Ιούνιος 1981. Εν μέσω πρωτοφανούς καύσωνα που πλήττει τη χώρα, το ήσυχο χωριό Παλαιομονάστηρο Τρικάλων μετατρέπεται σε σκηνικό απόλυτου τρόμου. Ο Σπύρος Σταρίδας, ένας οικοδόμος και οικογενειάρχης, αγαπητός στην τοπική κοινωνία, επιστρέφει ένα βράδυ από το καφενείο. Όλοι γνωρίζουν το βεβαρημένο ιστορικό του –είχε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα–, όμως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την καταστροφή που έρχεται. Έχοντας διακόψει κρυφά τη φαρμακευτική του αγωγή για δεκαεννιά μήνες και υπό την επήρεια αλκοόλ, χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα, και βυθίζεται σε παραλήρημα.
Κρατώντας μια επαναληπτική καραμπίνα –δώρο της αδελφής του από τον Καναδά, που η Χωροφυλακή δεν του αφαίρεσε ποτέ– ξεκινά ένα εφιαλτικό οδοιπορικό θανάτου που θα διαρκέσει λιγότερο από μία ώρα. Μέσα σε απόλυτο αμόκ, εκτελεί εν ψυχρώ τον παππού, τη γιαγιά, τον πατέρα, τον θείο, τη θεία, έναν γείτονα και, τελικά, την ίδια του τη σύζυγο – η μητέρα του υπέκυψε στα τραύματά της την επόμενη ημέρα. Από το μακελειό των 18 πυροβολισμών γλιτώνουν θαυματουργά μόνο τα δύο ανήλικα παιδιά του, στα οποία ο ίδιος χαρίζει τη ζωή προτού στρέψει το όπλο στον εαυτό του.
Σε αυτό το επεισόδιο, ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ξετυλίγει το χρονικό της πιο αιματοβαμμένης νύχτας στα χρονικά της ελληνικής Εγκληματολογίας. Με τη συνδρομή του αστυνομικού ρεπόρτερ Πάνου Σόμπολου, που κάλυψε τότε τα γεγονότα, της καθηγήτριας Εγκληματολογίας Κέλλυς Ιωάννου και της ψυχολόγου-εγκληματολόγου Ιωάννας Σκλιάμη, αναλύουμε τα σκοτεινά αίτια της τραγωδίας. Παράλληλα, φωτίζουμε τις τεράστιες θεσμικές ευθύνες γύρω από την οπλοκατοχή και την ανύπαρκτη κρατική μέριμνα για την ψυχική υγεία, σε μια υπόθεση της οποίας η δικαστική δικογραφία έκλεισε βιαστικά μέσα σε μόλις μία ώρα.















