Πίσω από πολλούς μεγάλους σκηνοθέτες υπήρχε μια γυναίκα στο μοντάζ.
Όχι απλώς μια τεχνικός που έβαζε τις σκηνές στη σωστή σειρά, αλλά μια δημιουργός που έβλεπε αυτό που ο σκηνοθέτης δεν μπορούσε πια να δει: τον ρυθμό, την ανάσα, την ένταση, το σημείο όπου μια ταινία μπορούσε να σωθεί ή να χαθεί.
Με αφορμή τον θάνατο της Μάρσια Λούκας, της βραβευμένης με Όσκαρ μοντέρ που δούλεψε στις πρώτες ταινίες Star Wars και υπήρξε για χρόνια σύζυγος του Τζορτζ Λούκας, ο Guardian επανέρχεται σε μια λιγότερο ορατή αλλά καθοριστική ιστορία του σινεμά: τη γυναικεία παρουσία στο μοντάζ.
Σε μια βιομηχανία που για δεκαετίες ήταν σχεδόν απόλυτα ανδροκρατούμενη, πολλές γυναίκες βρήκαν στο μοντάζ έναν χώρο μεγάλης δημιουργικής επιρροής. Η ειρωνεία είναι ότι αυτό συνέβη εν μέρει επειδή το μοντάζ θεωρήθηκε από το παλιό στούντιο σύστημα πιο «υπομονετική», πιο αθόρυβη, πιο βοηθητική εργασία. Στην πράξη, όμως, ήταν εκεί όπου πολλές ταινίες ξαναγράφτηκαν.
Η Μάρσια Λούκας δεν ήταν απλώς η πρώην σύζυγος του δημιουργού του Star Wars. Ήταν μία από τις καθοριστικές μορφές πίσω από τον ρυθμό, τη συναισθηματική οικονομία και την αφηγηματική δύναμη των πρώτων ταινιών. Το μοντάζ της βοήθησε να μετατραπεί ένα φιλόδοξο διαστημικό παραμύθι σε κινηματογραφική μυθολογία.
Η ιστορία, όμως, δεν αρχίζει ούτε τελειώνει σε εκείνη.
Η Ντίντι Άλεν έδωσε ρυθμό σε ταινίες όπως το Bonnie and Clyde και το Dog Day Afternoon, αλλάζοντας την αίσθηση του αμερικανικού σινεμά. Η Θέλμα Σκούνμεϊκερ έγινε η μεγάλη συνοδοιπόρος του Μάρτιν Σκορσέζε, μοντάροντας το Raging Bull, το The King of Comedy, το GoodFellas, το The Departed και μεγάλο μέρος της φιλμογραφίας του. Η Αν Β. Κόουτς κέρδισε Όσκαρ για το Lawrence of Arabia του Ντέιβιντ Λιν, μια ταινία σχεδόν χωρίς γυναικείους ρόλους, αλλά με μια γυναίκα να οργανώνει τον επικό της ρυθμό.
Η Μπάρμπαρα ΜακΛιν, επικεφαλής του τμήματος μοντάζ της 20th Century Fox, θεωρείται από τις πιο ισχυρές μορφές του παλιού Χόλιγουντ. Σύμφωνα με την ιστορικό Τζ. Ε. Σμιθ, γυναίκες όπως η ΜακΛιν δεν ήταν απλώς «αφανείς εργάτριες» του στούντιο συστήματος. Ήταν υψηλόβαθμες, καλοπληρωμένες και συχνά καθοριστικές για την τελική μορφή μιας ταινίας.
Η ίδια σημειώνει ότι η ΜακΛιν ουσιαστικά έσωσε το All About Eve από τον υπερβολικό συναισθηματισμό του Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς, ενώ η Βάιολα Λόρενς θεωρείται ότι έσωσε το The Lady from Shanghai του Όρσον Γουέλς. Το μοντάζ, δηλαδή, δεν ήταν απλή εκτέλεση. Ήταν κρίση, δομή, αντίσταση, επανεφεύρεση.
Η σχέση σκηνοθέτη και μοντέρ μπορεί να είναι από τις πιο κρίσιμες και πιο εύθραυστες στο σινεμά. Η Τζάστιν Ράιτ, μοντέρ του The Last King of Scotland και του The Iron Lady, περιγράφει αυτή τη συνεργασία ως ζήτημα εμπιστοσύνης και κοινής ματιάς. Ο μοντέρ, λέει, βρίσκεται ένα βήμα μακριά από το χάος των γυρισμάτων και μπορεί να δει πράγματα που ο σκηνοθέτης δεν βλέπει πια.
Αυτός είναι και ο λόγος που το μοντάζ είναι τόσο συχνά η τελευταία μεγάλη αναμέτρηση μιας ταινίας με τον εαυτό της. Στο δωμάτιο του μοντάζ, η πρόθεση συναντά το υλικό. Οι σκηνές που γυρίστηκαν με κόπο μπορεί να φύγουν. Μια μικρή παύση μπορεί να γίνει πιο σημαντική από έναν διάλογο. Ένα βλέμμα μπορεί να κρατηθεί μισό δευτερόλεπτο περισσότερο και να αλλάξει ολόκληρη την ταινία.
Η Μέρι Σουίνι, που μοντάρισε το Lost Highway και το Mulholland Drive και υπήρξε για ένα διάστημα σύντροφος του Ντέιβιντ Λιντς, το λέει με τον πιο ωραίο τρόπο: το μοντάζ είναι το τελικό ξαναγράψιμο, το σημείο όπου η ποίηση γράφεται στη γλώσσα του σινεμά.
Η φράση αυτή εξηγεί γιατί η δουλειά των μοντέρ είναι τόσο δύσκολο να φανεί και τόσο αδύνατο να λείψει. Αν η σκηνοθεσία είναι συχνά αυτό που προβάλλεται ως όραμα, το μοντάζ είναι εκεί όπου το όραμα αποκτά νεύρο, σιωπή, διάρκεια, ανάσα.
Υπάρχει όμως και ένα πιο άβολο ερώτημα: γιατί οι γυναίκες έγιναν τόσο συχνά αποδεκτές στο μοντάζ, ενώ αποκλείστηκαν από άλλες δημιουργικές θέσεις;
Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στην παλιά υποτίμηση της ίδιας της εργασίας. Το μοντάζ μπορούσε να θεωρηθεί λιγότερο θεαματικό, λιγότερο ηγετικό, λιγότερο «ανδρικό» από τη σκηνοθεσία ή τη διεύθυνση φωτογραφίας. Οι γυναίκες μπήκαν σε αυτόν τον χώρο επειδή το σύστημα πίστευε ότι ήταν υποστηρικτικός. Μετά, πολλές από αυτές απέδειξαν ότι ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς χώρους δημιουργίας.
Η Σάλι Μένκε, η μοντέρ που συνδέθηκε όσο λίγες με το σινεμά του Κουέντιν Ταραντίνο, υπήρξε ένα τέτοιο παράδειγμα. Ο ίδιος την αποκαλούσε βασική του συνεργάτιδα, αλλά συχνά μιλούσε για εκείνη με όρους σχεδόν μητρικούς, σαν η συμβολή της να ήταν ζήτημα φροντίδας και όχι αυστηρής δημιουργικής ευφυΐας.
Η Σουίνι αντιδρά σε αυτή την ανάγνωση. Για εκείνη, η Μένκε δεν ήταν «τροφοδότρια» μιας ανδρικής ιδιοφυΐας. Ήταν σπουδαία μοντέρ, με βαθιά κατανόηση χαρακτήρων και συνέχειας, αίσθηση ρυθμού και σχεδόν στρατιωτική αφοσίωση στη δουλειά.
Εκεί βρίσκεται η παγίδα. Οι γυναίκες μοντέρ συχνά εξυμνήθηκαν ως υπομονετικές, συνεργατικές, ευαίσθητες, ικανές να διαχειριστούν τα εγώ των σκηνοθετών. Όμως αυτή η περιγραφή μπορεί εύκολα να μικρύνει τη δουλειά τους. Η δημιουργική τους δύναμη δεν ήταν ότι «ηρεμούσαν» τους άνδρες δημιουργούς. Ήταν ότι έπαιρναν το υλικό και το έκαναν ταινία.
Η ανισορροπία παραμένει. Η μοντέρ Μαριάνα Μοράες σημειώνει ότι, ακόμη και σήμερα, οι επικεφαλής των δημιουργικών τμημάτων σε μεγάλες παραγωγές παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άνδρες. Μπορεί πολλές γυναίκες να εργάζονται στο post-production, όμως οι θέσεις εξουσίας, από το μοντάζ και τη μουσική μέχρι τα οπτικά εφέ και τον ήχο, εξακολουθούν συχνά να πηγαίνουν στους άνδρες.
Και όμως, οι γυναίκες που μιλούν στο αφιέρωμα δεν παρουσιάζουν το μοντάζ ως παρηγοριά για μια σκηνοθεσία που δεν τους δόθηκε. Το περιγράφουν ως τέχνη από μόνο του. Η Σουίνι λέει ότι ερωτεύτηκε αμέσως το μοντάζ, γιατί μιλούσε και στις δύο πλευρές του μυαλού της: την υλική, απτική, χειρωνακτική πλευρά, αλλά και την ικανότητα να ζωγραφίζει, να σμιλεύει και να ονειρεύεται μια ιστορία μέσα από εικόνες.
Αυτή είναι ίσως η πιο σωστή περιγραφή του μοντάζ. Δεν είναι απλώς ρυθμός. Δεν είναι απλώς τεχνική. Είναι το σημείο όπου το σινεμά αποφασίζει τι θυμάται, τι ξεχνά, πού αναπνέει, πού κόβει την ανάσα, πού επιτρέπει σε μια εικόνα να μείνει λίγο παραπάνω.
Αν το Χόλιγουντ έμαθε να πουλά τους σκηνοθέτες ως ιδιοφυΐες, το μοντάζ θυμίζει ότι καμία ταινία δεν γεννιέται μόνη της από ένα όραμα. Γεννιέται ξανά, συχνά σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, από ανθρώπους που ξέρουν πότε πρέπει να κόψουν, πότε να κρατήσουν, πότε να σώσουν μια σκηνή και πότε να τη θυσιάσουν.
Και σε πολλές από τις πιο μεγάλες στιγμές του σινεμά, αυτός ο άνθρωπος ήταν γυναίκα.















