτιάχνω κάτι για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο».
Σχεδίασε επίσης συλλογές για το τηλεοπτικό κανάλι αγορών QVC και έντυσε την Barbie με την ίδια διάθεση υπερβολής. Η «Goddess of the Sun Barbie», που κυκλοφόρησε το 1995, φορούσε τουαλέτα με 11.000 πούλιες. Στην καριέρα του κέρδισε εννέα Emmy και προτάθηκε τρεις φορές για Όσκαρ. Το 2019 τιμήθηκε με το βραβείο συνολικής προσφοράς του Συμβουλίου Σχεδιαστών Μόδας της Αμερικής και με Tony για τα κοστούμια του μιούζικαλ «The Cher Show».
Ο Ρόμπιν, ο γιος του από τον σύντομο γάμο του με την ηθοποιό Λούλου Πόρτερ, εργαζόταν ως μακιγιέρ και πέθανε από AIDS το 1993. Ο Αγκάγιαν πέθανε το 2011. Όταν ρωτήθηκε το 2018 με ποιον θα ήθελε να δειπνήσει, ζωντανό ή νεκρό, διάλεξε τον άνθρωπο με τον οποίο είχε ζήσει σχεδόν μισό αιώνα: του έλειπαν τα δείπνα τους, οι συζητήσεις για τη δουλειά και τα παράπονα που μοιράζονταν. Ο Μάκι αφήνει μία εγγονή και δύο δισέγγονες.
Τα τελευταία χρόνια, νέες σταρ, όπως η Μάιλι Σάιρους, η Ζεντάγια και η Σαμπρίνα Κάρπεντερ, αναζητούσαν δημιουργίες στο αρχείο του. Το ντοκιμαντέρ «Bob Mackie: Naked Illusion», που κυκλοφόρησε το 2024, αφηγήθηκε την πορεία του και έδειξε πλευρές της προσωπικής του ζωής. Παράλληλα, νέοι χρήστες του TikTok παρουσίαζαν τα ρούχα του που ανακάλυπταν σε καταστήματα με μεταχειρισμένα και vintage.
Για πολλά γκέι παιδιά που μεγάλωναν μπροστά στην τηλεόραση, αυτό το αρχείο είχε ανοίξει πολύ νωρίτερα. «Για τα γκέι παιδιά που κάθονταν στο σπίτι, όπως εγώ ή ο RuPaul, ψάχνοντας μια διέξοδο από το άχρωμο περιβάλλον τους, ο Μπομπ Μάκι ήταν η πύλη», έλεγε ο συγγραφέας Frank DeCaro. Ο ίδιος ο σχεδιαστής το έλεγε με το γνώριμο χιούμορ του: «Είμαι κάτι σαν τον προστάτη άγιο των drag queens».
Ίσως αυτή να είναι η πιο καθαρή περιγραφή της κληρονομιάς του. Ο Μπομπ Μάκι δεν έντυνε απλώς σταρ. Έδινε στο σώμα άδεια να γίνει θέαμα χωρίς να ζητήσει συγγνώμη: να λάμψει, να γελάσει, να δείξει δέρμα, να φορέσει φτερά, να μπει στη σκηνή σαν να μην υπάρχει τίποτα πιο σοβαρό από την υπερβολή. Η Σερ, η Κάρολ Μπέρνετ, η Τίνα Τέρνερ, ο Έλτον Τζον, η Barbie και οι drag queens δεν ήταν ίδιοι κόσμοι. Στα ρούχα του, όμως, συναντιούνταν στην ίδια υπόσχεση: ότι μια άλλη εκδοχή του εαυτού μπορεί να εμφανιστεί αν της δώσεις αρκετό φως.
Γι’ αυτό η λάμψη του δεν ήταν ποτέ μόνο λάμψη. Ήταν ένας τρόπος να επιβιώνει η φαντασία πάνω σε σώματα που η καθημερινότητα ήθελε μικρότερα. Και αυτή είναι η εικόνα που μένει από τον Μπομπ Μάκι: όχι ένα φόρεμα, όχι ένα λοφίο, όχι μια πούλια, αλλά η στιγμή που κάποιος στην άλλη άκρη της οθόνης καταλάβαινε ότι ο κόσμος μπορούσε να είναι πιο θεατρικός, πιο αστείος, πιο σέξι και πολύ πιο ελεύθερος απ’ όσο του είχαν πει.
Με στοιχεία από The Hollywood Reporter, Variety, Vogue, Interview, AnOther
Η «Goddess of the Sun Barbie» του 1995, με περισσότερες από 11.000 πούλιες και χάντρες ραμμένες στο χέρι. Ακόμη και σε κλίμακα κούκλας, ο Μάκι δεν έβλεπε κανέναν λόγο να περιορίσει την υπερβολή.
img##img














