Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ


Η λούγκρα δεν καταστρέφει τα σύμβολα.
Τα πιάνει την ώρα που λένε ψέματα.

Πιάνει τη νταλίκα και βρίσκει μέσα έναν Έλληνα οδηγό στη Γερμανία που δεν χωράει στο «μη δίνεις δικαιώματα». Πιάνει το πρόσωπο του Andrew Tate και του βάζει ροζ γάντια, ιδρώτα και bottom χαραμάδα. Πιάνει το οικογενειακό τραπέζι και του δείχνει ότι η αγάπη της μάνας μπορεί να εξαρτάται από ένα παξιμάδι, πράγμα βαθιά ελληνικό και εντελώς ψυχοπαθές. Πιάνει το μπουζούκι και του λέει: κούκλα μου, τόσα χρόνια έπαιζες Αχ και τώρα θα μας κάνεις τον straight; Πιάνει τη φουστανέλα και τη στέλνει στο Άργος με κόκκινο κεφάλι, τακούνι και drag δικαιώματα ιδιοκτησίας.

Αυτή η ΟΑΣΗ είναι λούγκρα ως force majeure. Μπαίνει εκεί όπου η κανονικότητα είχε βάλει λουκέτο και δεν ζητά κλειδί, γιατί το κλειδί το έχει ήδη αντιγράψει από παιδί. Στην αποθήκη, στο meme, στο τραπέζι, στο πάλκο, στο σπίτι με τα σεμεδάκια, τα queer σώματα δεν εμφανίζονται σαν εξαίρεση.

Εμφανίζονται σαν η αλήθεια που περίμενε το σωστό φως για να φανεί.


Αρίστο, κράτα low profile
 

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ο Αριστοτέλης Σάρρος, Έλληνας οδηγός νταλίκας στη Γερμανία, ανοιχτά gay και παντρεμένος με άντρα, άκουσε ελληνικά σε μια αποθήκη και σκέφτηκε αυτόματα: «Αρίστο, κράτα low profile». Μόνο που η ζωή του είχε ήδη πάρει άλλη πορεία.

Σε μια αποθήκη στη Γερμανία, ανάμεσα σε ράμπες, φορτηγά, παλέτες και οδηγούς που περιμένουν να φορτώσουν ή να ξεφορτώσουν, ο Αριστοτέλης Σάρρος ακούει ελληνικά. Δεν χρειάζεται πολλά. Μια προφορά αρκεί. Ένας τρόπος να πέφτει η λέξη, εκείνο το μικρό τίναγμα αναγνώρισης που κάνει το σώμα να γυρίσει πριν προλάβει το μυαλό.

Έλληνας.

Και πριν χαρεί, πριν μιλήσει, πριν μπει η παλιά οικειότητα του «από πού είσαι», η πρώτη του σκέψη είναι: «Αρίστο, κράτα low profile. Μη δίνεις δικαιώματα.»

Αυτή η φράση είναι ολόκληρη η χώρα. Όχι η επίσημη, όχι η τουριστική, όχι η Ελλάδα των σημαιών και των καλοκαιρινών επιστροφών. Η άλλη. Εκείνη που μπαίνει στο σώμα σαν μικρός εσωτερικός τροχονόμος και σου λέει πώς να σταθείς, πόσο να φανείς, τι να πεις, τι να κόψεις, τι να αφήσεις για αργότερα. Ρύθμισε τη φωνή. Μη δώσεις πολλά. Μη βγάλεις τη ζωή σου στη ράμπα μιας αποθήκης επειδή ένας άγνωστος άκουσε την προφορά σου.

Μόνο που η ζωή του Αριστοτέλη δεν έχει κρατήσει low profile. Είναι οδηγός νταλίκας στη Γερμανία. Είναι Έλληνας. Είναι παντρεμένος με άντρα. Στο δημόσιο προφίλ του υπάρχουν όλα σχεδόν σαν σύντομο δελτίο ύπαρξης: LGBTQ+ Rights, Husband, Antifascist, Sattelzug Fahrer, A Greek in Germany. Δεν ακούγεται σαν εξομολόγηση. Ακούγεται σαν κανονικότητα. Επάγγελμα, γάμος, πολιτική θέση, χώρα, δρόμος. Όλα μαζί, χωρίς «αλλά».

@aristotelessr

Γιατί κάνουμε συγκρίσεις με χώρες του εξωτερικού;

♬ πρωτότυπος ήχος – Aristoteles

Η καμπίνα της νταλίκας είναι δωμάτιο, βάρδια και διάλειμμα μαζί. Εκεί τρως, περιμένεις, μιλάς στο κινητό, κρατάς χαρτιά, οδηγείς, σταματάς, ξαναξεκινάς. Η ελληνική φαντασία έχει φορτώσει πάνω στον νταλικέρη μια ολόκληρη λαϊκή αρρενωπότητα: δρόμος, καφές, βενζινάδικο, χιλιόμετρα, βρισιά, αντοχή, χέρια στο τιμόνι, σώμα που δεν ρωτά πολλά. Ένα επάγγελμα όπου ο άντρας μοιάζει σχεδόν υποχρεωμένος να φαίνεται άντρας πριν καν μιλήσει.

Και μέσα σε αυτό το τοπίο υπάρχει ένας ανοιχτά gay Έλληνας που δεν ζητά να τον χωρέσουν. Δουλεύει. Οδηγεί. Ποστάρει. Θυμώνει. Απαντά. Γελάει. Καταγγέλλει. Είναι παντρεμένος. Έχει τη σημαία στο προφίλ του. Δεν λέει «είμαι gay αλλά οδηγώ νταλίκα». Δεν λέει «οδηγώ νταλίκα αλλά είμαι gay». Το «αλλά» είναι η λέξη που ζητά πάντα η κοινωνία για να κάνει τη διαφορά πιο εύπεπτη. Εκείνος μοιάζει να προχωρά χωρίς αυτό.

Το πιο σκληρό είναι ότι πολλές φορές δεν χρειάζεται να γράψει τίποτα σχετικό για να γίνει στόχος. Το λέει στo tik-tok καθαρά: μπορεί να σχολιάσει ένα κοινωνικό ή πολιτικό γεγονός, κάτι άσχετο με τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα, και πάλι να εμφανιστεί από κάτω κάποιος για να του πει ότι έχει «σημαιάκι», άρα δεν τον παίρνει στα σοβαρά. Το σημαιάκι αρκεί. Η μικρή χρωματιστή ένδειξη γίνεται για κάποιους άδεια εξευτελισμού.

Μετά έρχονται τα χειρότερα. Όχι μόνο σχόλια. Προτροπές σε αυτοκτονία. Απειλές κατά της ζωής του. Απειλές κατά της οικογένειάς του. Η ομοφοβία όχι ως αφηρημένη λέξη, αλλά ως inbox, ως link, ως screenshot, ως κάτι που πρέπει να αποθηκεύσεις πριν σβηστεί, πριν χαθεί, πριν επιστρέψει η παλιά συμβουλή: μην ασχολείσαι.

Ο Αριστοτέλης ασχολήθηκε. Κράτησε screenshots. Αντέγραψε συνδέσμους από προφίλ και σχόλια. Έστειλε καταγγελία στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Πήγε σε δικηγόρο. Περίμενε. Η διαδικασία πήρε χρόνια. Ένας ανώνυμος χρήστης, που νόμιζε ότι το ψευδώνυμο είναι καταφύγιο, βρέθηκε να κοιτάζει ημερομηνία δικαστηρίου.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Δεν υπάρχει τίποτα θεαματικό σε αυτό. Και γι’ αυτό έχει δύναμη. Η αξιοπρέπεια εδώ δεν φοράει γκλίτερ. Δεν βγαίνει με μεγάλα λόγια. Είναι φάκελος. Είναι υπομονή. Είναι link αποθηκευμένο σωστά. Είναι η άρνηση να αφήσεις την απειλή να περάσει σαν καιρός.

Ο ίδιος δεν μιλά μόνο για τον εαυτό του. Λέει ότι είναι ένας συνειδητοποιημένος τριαντατριάρης, ότι μετά από πολλή προσπάθεια, αγώνα, κλάμα και πόνο έχει θωρακίσει κάπως την προσωπικότητά του. Πολλά πια δεν τον αγγίζουν όπως παλιά. Περισσότερο γελάει παρά καταρρέει. Αλλά μετά ρωτά τι θα συνέβαινε αν στη θέση του ήταν ένα παιδί 15 ετών. Ένα παιδί χωρίς στήριξη, χωρίς φίλους, χωρίς οικογένεια, ένα παιδί που ήδη σκεφτόταν να κάνει κακό στον εαυτό του.

Εκεί η προσωπική αντοχή σταματά να είναι προσωπικό κατόρθωμα και γίνεται ευθύνη. Δεν λέει απλώς «εγώ δεν μασάω». Λέει: εμένα ίσως δεν με ρίχνει πια, κάποιον άλλον όμως μπορεί να τον σκοτώσει. Γι’ αυτό δεν θα κάνω ότι δεν το είδα.

Στο TikTok του για τη Γερμανία μιλά από άλλο σημείο, αλλά με την ίδια ένταση. Δεν μιλά για ομοφοβία. Μιλά για τους Έλληνες του εξωτερικού, για εκείνη τη μόνιμη κατηγορία: αφού είστε στις Γερμανίες και περνάτε τόσο καλά, μη μας κάνετε μαθήματα, μην ξαναπατήσετε στην Ελλάδα, μη συγκρίνετε. Εκείνος απαντά χωρίς να πουλάει τη Γερμανία σαν παράδεισο. Λέει ότι έφυγε από την Ελλάδα στα 26, ότι δεν γεννήθηκε ούτε μεγάλωσε στη Γερμανία, ότι οι πρώτοι μήνες ήταν τραγικοί, ότι κάθε μέρα κοιτούσε αεροπορικά εισιτήρια για να γυρίσει πίσω.

Και μετά λέει την πρόταση που εξηγεί σχεδόν όλη του τη στάση: «Να ξέρεις γιατί φεύγεις από κάπου. Και να ξέρεις γιατί μένεις κάπου.»

Δεν είναι motivational φράση. Είναι κάτι που το πλήρωσε. Έφυγε, δυσκολεύτηκε, προσαρμόστηκε, έμεινε. Δεν έκανε τη Γερμανία μύθο. Δεν έκανε την Ελλάδα εχθρό. Απλώς είδε ότι αλλού κάποια πράγματα λειτουργούν και αρνήθηκε να δεχτεί ότι η ελληνική δυσλειτουργία είναι πεπρωμένο. Θέλει, λέει, μια χώρα που λειτουργεί. Πολίτες που απαιτούν. Όχι μικρούς διορισμούς που κλείνουν στόματα. Όχι βόλεμα αντί για κριτική.

Αυτό είναι που τον βγάζει από το στενό πλαίσιο του «ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπου». Ο Αριστοτέλης δεν μιλά μόνο ως gay άντρας. Μιλά ως εργαζόμενος, μετανάστης, φορολογούμενος, πολίτης, άνθρωπος που ζει αλλού αλλά δεν παρέδωσε την ελληνική γλώσσα του. Η Ελλάδα τον ακολουθεί στο timeline του. Στα σχόλια. Στις ερωτήσεις. Στην προφορά που ακούγεται ξαφνικά σε μια αποθήκη της Γερμανίας.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Και εκεί επιστρέφουμε. Ο άλλος οδηγός τον πλησιάζει. «Καινούριος είσαι;» «Από πού είσαι;» «Έλληνας είσαι;» «Και γιατί δεν μιλάς τόση ώρα ότι είσαι Έλληνας;» Η οικειότητα ανοίγει γρήγορα, όπως ανοίγει συχνά όταν Έλληνες συναντιούνται στο εξωτερικό και για λίγα λεπτά η ξενιτιά γίνεται καφενείο.

Από πού; Καβάλα. Πόσα χρόνια εδώ; Με την οικογένεια; Παιδάκια;

Και εκεί μπαίνει η άλλη βία. Όχι η βία της απειλής. Η βία της αυτονόητης ερώτησης. Εκείνη η ελληνική αδιακρισία που φοράει τη μάσκα της φιλικότητας και μπαίνει στη ζωή σου από την πιο στενή πόρτα. Παιδάκια; Και τι περιμένετε; Τώρα που μπορείτε δεν θέλετε, μετά που θα θέλετε δεν θα μπορείτε. Σαν η ζωή να έχει μία σειρά και όλοι να πρέπει να απολογηθούν αν δεν την ακολουθούν.

Ο Αριστοτέλης λέει «ναι, με την οικογένεια». Δεν λέει «με τον άντρα μου». Δεν χρειάζεται να το πει για να είναι αλήθεια. Η οικογένεια υπάρχει. Απλώς δεν είναι η οικογένεια που περιμένει ο άλλος. Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η κούραση. Όχι στο να ντρέπεσαι για τη ζωή σου, αλλά στο να μην έχεις κάθε μέρα ενέργεια να την παραδίδεις ως εκπαιδευτικό υλικό σε κάθε άγνωστο που σε ρωτά γιατί δεν έκανες παιδιά.

Η ορατότητα δεν σημαίνει ισόβια υποχρέωση εξήγησης. Το να είσαι ανοιχτά gay δεν σημαίνει ότι χρωστάς coming out σε κάθε αποθήκη, σε κάθε ράμπα, σε κάθε Έλληνα που άκουσε τη γλώσσα σου και νόμισε ότι απέκτησε δικαίωμα στην ιστορία σου.

Μετά, στο βίντεο, ο Αριστοτέλης θυμώνει. Και καλά κάνει. «Ποιοι είστε όλοι εσείς βασικά και πώς ρωτάτε;» λέει σχεδόν με απορία. «Με ποια οικειότητα;» Γιατί ρωτάτε αδιάκριτα πράγματα έναν εντελώς άγνωστο άνθρωπο; Γιατί υποθέτετε ότι αν ένα ζευγάρι δεν έχει παιδιά, κάποια γυναίκα «έχει πρόβλημα»; Γιατί η ζωή των άλλων γίνεται τόσο εύκολα τραπέζι όπου ακουμπάτε τις ερωτήσεις σας;

Και μετά λέει την άλλη πρόταση που πρέπει να μείνει:«Εμείς ορίζουμε την πορεία μας.»

Για έναν οδηγό νταλίκας, η πορεία δεν είναι μόνο μεταφορά. Είναι δουλειά. Είναι χάρτης. Είναι έξοδος, στάση, επόμενο σημείο, επόμενη ράμπα, επόμενη χώρα. Κανείς δεν αποφασίζει αν θα κάνεις παιδιά ή όχι, με ποιον θα ζήσεις, πότε θα φύγεις, πότε θα μείνεις, τι θα βάλεις στο προφίλ σου, ποια χώρα θα κρίνεις, ποια ζωή θα κρατήσεις για τον εαυτό σου και ποια θα πεις δημόσια.

Ο Αριστοτέλης δεν μοιάζει να ζητά θαυμασμό. Ζητά κάτι πιο δύσκολο για την ελληνική κοινωνία: να σταματήσει να θεωρεί τον εαυτό της αρμόδιο για κάθε ξένη ζωή.

Κάπου σε μια γερμανική αποθήκη, ένας Έλληνας οδηγός νταλίκας ακούει ελληνικά και λέει μέσα του: κράτα low profile.

Και μετά γυρίζει στο τιμόνι, στο κινητό, στη δουλειά, στο σπίτι, στον άντρα του, στη σημαία, στα screenshots, στις καταγγελίες, στα βίντεο, στη γλώσσα που δεν άφησε πίσω.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

 

Γιατί τελικά αυτό δεν έκανε.

Δεν κράτησε χαμηλό προφίλ.

Κράτησε πορεία.


Οι Power Gays of Kolonaki δεν εκδικήθηκαν τη straight ζωή. Της πήραν τη μάνα.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ο Daniel-Ryan Spaulding φτιάχνει στο Instagram μια μικρή μυθολογία για τους “Power Gays of Kolonaki”: έναν κόσμο όπου ο ξένος gay γαμπρός γίνεται αγαπημένος γιος της Ελληνίδας μάνας, η straight νύφη χάνει τον πόλεμο του ντάκου, η Athena Onassis χρειάζεται brunch therapy και η queer εξουσία δεν ζητά αποδοχή. Ζητά καλύτερο τραπέζι.

Κάποτε ο gay άντρας έπρεπε να εξηγήσει γιατί υπάρχει. Τώρα, σε μερικές πόλεις, εξηγεί στους άλλους γιατί υπάρχουν λάθος.

Ο Daniel-Ryan Spaulding το έχει καταλάβει αυτό με τον πιο αστείο, ύπουλο και σχεδόν ελληνικά queer τρόπο. Στο μικρό του σύμπαν των Power Gays of Kolonaki, η queer ζωή δεν εμφανίζεται ως πληγή, ούτε ως εκπροσώπηση, ούτε ως εκείνη η κουρασμένη, σωστή ιστορία αποδοχής όπου όλοι στο τέλος αγκαλιαζόμαστε κάτω από ένα ουράνιο τόξο που μυρίζει δημόσια καμπάνια.

Εδώ η queer ζωή φοράει λινό πουκάμισο, ξέρει κόσμο στην αθηναϊκή πολιτιστική σκηνή, έχει sexy Greek boyfriend που λέγεται Vasilios, τρώει lunch με παλιές οικογένειες, περιφρονεί τους basic homos του Κουκακίου και του Γκαζιού, ανησυχεί για την Athena Onassis και ξέρει ακριβώς πού πρέπει να μπει το παξιμάδι στον ντάκο. Κάτω από την κωμωδία βέβαια υπάρχει ένα μικρό τέρας. Όχι κακό τέρας. Κομψό τέρας. Ένα τέρας με reservation.

Ο Power Gay of Kolonaki δεν είναι απλώς ένας gay με λεφτά ή πρόσβαση. Είναι μια φιγούρα που δεν θέλει πια να παρακαλέσει την οικογένεια, την πόλη, την τάξη, την κουλτούρα να τον δεχτούν. Έχει ήδη μπει. Έχει ήδη βρει τον σωστό καναπέ. Έχει ήδη φτιάξει σαλάτα. Έχει ήδη κάνει τη μάνα του φίλου του να τον λέει Danilos και να τον φιλάει σαν τρίτο γιο.

Και εκεί αρχίζει η ανατροπή. Στην παλιά ελληνική οικογενειακή σκηνή, ο gay ήταν αυτός που έπρεπε να γίνει ανεκτός. Να καθίσει σωστά. Να μη φέρει πολύ αέρα στο τραπέζι. Να μη στενοχωρήσει τη μάνα. Να μη δώσει αφορμή στον αδερφό. Να μη φέρει τον άνθρωπό του πολύ κοντά στα μαχαιροπίρουνα.

Στο σύμπαν του Spaulding, ο gay δεν μπαίνει στην οικογένεια ως πρόβλημα. Μπαίνει ως λύση. Η Teodora, παλιάς κοπής κολονακιώτισα diva με μαλλί, νύχι, κόσμημα, ολόκληρο μητρικό πρωτόκολλο εξουσίας, τον λατρεύει. Βλέπει τον Vasilios και λέει «Vasili». Βλέπει τον Maximus και λέει «Maximus». Βλέπει εκείνον και τον λέει «Danilos». Και έχει βάλει στο μάτι την νύφη της, την Stavrula. Ναι, ναι, η ελληνοαμερικανίδα straight νύφη της, η Stavrula, είναι το πρόβλημα.

Αυτό είναι το πιο ιδιοφυές σημείο της σάτιρας του Spaulding. Όχι η αναφορά στο Holmes Place, όχι οι basic homos του Gazi, όχι η Athena Onassis ως βασίλισσα που πρέπει να επιστρέψει στο social ecosystem. Η Stavrula. Γιατί η Stavrula είναι η στιγμή που η παλιά ελληνική οικογένεια αντιστρέφεται σαν γάντι κουζίνας. Η straight γυναίκα, η κανονική νύφη, το υποτίθεται ασφαλές σώμα της οικογενειακής συνέχειας, γίνεται ανεπιθύμητη. Όχι επειδή είναι ανήθικη. Όχι επειδή απειλεί τη γενεαλογία. Αλλά επειδή δεν ξέρει να κάνει σωστά ντάκο.

Βάζει το παξιμάδι πάνω από την ντομάτα, σαν crouton. Τι έ-γκλη-μα. “They’re supposed to be moist, Stavrula.” Η ατάκα είναι τόσο χαζή που γίνεται σχεδόν κλασική. Δεν μιλάει μόνο για παξιμάδι. Μιλάει για εξουσία. Για τη λεπτομέρεια που ξεχωρίζει αυτόν που ανήκει από αυτόν που προσπαθεί. Για το πώς μια οικογένεια, ένα τραπέζι, μια τάξη ανθρώπων μπορούν να σε κρίνουν όχι από τις μεγάλες σου αρχές, αλλά από το αν κατάλαβες πού πρέπει να πάει ο χυμός της ντομάτας.

Ο Power Gay κερδίζει επειδή ξέρει το τελετουργικό. Ξέρει τη μάνα. Ξέρει την κουζίνα. Ξέρει την πόζα. Ξέρει τη σαλάτα. Ξέρει τον θυμό που πρέπει να κρύψει μέσα στο αστείο. Ξέρει ότι η οικογένεια δεν σε δέχεται πάντα επειδή είσαι καλός άνθρωπος. Μερικές φορές σε δέχεται επειδή ξέρεις καλύτερα από τη νύφη πώς να μουσκέψεις το παξιμάδι.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Αυτό είναι το κοφτερό σημείο της σάτιρας του Spaulding: δεν παρουσιάζει την queer επιτυχία ως ηθική πρόοδο. Την παρουσιάζει ως κοινωνική δεξιότητα. Ως ικανότητα διείσδυσης. Ως τέχνη να μπαίνεις εκεί όπου παλιά δεν σε ήθελαν και να γίνεσαι πιο απαραίτητος από εκείνους που θεωρούσαν ότι είχαν γεννηθεί μέσα.

Στα reels του, το Κολωνάκι δεν είναι απλώς γειτονιά. Είναι μηχανισμός. Είναι άρωμα νεραντζιάς, Queen Amalia, καφές, κοστούμι, πολιτιστικές γνωριμίες, γυαλισμένη ειρωνεία, γάμος που έρχεται any day now, φίλοι με ονόματα που ακούγονται σαν επιτροπή φεστιβάλ, lunch με κάποιον Costa Stephanopoulos για να αποφασιστεί η κοινωνική διάσωση της Athena Onassis. Είναι μια Αθήνα που έχει μετατραπεί σε διεθνή gay σαπουνόπερα πρόσβασης, όπου το brunch είναι πολιτική θεωρία και το lobster orzo μένει ανέγγιχτο γιατί όλοι είναι painfully thin.

Ο Spaulding παίζει τον ξένο που κατάλαβε υπερβολικά καλά μια συγκεκριμένη ελληνική φαντασίωση. Όχι την Ελλάδα του ήλιου, της θάλασσας, της ταβέρνας, του «opa» και της τουριστικής συγκίνησης. Την άλλη Ελλάδα. Την Ελλάδα του social ecosystem. Της μητέρας που λατρεύει τον ξένο γαμπρό όταν αυτός την κολακεύει σωστά. Της παλιάς οικογένειας που θέλει πάντα να ξαναχτίσει έναν χρυσό κύκλο γύρω από ένα όνομα. Της Αθήνας που μπορεί να μετατρέψει ακόμη και την Athena Onassis σε project κοινωνικής επανένταξης.

Η σκηνή με την Athena είναι υπέροχα γελοία. Οι power gays του Κολωνακίου έχουν αναστατωθεί επειδή εκείνη εμφανίστηκε σε fashion show του Stéphane Rolland στη Βαρκελώνη. Αυτό, για αυτούς, είναι major. Η Athena χρειάζεται τη βοήθειά τους. Πρέπει να μπει ξανά στο σωστό κύκλωμα, να βρεθεί στο σωστό brunch, να προστατευτεί από τη μετριότητα του κόσμου. Δεν είναι μια basic straight girl. Είναι O-na-sssssis. Και οι power gays του Κολωνακίου την αγαπούν.

Αυτή η αγάπη είναι φυσικά τερατώδης. Είναι αγάπη ως επιμέλεια. Ως social rescue mission. Ως φαντασίωση ότι το τραύμα, το όνομα, η κληρονομιά, η μοναξιά μιας γυναίκας μπορούν να διορθωθούν με carpaccio, lobster orzo και σωστή παρέα στη Γλυφάδα. Αλλά μέσα στην υπερβολή υπάρχει κάτι αληθινό για τον τρόπο που οι κοινωνικοί κύκλοι αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους με βαρύ όνομα: όχι σαν πρόσωπα, αλλά σαν κομμάτια χαμένης αίγλης που πρέπει να επιστρέψουν στο τραπέζι.

Ο Power Gay εδώ δεν είναι θύμα της ελίτ. Είναι μικρός αρχιερέας της.

Και αυτό κάνει τη σάτιρα ενδιαφέρουσα. Γιατί η queer κουλτούρα δεν είναι πια μόνο έξω από την εξουσία. Μερικές φορές έχει πρόσβαση. Μερικές φορές έχει γούστο. Μερικές φορές έχει επαφές. Μερικές φορές έχει τόση μνήμη απόρριψης που, όταν τελικά μπει στο δωμάτιο, ξέρει αμέσως ποιον να αφήσει απ’ έξω.

Οι basic homos του Κουκακίου και του Γκαζιού ζηλεύουν. Φυσικά ζηλεύουν. Στο στόμα του χαρακτήρα, αυτό είναι αστείο. Αλλά από κάτω δουλεύει μια πραγματική αστική φαντασίωση της gay ζωής: ότι υπάρχουν gays με πρόσβαση, gays με καλύτερα τραπέζια, gays με πιο σωστούς φίλους, gays με διαμέρισμα, σύντροφο, μητέρα-πεθερά που τους αγαπά, social capital, γυμναστήριο στην Κυψέλη «με όλα τα hunk», όχι Holmes Place με τις πλούσιες κυρίες που κάνουν water aerobics.

Το αστείο με το gym είναι τέλειο γιατί παίζει με το δήθεν άνοιγμα προς τον λαό. Οι power gays δεν απομονώνονται σε ivory tower. Είναι men of God, men of the people. Kαι βέβαια men of dicks.Πηγαίνουν έξι μέρες την εβδομάδα στην Κυψέλη για να επιθεωρήσουν την κοινωνική σκηνή των κορμιών. Ποτέ την Κυριακή. Η λαϊκότητα εδώ δεν είναι πολιτική. Είναι itinerary. Είναι επιθυμία που κάνει field research με καθαρά παπούτσια.

Και όμως δεν τον μισείς τον χαρακτήρα που πλάθει με μαεστρία ο Spaulding. Αυτό είναι το ωραίο. Είναι φρικτός, αλλά αναγνωρίσιμος. Αλαζόνας, αλλά τρυφερός με τον εαυτό του. Κοινωνικά αδίστακτος, αλλά γεμάτος εκείνη την παλιά gay πληγή που έχει μετατραπεί σε ατάκα.

Όταν θυμάται τη Megan, τη straight φίλη που παντρεύτηκε στα 23 και δεν τον κάλεσε στον γάμο, η εκδίκηση είναι σχεδόν παιδική. Η Megan τώρα είναι δυστυχισμένη, με moody teenage sons που αγαπούν to dirt biking και το football. Εκείνος έχει epicurean adventures ως power gay bon vivant.

Ο Θεός είπε στον Αβραάμ ότι θα ευλογήσει όσους τον ευλογούν και θα καταραστεί όσους τον καταριούνται. Προφανώς μιλούσε για τους power gays.

Αυτή η βιβλική υστερία είναι η ψυχή του χαρακτήρα. Το μικρό κοινωνικό τραύμα γίνεται θεολογία. Δεν με κάλεσες στον γάμο σου; Καταραμένη να είναι η straight προαστιακή σου ζωή. Δεν ξέρεις να κάνεις ντάκο; Έξω από την αγάπη της Teodora. Δεν είσαι Athena Onassis; Λυπάμαι, δεν μπορούμε να σε σώσουμε.

Ο Power Gay of Kolonaki έχει κάτι από κακιά νεράιδα που διάβασε Town & Country, έμαθε ελληνικά ονόματα, έκανε διακοπές στην Αθήνα και αποφάσισε να ξαναγράψει τον κοινωνικό χάρτη με πιο καλά cheekbones.

Και πίσω από την καρικατούρα υπάρχει μια ερώτηση που δεν είναι καθόλου αστεία: τι συμβαίνει όταν η queer επιβίωση γίνεται τεχνική εξουσίας; Όταν το παιδί που κάποτε έμεινε απ’ έξω από τον γάμο της Megan μεγαλώνει και φτιάχνει δικά του τραπέζια; Όταν η παλιά ντροπή γίνεται κριτήριο γούστου; Όταν η ανάγκη για αποδοχή μετατρέπεται σε ικανότητα αποκλεισμού; Όταν ο gay που έμαθε να διαβάζει τα δωμάτια καλύτερα από όλους αρχίζει να αποφασίζει ποιος αξίζει να μείνει μέσα;

Ο Spaulding δεν απαντά. Κάνει κάτι καλύτερο. Το παίζει.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Βάζει τον χαρακτήρα να περπατά κάτω από νεραντζιές της Αθήνας και να φαντάζεται πρόταση γάμου. Να περιφρονεί τις straight φίλες που βιάστηκαν να παντρευτούν. Να μαγειρεύει καλύτερα από τη Stavrula. Να σχεδιάζει την κοινωνική επανένταξη της Athena. Να πηγαίνει Golden Gym στην Κυψέλη σαν να κάνει αποστολή λαϊκής συνδεσιμότητας. Να δηλώνει, με πλήρη σοβαρότητα, ότι οι power gays της Αθήνας είναι άντρες του Θεού και του λαού.

Αυτό που σατιρίζεται δεν είναι μόνο οι gays. Είναι η ίδια η ιδέα ότι η κοινωνική άνοδος μπορεί να σε θεραπεύσει. Ότι αν βρεθείς στο σωστό τραπέζι, με τη σωστή μητέρα, το σωστό boyfriend, το σωστό σώμα, τη σωστή πόλη, το σωστό brunch, θα έχεις επιτέλους νικήσει το παλιό αίσθημα ότι δεν σε κάλεσαν. Αλλά η Megan δεν σε κάλεσε. Και εσύ ακόμη το θυμάσαι. Γι’ αυτό γελάμε.

Όχι επειδή ο Power Gay είναι απλώς γελοίος. Αλλά επειδή μέσα στην υπερβολή του υπάρχει κάτι οικείο, κάτι μικρό, κάτι τραυματισμένο και πολύ καλοντυμένο. Η επιθυμία να ανήκεις. Η επιθυμία να είσαι καλύτερος από αυτούς που δεν σε κάλεσαν. Η επιθυμία να σε αγαπήσει η Teodora περισσότερο από τη Stavrula. Η επιθυμία να σώσεις την Athena Onassis και, στην πραγματικότητα, εκείνο το δικό σου παλιό κομμάτι που ακόμη περιμένει πρόσκληση.

 

Οι Power Gays of Kolonaki δεν ζητούν αποδοχή.

Την έχουν ήδη μετατρέψει σε lunch.

Και κάπου στην κουζίνα, η καημένη η Stavrula βάζει ξανά το παξιμάδι από πάνω.

Α-συ-γχώ-ρη-το, αγάπη μου.


Ο Bottom G φόρεσε το πρόσωπο του
τέρατος και το έκανε να χορέψει

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Ο Brian Michael Hinds έφυγε κάποτε από το Moulin Rouge για να γίνει ο εαυτός του. Το ίντερνετ τον αναγνώρισε ως σωσία του Andrew Tate. Κι εκείνος, αντί να εξαφανιστεί μέσα στο λάθος πρόσωπο, το φόρεσε, το τσάκισε, το έκανε να ανοίξει τους γοφούς του και να χορέψει.

 

Πριν γίνει ο Bottom G, πριν γίνει ο “gay Andrew Tate”, πριν το WIRED τον φωτογραφίσει μέσα σε ροζ φως, με γάντια, γυμνό κορμό και πόδια ανοιχτά σαν να είχε μόλις προσγειωθεί από κάποιο queer γυμναστήριο του διαστήματος, ο Brian Michael Hinds ήταν ένας χορευτής του Moulin Rouge που είχε καταλάβει κάτι πολύ πικρό για τη λάμψη: μπορείς να στέκεσαι δίπλα της κάθε βράδυ και παρ’ όλα αυτά να μην είναι δική σου.

Είχε χορέψει μπροστά σε μεγάλα ονόματα. Είχε υπάρξει μέσα σε εκείνη τη μυθική μηχανή του θεάματος όπου το σώμα γίνεται πούπουλο, μυς, ιδρώτας, χαμόγελο, συγχρονισμός, πειθαρχία, γαλλικό φάντασμα. Αλλά κάποια στιγμή κατάλαβε ότι το να είσαι κοντά στους stars δεν σε κάνει star. Σε κάνει εργαζόμενο σώμα μέσα στη σκηνογραφία της δικής τους λάμψης. Έφυγε από το Παρίσι. Γύρισε στη Γερμανία. Κοιμήθηκε στον καναπέ της μητέρας του. Πήγε στο γερμανικό Idol. Ήθελε πλατφόρμα. Ήθελε φωνή. Ήθελε, με τον πιο απλό και σχεδόν αφελή τρόπο, να είναι ο Brian.

Το ίντερνετ όμως δεν έχει υπομονή για τέτοιες επιθυμίες. Δεν περιμένει να γίνεις. Σε αναγνωρίζει πριν σε καταλάβει. Κάπου στο TikTok, στα σχόλια, στα tags, στις μικρές βίαιες βαφτίσεις που κάνουν οι πλατφόρμες κάθε μέρα στα σώματα των άλλων, ο Hinds δεν εμφανίστηκε πρώτα ως τραγουδιστής, ούτε ως performer, ούτε ως παιδί του Moulin Rouge, ούτε ως κάποιος που πάλευε να σπρώξει τη μουσική του μέσα από το χάος του content. Εμφανίστηκε ως σωσίας. Όχι οποιουδήποτε σωσία. Ως το λάθος σώμα του Andrew Tate.

Το περίγραμμα της μορφής του ήταν αρκετό. Φαλακρό κεφάλι, μούσι, γυαλιά, μυϊκή πειθαρχία, μια στιγμιαία ομοιότητα με τη μορφή που η manosphere είχε ήδη μετατρέψει σε avatar αρρενωπής βεβαιότητας. Ο Tate, ως εικόνα, είναι σχεδόν αρχιτεκτονική: σκληρή σιωπή, χρήμα, έλεγχος, casino, dominance, bro αυτοκρατορία, άντρες που τρέμουν και αγοράζουν συμβουλές για να μη φαίνεται ότι τρέμουν. Ο Hinds κουβαλούσε κάτι από αυτό το σχήμα, αλλά το σώμα του δεν υπάκουε. Δεν ήθελε να φυλάξει το φρούριο. Ήθελε να κάνει split τον κώλο του πάνω στο τραπέζι. Και το έκανε.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Άρχισε να twerkάρει μέσα στο λάθος περίγραμμα. Να τραγουδάει. Να στριφογυρίζει. Να φιλάει άντρες on camera. Να φοράει ροζ γάντια και μικροσκοπικά σορτς. Να παίρνει την alpha-male silhouette και να τη κάνει εύκαμπτη, γελοία, γυαλιστερή, διαθέσιμη, υπέροχα ανυπάκουη. Δεν στεκόταν έξω από το τέρας για να το κοροϊδέψει. Έμπαινε μέσα στο πρόσωπό του και προσπαθούσε να το κάνει να υπακούσει στο δικό του σώμα.

Το αστείο είναι ότι το meme δεν τον κατέστρεψε αμέσως. Πρώτα τον τάισε. Του έδωσε κοινό, followers, bookings, άρθρα, deals, βίντεο, γάμους, casino streams, ένα όνομα που δεν ήταν ακριβώς δικό του αλλά άνοιγε πόρτες. Του έδωσε το πράγμα που κυνηγούσε από την εποχή του Moulin Rouge: πλατφόρμα. Μόνο που η πλατφόρμα είχε λάθος είσοδο. Έμπαινες ως Brian και σε φώναζαν Bottom G.

Στα δικά του βίντεο το λέει με έναν τρόπο σχεδόν αφελή και σχεδόν σκληρό. Πήρε σοβαρά το content creation γιατί κάποιος του είπε ότι οι νέοι μουσικοί θα πρέπει να γίνουν influencers. Δοκίμασε τα πάντα. Food content, real talk, λίγο πιο explicit υλικό, χορό, ταξίδια, τραγούδι, αστεία, μικρές ψηφιακές περσόνες. Τίποτα δεν καθόταν ακριβώς. Μετά ήρθαν τα σχόλια. Μοιάζεις με τον Andrew Tate. Μοιάζεις με τον Andrew Tate. Μοιάζεις με τον Andrew Tate.

Στην αρχή δεν τον ενδιέφερε. Δεν ήξερε καν ποιος ήταν. Ήθελε να δουλέψει τη μουσική του. Μετά κατάλαβε ότι το ίντερνετ είχε ήδη πάρει απόφαση. Κάποια στιγμή, όπως λέει ο ίδιος, αποδέχτηκε τον ρόλο του στην κοινωνία ως Bottom G.

Υπάρχει κάτι σχεδόν αρχαίο και εντελώς γελοίο σε αυτή τη φράση. Να αποδέχεσαι τον ρόλο σου στην κοινωνία ως Bottom G. Σαν να σου έδωσαν λάθος μάσκα στο καμαρίνι, σαν να βγήκες σε τραγωδία ντυμένος meme, σαν να κατάλαβες ότι η μόνη πιθανότητα να ακουστεί η φωνή σου ήταν να τραγουδήσεις μέσα από το στόμα που σου κόλλησαν οι άλλοι.

Ευτυχώς δεν προσπάθησε να γίνει αξιοπρεπής με τον σωστό τρόπο. Δεν καθαρίσε τον λεκέ του meme για να τον πάρουν σοβαρά. Του έβαλε κι άλλο σώμα. Κι άλλο κώλο. Κι άλλο φως. Κι άλλο «what the fuck». Σαν να ξέρει ότι η σοβαρότητα, μόνη της, δεν θα τον έσωζε ποτέ. Το σώμα ίσως.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Στα workout video του, υποτίθεται ότι κάνει γυμναστική. Στην πραγματικότητα βάζει φωτιά στο gym ως ναό straight πειθαρχίας. Chest, glutes, Romanian deadlifts, hip flexors, mobility, cake, juicy, squeeze the cheeks. Η γλώσσα του fitness γίνεται πορνογραφικό παιδικό τραγούδι. Η αρρενωπότητα πρέπει να μείνει flowing, λέει, και μετά ανοίγει γοφούς, κάνει stretching, κάνει το σώμα να μη μοιάζει με οχυρό αλλά με λάστιχο που ξέρει κάτι παραπάνω από τον ιδιοκτήτη του.

Ο Bottom G δεν καταστρέφει την alpha male εικόνα με επιχειρήματα. Της κάνει mobility work. Γιατί μας σοκάρει ακόμη τόσο πολύ ένας άντρας που μοιάζει με το σύμβολο της σκληρής αρρενωπότητας αλλά χορεύει σαν να έχει αποφασίσει ότι η ντροπή είναι μια παλιά εφαρμογή που δεν χρειάζεται πια update;

Γιατί ένας άντρας που κάνει «feminine shit», όπως το λέει ο ίδιος, γίνεται ακόμη πρόβλημα; Μια γυναίκα μπορεί να κάνει boxing και να θεωρηθεί δυνατή. Ένας άντρας που χορεύει σαν slut σε μια γωνία γίνεται σκάνδαλο, απειλή, μυστήριο, κυβερνητικό σχέδιο στα μυαλά των απολύτως τρελών. Το πρόβλημα δεν είναι ο χορός. Είναι η διαθεσιμότητα. Το ότι ένα αρσενικό σώμα επιτρέπει στον εαυτό του να μη μοιάζει με φρούριο.

Ο ίδιος το συμπυκνώνει σχεδόν χαζά: αν θέλεις να twerkάρεις, twerkάρισε. Ακούγεται σαν TikTok wisdom, σαν slogan πάνω σε crop top που αγοράζεις μεθυσμένος στις τρεις το πρωί. Αλλά μέσα στη γελοιότητά του υπάρχει ένα μικρό ευαγγέλιο. Όχι της αυτοπραγμάτωσης. Του δικαιώματος να φανείς γελοίος χωρίς να πεθάνεις από αυτό.

Και το παράξενο είναι ότι ο Hinds δεν αρνείται τα ανδρικά σημάδια του. Δεν πετάει το φαλακρό κεφάλι, το μούσι, τους μυς, τη χαμηλή φωνή, την ομοιότητα με τον Tate. Τα κρατάει και τα στραβώνει. Τα κάνει φρούτα. Τα κάνει Swarovski shirt. Τα κάνει split πάνω σε τραπέζι blackjack. Τα κάνει κάτι που δεν ξέρεις αν πρέπει να το κοροϊδέψεις, να το θαυμάσεις, να ερεθιστείς ή να πληρώσεις για shoutout.

To πρόσφατο προφίλ στο WIRED του έδωσε αυτό που το TikTok δεν μπορούσε να του δώσει: επιφάνεια με κύρος. Οι φωτογραφίες δεν τον δείχνουν σαν random internet clown. Τον στήνουν σαν αντικείμενο. Σαν σώμα που έχει πια αναγνωριστεί από την κουλτούρα αρκετά ώστε να φωτιστεί σωστά. Hot pink background, μαύρος κύβος, ροζ γάντια, γυμνό σώμα, ανοιχτά πόδια. Το αστείο μπαίνει σε σοβαρό περιοδικό και αποκτά αρχιτεκτονική. Δεν είναι πια μόνο κάθετο βίντεο που περνάει από το feed και χάνεται. Είναι portrait. Είναι branding. Είναι σχεδόν πιστοποιητικό ύπαρξης.

Μετά έρχεται το πιο κυνικό επίπεδο. Κάνει το ιnstagram του πιο καθαρό. Το link-in-bio οργανώνεται. Spotify, email list, βίντεο, shoutouts, τραγούδια, bookings. Η παρεξήγηση γίνεται προϊόν. Η σύγχυση γίνεται τιμοκατάλογος. Η επιθυμία να ακουστείς γίνεται κουμπί πληρωμής.

Δεν υπάρχει εύκολη ηθική εδώ. Δεν γίνεται να τον κοιτάξεις αφ’ υψηλού. Αυτό είναι το επάγγελμα της εποχής. Η ίδια εποχή που σου κλέβει το πρόσωπο σου δίνει και link για να το πουλήσεις πίσω. Όλοι μέσα σε αυτό ζούμε, απλώς ο Brian έχει πιο αστείο, πιο τραγικό και πιο γυμνό case.

Και έπειτα τον βλέπεις στο “day in the life” βιντεάκι του και όλο το γυαλιστερό brand ξαναγίνεται χάος. Είναι αργοπορημένος. Λέει ότι πρέπει να γίνει πιο professional. Του αρέσει το αλάτι. Ψάχνει το καλό φως. Μένει κοντά στη θάλασσα γιατί δεν αντέχει το κρύο της Γερμανίας. Αγαπάει τους γέρους γιατί δεν δίνουν δεκάρα, όπως κι αυτός. Πηγαίνει στο gym. Φορτίζει το κινητό στα McDonald’s. Ξεχνάει ένα call. Κλειδώνεται σε mall. Φοβάται. Βγαίνει με ποδήλατο. Λέει ότι ζει κάπως σε έναν λόφο στο γκέτο. Και στο τέλος χαμογελάει σαν κάποιος που έχει κάνει ειρήνη με την ακαταστασία: η ζωή μου είναι χάος, αλλά μου αρέσει. Δεν είναι βαρετή.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Εκεί βρίσκεται ένας άλλος Brian, πιο κοντά στο σώμα από ό,τι στο brand. Όχι βαθύς με τον τρόπο που ζητάνε τα σοβαρά προφίλ για να μας καθησυχάσουν. Βαθύς επειδή είναι ασυντόνιστος. Επειδή δεν έχει ακριβώς σπίτι, έχει σημεία πρόσβασης. Κινητό, Wi-Fi, gym, αεροδρόμιο, hotel room, φως, μουσική, σχόλιο, σώμα. Σαν να ζει μέσα σε μια διαρκή αυτοσχέδια περιοδεία του εαυτού του.

Ο Bottom G έλκεται από σώματα που μπερδεύουν τη straight βεβαιότητα. Από επιθυμίες που δεν χωράνε στα κουτάκια. Από ανθρώπους που αναγκάζουν τους άντρες να αναρωτηθούν όχι μόνο τι θέλουν, αλλά και τι φοβούνται ότι σημαίνει αυτό που θέλουν. Δεν είναι πάντα κομψό. Είναι όμως σύμπτωμα του πεδίου όπου κινείται: εκεί όπου το σώμα δεν είναι ποτέ απλό.

Ίσως γι’ αυτό το queer tate memification λειτουργεί. Όχι μόνο επειδή μοιάζει με τον Tate. Αλλά επειδή ο Tate, ως εικόνα, υπόσχεται στους άντρες ότι μπορούν να γλιτώσουν από την αμφιβολία. Ο Bottom G είναι η αμφιβολία με κοιλιακούς. Είναι το alpha περίγραμμα που δεν κατάφερε να εξαφανίσει το bottom ρήγμα του. Είναι ένας άντρας με όλα τα λάθος υλικά για να γίνει σύμβολο straight βεβαιότητας, και ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για να κάνει κάτι άλλο.

Το πιο αστείο είναι ότι, με έναν τρόπο, είναι πιο ελεύθερος από την εικόνα που παρωδεί. Ο Tate πρέπει να προστατεύει διαρκώς το φρούριό του. Ο Bottom G μπορεί να πέσει κάτω, να ανοίξει τα πόδια του, να ξεχάσει το ραντεβού του, να πει ανοησίες, να τραγουδήσει, να ιδρώσει, να γίνει cringe, να ξανασηκωθεί. Το ένα σώμα πρέπει να αποδεικνύει ότι κυριαρχεί. Το άλλο μπορεί απλώς να επιμένει ότι υπάρχει.

Και κάπου στο τέλος, σχεδόν σαν αστείο που δεν είναι αστείο, εμφανίζεται η περούκα.

Πριν από όλα αυτά, ονειρευόταν μια επιχείρηση με ανδρικές περούκες. Άντρες που θα αλλάζουν look, που θα παίζουν με τα μαλλιά σαν να είναι καπέλα, που δεν θα φοβούνται να βάλουν κάτι άλλο πάνω στο κεφάλι τους. Μετά από όλη αυτή την ιστορία, η λεπτομέρεια γίνεται σχεδόν μεταφυσική. Ένας άντρας που έγινε διάσημος επειδή είχε το φαλακρό περίγραμμα ενός άλλου άντρα ονειρεύεται περούκες. Όχι ως μεταμφίεση. Ως έξοδο.

Να αλλάξεις κεφάλι. Να μην ξυπνάς κάθε μέρα μέσα στο πρόσωπο που σου κόλλησαν. Να μην είσαι για πάντα το bottom φάντασμα του alpha male. Να μπορείς, έστω για λίγο, να κοιταχτείς και να μη σε προλάβει το meme.

Ίσως αυτό είναι τελικά το πιο συγκινητικό πάνω στον Brian Michael Hinds. Δεν έχει νικήσει την εικόνα του Tate. Ζει μέσα της, πληρώνεται από αυτή, πιέζεται από αυτή, αναγνωρίζεται από αυτή. Αλλά έχει βρει έναν τρόπο να την κάνει να χορεύει. Να την κάνει να ιδρώνει αλλιώς. Να τη βάλει σε ροζ γάντια. Να της ανοίξει τους γοφούς. Να της δώσει χαμηλή φωνή και τραγούδι. Να της θυμίσει ότι κανένα πρόσωπο δεν είναι απολύτως ιδιοκτησία εκείνου που νομίζει ότι το κατέχει.

Ο Bottom G δεν είναι η queer απάντηση στον Andrew Tate. Είναι κάτι πιο λοξό και πιο χρήσιμο: ένας performer που προσπαθεί να κατοικήσει το λάθος πρόσωπο μέχρι να αρχίσει να υπακούει στο δικό του σώμα.

Και ίσως, μια μέρα, να βάλει μια περούκα και να φύγει.


Ο Σταύρος Τσαντές έκανε το μπουζούκι να σταματήσει να παριστάνει τον straight

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

 

Ο Σταύρος Τσαντές πιάνει το μπουζούκι, ένα από τα πιο macho όργανα της ελληνικής λαϊκής φαντασίας, και το φέρνει δίπλα στη φούστα, την καψούρα, το γκλίτερ, τον Θεοδωράκη, τον Καβάφη, τον Καζαντζίδη και την «Πουστάρα». Δεν κάνει το λαϊκό τραγούδι queer απ’ έξω. Του θυμίζει ότι μέσα του υπήρχε πάντα αρκετό Αχ για να χωρέσει κι αυτό το σώμα.

 

Η πρώτη σκέψη είναι ότι αυτός σίγουρα είναι στρέιτ, αφού παίζει μπουζούκι. Χμμ, not today.

Εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Όχι το δικό του. Το δικό μας.Γιατί το μπουζούκι, στην ελληνική φαντασία, δεν είναι απλώς ένα όργανο με χορδές. Είναι ένα μικρό διαβατήριο αρρενωπότητας. Το κρατάς και ξαφνικά γύρω σου εμφανίζονται πατεράδες, μάγκες, πάλκα, ρεμπέτικες σκιές, νυχτερινά μαγαζιά, καψούρες με τσιγάρο, άντρες που δεν εξηγούνται πολύ, γυναίκες που υποφέρουν ωραία, ταξίμια που έχουν μάθει να ακούγονται σαν αντρική μοίρα. Το μπουζούκι κουβαλάει πάνω του τόσες δεκαετίες straight βεβαιότητας, που μοιάζει σχεδόν αγενές να θυμίσεις ότι οι χορδές του δεν έχουν σεξουαλικό προσανατολισμό.

Ο Σταύρος Τσαντές το ξέρει. Γι’ αυτό η εικόνα του με φούστα και μπουζούκι δεν είναι απλώς σκηνικό εύρημα. Είναι μια μικρή queer ανακατάληψη. Όχι κραυγαλέα, όχι σαν press release ταυτότητας, όχι με εκείνη την εξαντλημένη γλώσσα της ορατότητας που μερικές φορές κάνει τον άνθρωπο να μοιάζει με ενημερωτικό φυλλάδιο. Είναι πιο απλό και πιο ύπουλο: ένα σώμα πιάνει ένα όργανο που η κοινωνία είχε μάθει να διαβάζει ως στρέιτ και του λέει, σχεδόν τρυφερά, σκέψου λίγο out of the box, βρε!

Ο Τσαντές δεν μοιάζει να θέλει να βγει από την παράδοση. Θέλει να μπει μέσα της και να της αλλάξει τη θερμοκρασία. Δεν αντιμετωπίζει το μπουζούκι σαν camp αξεσουάρ, ούτε σαν εξωτικό αντικείμενο που πρέπει να γελοιοποιηθεί για να γίνει ανεκτό από ένα νέο κοινό. Το αγαπά. Το λέει και «κωλοόργανο» με εκείνη την οικειότητα που έχουν οι άνθρωποι με τα πράγματα που τους έχουν βασανίσει αρκετά για να τους ανήκουν. Δύσκολο όργανο, οριζόντιο, πεισματάρικο, χωρίς την εύκολη αγκαλιά μιας κιθαριστικής συγχορδίας. Στο μπουζούκι, λέει, πρέπει να σκάψεις. Να βρεις μελωδία αρκετά πυκνή για να σταθεί μόνη της.

Αυτό, κάπως, είναι και ο τρόπος του. Σκάβει εκεί που άλλοι βάζουν έτοιμη συγχορδία. Στο λαϊκό αίσθημα. Στην καψούρα. Στη Λούτσα. Στο λεωφορείο 305 που βγαίνει στη θάλασσα. Στον πατέρα του που είχε τραγουδήσει παιδί σε ένα παλιό μαγνητόφωνο. Στη μάνα που τον πήγαινε σε συναυλίες και τώρα παραπονιέται χαριτωμένα που ο πρώτος δίσκος λέγεται «Οι παιδικές συνήθειες του πατέρα μου». Στον Ζαμπέτα που μπαίνει στο σπίτι από ένα CD εφημερίδας. Στη ρεμπετοσύνη της Αθήνας που σε κάνει να ντραπείς λίγο το τετράχορδο και να γυρίσεις στο τρίχορδο. Στο αγόρι που καυλάντιζε από τη Γρανάδα. Στη Chavela Vargas. Στην Ικαρία. Στο πανηγύρι όπου νυστάζεις, βλέπεις ένα ζευγάρι να φιλιέται και καταλαβαίνεις ότι ο καθένας εκείνη τη νύχτα αξιοποιεί τη νύχτα όπως μπορεί.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Το δικό του σύμπαν δεν χωρίζει εύκολα το υψηλό από το χαμηλό. Ο Καβάφης μπορεί να βρεθεί δίπλα στον Καζαντζίδη. Ο Σαββόπουλος δίπλα στο τσιφτετέλι. Ο Θεοδωράκης δίπλα στο γκλίτερ. Η καψούρα δίπλα στο Σύνταγμα μιας φανταστικής δημοκρατίας. Η θεραπεία δίπλα στο αστείο. Το πατρικό στον Ταύρο δίπλα στην Ισπανία. Ο Έρως δίπλα στον Πόρο και την Πενία. Το μπουζούκι δίπλα στη φούστα. Όχι σαν collage για να δείξει εξυπνάδα, αλλά επειδή έτσι λειτουργεί η ελληνική συγκίνηση όταν δεν την αστυνομεύεις: ακατάστατα, υπερβολικά, φιλολογικά, λαϊκά, γελοία, πολύ σοβαρά.

Στο δικο του κέντρο υπάρχει το Αχ.

Η «Δημοκρατία του Αχ» είναι ένας από τους πιο ωραίους τίτλους που έχουν εμφανιστεί τελευταία στο ελληνικό τραγούδι, γιατί δεν προσποιείται ότι η καψούρα είναι ιδιωτική λεπτομέρεια. Την κάνει πολίτευμα. Της δίνει δικαιώματα, υποχρεώσεις, προεδρικά διαγγέλματα, θεσμούς, υπουργικό συμβούλιο, και μια καλλιαρντή κάλπη ανάμεσα στον Καβάφη και τον Καζαντζίδη. Παίρνει το πιο απλό επιφώνημα του ανθρώπου, το Αχ πριν από το κλάμα, πριν από το τραγούδι, πριν από τη μάνα, πριν από τη λογική και το κάνει κοινό έδαφος.

Στη Δημοκρατία του Αχ έχεις δικαίωμα να νιώσεις τα πάντα στο 100%. Έχεις όμως και την υποχρέωση να αντέξεις τις οδύνες που θα φέρουν. Αυτό είναι το ωραίο: δεν πουλάει θεραπεία χωρίς κόστος. Δεν λέει «ζήσε το συναίσθημα» με τον τρόπο που το λένε οι αφίσες αυτοβελτίωσης. Λέει κάτι πιο δύσκολο και πιο έντιμο: ζήσε το, αλλά μην κάνεις ότι δεν θα σε κάψει. Και μετά, ίσως, μάθε να κλειδώνεσαι τα βράδια όχι για να μην έρθουν δεν θα ερχόντουσαν έτσι κι αλλιώς αλλά για να μην τους περιμένεις.

Ο Τσαντές μιλάει για την καψούρα σαν άνθρωπος που την έχει μετρήσει σωματικά. Όχι ως ατμόσφαιρα. Ως χαμηλό πυρετό. 37.2 με 37.4 για ενάμιση χρόνο. Αυτό είναι σχεδόν ιατρικό και αστείο μαζί, και γι’ αυτό αληθινό. Η καψούρα δεν είναι πάντα η μεγάλη φλόγα που σε καταπίνει κινηματογραφικά. Μερικές φορές είναι δέκατα που δεν πέφτουν. Σε αφήνουν λειτουργικό, αλλά αλλοιωμένο. Πας στις δουλειές σου, γράφεις, παίζεις, αστειεύεσαι, λες ότι είσαι καλά, αλλά το σώμα ξέρει ότι κάτι μέσα του έχει αλλάξει θερμοκρασία.

Η δημιουργία, για εκείνον, είναι αυτοφροντίδα και αυτοπροστασία. Όχι επειδή το τραγούδι θεραπεύει μαγικά ό,τι συμβαίνει, αλλά επειδή μεταφέρει το βίωμα σε άλλη μορφή. Το κάνει τραγούδι για να μπορεί να το κοιτάξει χωρίς να το υπηρετεί. Να το κρατήσει χωρίς να το παρακαλάει. Να το βάλει σε ένα εσωτερικό μουσείο, όπως λέει για τα τραγούδια που σώζουν μια στιγμή και μετά αφήνουν, κάποιες φορές, το ίδιο το πρόσωπο να ξεχαστεί. Μένει η ουσία του δημιουργήματος. Φεύγει το γύρω γύρω. Μερικές φορές δεν θυμάσαι καν για ποιον γράφτηκε το ποίημα. Τόσο καλύτερα. Η καψούρα έχασε την ταυτότητα του άλλου και έγινε υλικό.

Αυτό είναι πολύ πιο πολιτικό απ’ όσο φαίνεται. Γιατί ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ειδικά για queer ανθρώπους, δεν είναι απλώς ατομική ατυχία. Πολλές φορές ξεκινά από ένα βασικό εμπόδιο: να υπάρχει κοινός προσανατολισμός. Να μην πέφτεις, όπως λέει, στη λέζα του να ποθείς εκεί όπου δεν υπάρχει δυνατότητα. Να μη ζεις την επιθυμία σαν μακρά άσκηση αυτοτραυματισμού επειδή σε ζωοδοτεί καλλιτεχνικά. Η Δημοκρατία του Αχ δεν καταργεί το Αχ. Προσπαθεί να του βάλει θεσμούς για να μη σε φάει.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Και μετά έρχεται το γκλίτερ. Το «Χρυσοπράσινο γκλίτερ» είναι μια από αυτές τις κινήσεις που δεν ενοχλούν επειδή είναι απλώς προκλητικές. Ενοχλούν επειδή πιάνουν κάτι που θεωρείται ιερό και το χρησιμοποιούν σαν να είναι ζωντανό. Η μελωδία του Θεοδωράκη, φορτωμένη με Κύπρο, πολιτική μνήμη, αγώνες, μεταπολιτευτική συγκίνηση, παίρνει νέα λόγια: πουστιά, ορατή αγκαλιά, λεσβιακό, αγόρια με βυζιά, κορίτσια με κοιλιά, διεμφυλικά και άφυλα όντα, rainbow καπιταλισμός, στείρος δικαιωματισμός, pinkwashing, υποκρισία. Και φυσικά: χρυσοπράσινο γκλίτερ, φασίστες στα μούτρα σας.

Δεν είναι απλώς βεβήλωση. Είναι queer επανάχρηση. Ο Τσαντές το λέει πολύ καθαρά: όταν κάτι σταματά να χρησιμοποιείται, πεθαίνει. Τα σπουδαία έργα δεν περιμένουν από εμάς να τα σώσουμε φυλάγοντάς τα σε βιτρίνα. Αν είναι ζωντανά, αντέχουν να ξαναχρησιμοποιηθούν, να λερωθούν, να μετακινηθούν, να αποκτήσουν νέο στόμα. Και ίσως αυτή είναι η βαθύτερη χειρονομία του «Χρυσοπράσινου γκλίτερ»: δεν καταστρέφει το παλιό πολιτικό τραγούδι. Του θυμίζει ότι αν μιλούσε κάποτε για αγάπη, αγκαλιά, ελευθερία και φασισμό, τότε δεν μπορεί σήμερα να παριστάνει ότι δεν ακούει την ομοφοβία, την τρανσφοβία, το μίσος για τα σώματα που δεν μπαίνουν σωστά στο κάδρο.

Η ελληνική κοινωνία έχει πολύ επιλεκτική σχέση με την ασέβεια. Αν ένα λαϊκό τραγούδι μιλάει για «πουτάνα στην ψυχή», δεν τρέχει τίποτα. Αν ένα άλλο μιλήσει για πουστιά, αγκαλιά, καύλα, λεσβιακό και γκλίτερ πάνω σε μια ιερή μελωδία, ξαφνικά ζητούνται πρωτόκολλα σεβασμού. Δεν είναι η λέξη που ενοχλεί. Είναι το σώμα που τη διεκδικεί. Είναι το γκλίτερ που δεν ζητά άδεια να πέσει πάνω στην εθνική μελωδία.

Το γκλίτερ λειτουργεί σαν αλλεργιογόνο. Αβλαβές, αλλά για κάποιους παθολογικά απειλητικό. Μπαίνει στα ρουθούνια της πόλης και προκαλεί ανάταση ή αλλεργία. Και η αλλεργία, εδώ, μοιάζει πολύ με την ομοφοβία: αντίδραση σε κατά φαντασίαν απειλή. Ο οργανισμός νομίζει ότι κινδυνεύει από κάτι που απλώς λάμπει.

Αυτό είναι το σημείο όπου ο Τσαντές γίνεται πιο ενδιαφέρων από το στενό σχήμα «νέος queer τραγουδοποιός». Δεν προσπαθεί να αποδείξει ότι η ελληνική παράδοση μπορεί να γίνει προοδευτική αν τη στολίσουμε σωστά. Κάνει κάτι πιο επικίνδυνο: της αφαιρεί το δικαίωμα να παριστάνει ότι ήταν ποτέ καθαρή. Το λαϊκό τραγούδι ήταν πάντα γεμάτο αχ, υπερβολές, σώματα, έρωτες χωρίς ανταπόκριση, ντροπές, κοινωνικές ήττες, άντρες που πονούσαν, γυναίκες που δεν χωρούσαν, φωνές που έλεγαν περισσότερα απ’ όσα επέτρεπε η εποχή. Το queer δεν έρχεται απ’ έξω για να το χαλάσει. Ίσως απλώς ανάβει το φως σε δωμάτια που υπήρχαν ήδη.

Γι’ αυτό τον ενοχλεί το «δεν σου φαίνεται». Και σωστά. Γιατί το «δεν σου φαίνεται» παρουσιάζεται συχνά σαν κομπλιμέντο, ενώ είναι μικρή αστυνομία. Σημαίνει: εσένα μπορούμε να σε δεχτούμε λίγο πιο εύκολα, επειδή δεν θίγεις πολύ την εικόνα που έχουμε για το πώς είναι ένας gay άντρας. Είσαι αρκετά συμβατικός, αρκετά αρρενωπός, αρκετά μπουζούκι, αρκετά κοντά στο γνώριμο για να μη μας δυσκολεύεις. Η φούστα με το μπουζούκι απαντά σε αυτό χωρίς να χρειαστεί διάλεξη. Να, λοιπόν. Φαίνεται. Δεν φαίνεται. Παίζει.

Εδώ ξαναγυρίζουμε στο χέρι. Όλα, τελικά, είναι στο χέρι. Στο χέρι που έμαθε μπουζούκι από ένα CD του Ζαμπέτα. Στο χέρι που γράφει στίχους στο μακρύ πράσινο τετράδιο όπου γράφονται όσα δεν γράφουν οι γιατροί. Στο χέρι που πιάνει το παλιό τραγούδι και το γεμίζει γκλίτερ. Στο χέρι που δεν φοβάται να σκάψει, γιατί ξέρει ότι η εύκολη συγχορδία δεν θα φτάσει. Στο χέρι που φορά φούστα χωρίς να αφήνει το όργανο. Στο χέρι που παίζει την καψούρα όχι σαν παράδοση που πρέπει να προστατευτεί, αλλά σαν υλικό που πρέπει να συνεχίσει να ζει.

Και ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο: ο Τσαντές δεν φτιάχνει μουσική σαν να έχει λύσει το πρόβλημα της ταυτότητας. Τη φτιάχνει σαν άνθρωπος που κατάλαβε ότι τα προβλήματα δεν λύνονται πάντα. Μερικές φορές γίνονται άλμπουμ. Γίνονται παραστάσεις. Γίνονται παροιμιώδεις φράσεις της γιαγιάς: θέρος, τρύγος, πόλεμος. Γίνονται τσιφτετέλια βασανιστικά. Γίνονται δημόσιες ψηφοφορίες ανάμεσα στον Καβάφη και τον Καζαντζίδη. Γίνονται τραγούδια που γράφονται σε πανηγύρια ενώ νυστάζεις και κάποιοι άλλοι φιλιούνται λίγο παραδίπλα. Γίνονται πολιτεύματα του Αχ.

O Σταύρος δεν βγήκε απλώς από την ντουλάπα. Αυτό θα ήταν πολύ μικρό για το υλικό του.Βγήκε στο πάλκο.Με μπουζούκι, φούστα, γκλίτερ, Θεοδωράκη, Καβάφη, Καζαντζίδη, ένα αγόρι από τη Γρανάδα, ένα μακρύ πράσινο τετράδιο, και μια καψούρα που είχε δέκατα για ενάμιση χρόνο.

Το μπουζούκι δεν ήταν ποτέ μόνο straight.

Απλώς περίμενε ένα χέρι που να μη φοβηθεί να το παίξει αλλιώς.


Η Pythia γύρισε στο Άργος ως αδιόρθωτο θαύμα

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Η Pythia δεν φοράει την ελληνική παράδοση για να την τιμήσει ευγενικά. Τη φοράει σαν χρησμό. Το παιδί που κάποτε έμαθε στην Ελλάδα να διορθώνει το σώμα του επιστρέφει στο Άργος με φουστανέλα, τακούνια, κόκκινο κεφάλι, μια μακριά κοτσίδα σαν σκοτεινή ουρά και μια ελληνικότητα που δεν ζητά πια άδεια.

 

Η ελληνική παράδοση έκανε drag πολύ πριν εμφανιστούν οι drag queens. Απλώς δεν άντεχε να το πει έτσι. Το έλεγε στολή, τιμή, πατρίδα, έθιμο. Φορεσιές, φουστανέλες, μαντίλια, μουστάκια, πένθη, παρελάσεις, οικογενειακές φωτογραφίες, εικόνες στον τοίχο, σώματα στημένα για να μοιάζουν φυσικά. Όλα φορεμένα. Όλα παιγμένα. Όλα επαναλαμβανόμενα με τέτοια επιμονή, ώστε κάποια στιγμή τα περάσαμε για αλήθεια.

Η Pythia δεν έρχεται να προσθέσει θέατρο στην παράδοση. Το θέατρο ήταν ήδη εκεί. Εκείνη απλώς μπαίνει στο καμαρίνι και δεν κάνει πως δεν βλέπει τις κρεμάστρες.

Στην πρώτη εικόνα, η ελληνίδα γιαγιά κάθεται μπροστά από την εγγονή της ,την Pythia. Με το μαντίλι της. Λίγο έξω από το φως, λίγο έξω από τον χρόνο, αλλά απολύτως μέσα στο σπίτι. Γύρω της υπάρχει εκείνο το πέτρινο ελληνικό δωμάτιο που δεν χρειάζεται πολλά για να επιβληθεί. Οι εικόνες στον τοίχο, ο σταυρός, τα παλιά ξύλινα έπιπλα, τα σεμεδάκια, τα οικογενειακά κάδρα, η σιωπή. Όλα μοιάζουν να ξέρουν τη θέση τους. Και, κυρίως, να ξέρουν ποιος δικαιούται να έχει θέση εκεί.

Πίσω της στέκεται η Pythia.

Όχι σαν φιλοξενούμενη. Όχι σαν τουρίστρια. Όχι σαν καρτ ποστάλ μιας ελληνικής υπερηφάνειας που αποφάσισε, αργά και με λίγη αμηχανία, να γίνει συμπεριληπτική. Στέκεται σαν κάποια που γύρισε. Με φουστανέλα και τακούνια, με μπλε κορσέ, χρυσές φούντες, λευκά μανίκια, κόκκινη ζώνη, κόκκινο λαμπερό κεφάλι, πρόσωπο βαμμένο όχι για να γλυκάνει, αλλά για να σταθεί. Και μια μακριά μαύρη κοτσίδα πίσω της, σαν ουρά, σαν φίδι, σαν κάτι που δεν δέχτηκε να μείνει για πάντα μαζεμένο.

Η παράδοση είναι στο δωμάτιο. Το drag επίσης. Και κανένα δεν δείχνει πρόθυμο να φύγει.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Εκεί, νομίζω, αρχίζει το ενδιαφέρον. Όχι στη σύγκρουση, όπως θα την περιμέναμε. Αλλά στην ψυχραιμία της εικόνας. Η Pythia δεν μπαίνει ορμητικά για να σπάσει κάτι. Δεν φωνάζει. Δεν κρατά πανό. Δεν κάνει καν την ευγενική πρόκληση που συχνά ζητάμε από την τέχνη για να νιώσουμε ασφαλείς απέναντί της. Στέκεται. Και επειδή στέκεται, το δωμάτιο αναγκάζεται να την υπολογίσει.

Η Pythia δεν φοράει την ελληνικότητα με τον τρόπο που η Ελλάδα έχει συνηθίσει να τη βλέπει φορεμένη: καθαρά, εορταστικά, σχολικά, λίγο μουσειακά, σαν φορεσιά που βγαίνει από τη ναφθαλίνη για εθνικές επετείους και ξαναμπαίνει στη θέση της πριν προλάβει να πάρει τη μυρωδιά του σώματος. Δεν τη φοράει σαν τουριστικό σύμβολο, ούτε σαν νοσταλγική χειρονομία προς την ομογένεια. Τη φοράει σαν κάποια που ξέρει ότι τα ρούχα αυτά δεν ήταν ποτέ τόσο αθώα. Ούτε τόσο ξένα προς το queerness.

Γιατί, αν είμαστε ειλικρινείς, η ελληνική παράδοση έκανε drag πολύ πριν εμφανιστούν οι drag queens. Φορεσιές, μουστάκια, φουστανέλες, πένθη, παρελάσεις, μαντίλια, εικόνες, ρόλοι, σώματα στημένα με ακρίβεια για να φαίνονται φυσικά. Απλώς το έλεγε σοβαρότητα. Το έλεγε τάξη. Το έλεγε ρίζα. Το έλεγε πατρίδα. Η Pythia δεν της προσθέτει θέατρο. Της θυμίζει ότι το θέατρο ήταν ήδη εκεί.

Η ίδια έχει μιλήσει σε συνεντεύξεις της στον Καναδά όπου μένει,για το παιδί που υπήρξε στην Ελλάδα χωρίς να έχει μπροστά του μια προσβάσιμη queer κουλτούρα. Και εδώ χρειάζεται προσοχή. Δεν μιλάμε για τις queer ρωγμές που μπορεί κανείς να ανακαλύψει εκ των υστέρων στην ελληνική τέχνη, στη μυθολογία, στην ιστορία. Αυτά είναι πολύτιμα, αλλά έρχονται μετά. Όταν έχεις μεγαλώσει, όταν έχεις γλώσσα, όταν έχεις διαβάσει, όταν έχεις επιβιώσει αρκετά ώστε να γυρίσεις πίσω και να ψάξεις τα ίχνη σου.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

 

Το παιδί δεν ζει εκ των υστέρων. Ζει τότε.

Και τότε αυτό που υπήρχε ήταν πιο απλό και πιο σκληρό. Η αίσθηση ότι το gay ήταν αμαρτία, κάτι λάθος, κάτι βρώμικο, κάτι που έπρεπε να διορθωθεί πριν πάρει μορφή. Δάσκαλοι τηλεφωνούσαν στους γονείς επειδή ο Χρήστος ήταν «λίγο διαφορετικός». Πιο θηλυπρεπής. Πιο κοντά στις κούκλες. Πιο μακριά από το αγόρι που η ελληνική κοινωνία θέλει να αναγνωρίζει αμέσως, πριν ακόμη ανοίξει το στόμα του.

Έτσι μαθαίνεις νωρίς να διορθώνεις τη συμπεριφορά σου για να χωρέσεις. Να μετράς το χέρι, τη φωνή, το βλέμμα, το γέλιο. Να καταλαβαίνεις το σώμα σου ως κάτι που χρειάζεται μικρές προσαρμογές πριν γίνει πρόβλημα. Και αυτή είναι μια πολύ ελληνική εκπαίδευση. Δεν γίνεται πάντα με βία. Συχνά γίνεται με φροντίδα. Με αγωνία. Με ένα «για το καλό σου». Με μια οικογένεια που σε αγαπάει, αρκεί να τη βοηθήσεις λίγο να μη δυσκολευτεί μαζί σου.

Γι’ αυτό οι φωτογραφίες της στο Άργος έχουν δύναμη.

Δεν είναι απλώς αισθητικές. Δεν είναι απλώς ωραίες εικόνες μιας drag queen με ελληνική φορεσιά. Είναι απάντηση. Το παιδί που έμαθε να διορθώνεται γύρισε ως αδιόρθωτο θαύμα. Όχι για να εκδικηθεί με τον εύκολο τρόπο. Αλλά για να σταθεί εκεί όπου κάποτε θα του ζητούσαν να μαζευτεί.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Στον Καναδά, στα δεκατέσσερα, η Pythia βρήκε άλλη γλώσσα. Queer συμμαχίες στο σχολείο, queer prom, trans και queer ανθρώπους γύρω της, θέατρο, σκηνή, οικογένεια που δεν ήταν βιολογική αλλά είχε τη δική της ακρίβεια. Αυτή που έχουν οι οικογένειες επιβίωσης. Εκεί η queer ζωή έγινε προσβάσιμη όχι ως αρχαίο ίχνος, ούτε ως θεωρητικό παράδειγμα, αλλά ως καθημερινό ενδεχόμενο. Κάτι που συνέβαινε δίπλα της. Ένα σώμα μπορούσε να υπάρχει αλλιώς και να μη ζητά συγγνώμη για την ίδια του την πιθανότητα.

Αλλά η μετανάστευση, ας μη γελιόμαστε, δεν είναι καθαρή λύτρωση. Έχει κι αυτή τη ντροπή της. Η Pythia έχει πει ότι ως μετανάστρια προσπάθησε να κρύψει κομμάτια της κουλτούρας της: να αλλάξει προφορά, όνομα, ακόμη και πράγματα που έτρωγε στο σχολείο. Η ελληνικότητα, για ένα διάστημα, δεν ήταν λαμπερή καταγωγή. Ήταν κάτι που έπρεπε να μαζευτεί για να περάσει απαρατήρητο. Άλλη μια μικρή διόρθωση. Άλλο ένα σημείο του εαυτού που έπρεπε να γίνει πιο ήσυχο.

Και μετά ήρθε το drag. Όχι για να τη βγάλει από την ελληνικότητα. Αλλά για να της τη δώσει πίσω.

Αυτό, αν με ρωτάς, είναι το πιο ενδιαφέρον. Η Pythia δεν κάνει drag σαν φυγή από τις ρίζες. Το κάνει σαν επιστροφή στην πιο παράξενη εκδοχή τους. Παίρνει την ελληνική μυθολογία, την ιστορία, τις ιέρειες, τα τέρατα, τους θεούς, την αρχαία μαντική, μορφές που η κανονικότητα προσπάθησε να καθαρίσει και να κρεμάσει σε μουσεία, και τις αφήνει ξανά να γίνουν άβολες. Όχι πιο όμορφες. Άβολες. Ζωντανές, δηλαδή.

Δεν το κάνει σαν αστείο. Το κάνει σαν μέθοδο. Εκεί όπου η κουλτούρα τής είχε πει ότι είναι λάθος, εκείνη γυρίζει και ψάχνει τα σημεία όπου η ίδια κουλτούρα ήταν πάντα πιο αλλόκοτη από τους φύλακές της.

Το όνομα Pythia δεν είναι διακοσμητικό. Δεν είναι απλώς ένα αρχαιοπρεπές drag όνομα που ακούγεται ωραία στο instagram. Η Πυθία δεν ήταν ντεκόρ. Ήταν στόμα. Ήταν η μορφή από την οποία περνούσε λόγος. Άντρες -τρομάρα τους- πήγαιναν στην Πυθία για να μάθουν τη μοίρα τους. Και η μοίρα τούς περίμενε με γυναικείο στόμα, μισή φωνή, μισός καπνός, έτοιμη να τους κάνει μια χαψιά.

Η drag Pythia παίρνει αυτόν τον τίτλο και τον μεταφέρει αλλού: όχι για να αναπαραστήσει την Πυθία των Δελφών, αλλά για να φτιάξει μια Πυθία μετά τη διασπορά, μετά το bullying, μετά το reality, μετά το θέατρο, μετά τη ντροπή της προφοράς, μετά την επανεύρεση του σώματος. Γι’ αυτό το look στο Άργος δεν μοιάζει με φόρο τιμής.

Μοιάζει με χρησμό. Αλλά όχι με την καθαρή, επιμελημένη έννοια. Περισσότερο με εκείνον τον χρησμό που λερώνει λίγο το σπίτι επειδή το σπίτι τον περίμενε αλλιώς. Δεν λέει: κοιτάξτε τι όμορφη είναι η παράδοση.Λέει κάτι πιο δυσάρεστο: κοιτάξτε πόσο φορεμένη ήταν πάντα η παράδοση. Και πόσο ενοχλείται όταν τη φορά κάποιος άλλος χωρίς άδεια.

Στις εξωτερικές εικόνες, η Pythia δεν στέκεται σε ελληνικό φως. Στέκεται μέσα στην ελληνική νύχτα. Πέτρα, λευκοί τοίχοι, ξερά χόρτα, σκοτεινό μπλε, φλας, αυλές, βουνό, σκιές. Δεν υπάρχει εδώ η γαλανόλευκη χαρά που πουλάει η Ελλάδα στον εαυτό της και στους άλλους. Δεν υπάρχει η Ελλάδα της αεροπορικής εταιρείας. Υπάρχει χώμα. Υπάρχουν τοίχοι που ξεφλουδίζουν. Υπάρχει μια μορφή που μοιάζει να βγήκε από πανηγύρι που δεν έγινε ποτέ, από θρύλο που δεν πρόλαβε να καθαριστεί, από εφιάλτη συντηρητικού συγγενή, από όνειρο παιδιού που δεν είχε ακόμη όνομα για τον εαυτό του.

Η φουστανέλα δεν είναι εδώ εθνική καθαρότητα. Είναι ύφασμα σε αμηχανία. Το τακούνι δεν είναι απλώς θηλυκότητα. Είναι ο τρόπος να πατήσεις ξανά στο χώμα που κάποτε σε έμαθε να προσέχεις πώς περπατάς.

Η κοτσίδα είναι το πιο ανησυχητικό κομμάτι της εικόνας. Πετάει πίσω της σαν μαύρη γραμμή πάνω στον λευκό τοίχο. Σε άλλη φωτογραφία τεντώνεται στο σκοτάδι σαν φίδι. Δεν είναι απλώς μαλλί. Είναι προέκταση. Είναι σκιά που δεν έμεινε κάτω. Είναι ουρά. Δηλώνει, χωρίς να το εξηγεί, ότι αυτό το σώμα δεν θέλει να είναι πλήρως ανθρώπινο με τον καθησυχαστικό τρόπο.

Θέλει να είναι και τέρας. Και μάντισσα. Και παιδί. Και πατρίδα που έμαθε να αλλάζει δέρμα.

Στην εικόνα με τα πόδια, η παράδοση κατεβαίνει στο χώμα. Κάλτσες, πομ-πομ, κόκκινα παπούτσια, ξερά χόρτα, πέτρες. Δεν υπάρχει καθαρή επιστροφή στις ρίζες. Υπάρχει επιστροφή με βρωμιά στα τακούνια. Η ρίζα δεν είναι λευκό μουσείο. Είναι χώμα που κολλάει πάνω σου. Και πάνω σε αυτό το χώμα στέκεται τώρα ένα drag σώμα που δεν ρωτά αν του επιτρέπεται.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Η Pythia έχει πει κάτι που πρέπει να διαβαστεί σαν κλειδί: δεν μπορεί κανείς να της πει πώς θα βιώσει την κουλτούρα της. Αυτή η φράση μπορεί να ακούγεται απλή. Δεν είναι. Είναι διακοπή από μια ολόκληρη αστυνομία καταγωγής που την έχουμε εσωτερικεύσει όλα μας. Γιατί πάντα υπάρχει κάποιος να σου πει ότι δεν είσαι αρκετά Έλληνας, αρκετά σωστός, αρκετά σεβαστικός, αρκετά άντρας, αρκετά γυναίκα, αρκετά φυσικός, αρκετά κοντά στην εικόνα που έχει εκείνος για να σου επιτρέψει να διεκδικήσεις τις ίδιες λέξεις, τα ίδια σπίτια, τα ίδια σύμβολα.

Η Pythia δεν ζητά είσοδο σε αυτή την κουλτούρα. Έχει ήδη τα κλειδιά.Απλώς γύρισε με άλλο πρόσωπο.

Και αυτό αλλάζει την εικόνα. Γιατί σε μια χώρα που τόσο συχνά αντιμετώπισε τα queer σώματα σαν απόκλιση από την οικογένεια, τη θρησκεία, τη γλώσσα, το χωριό, τη φορεσιά, την ιστορία, ξαφνικά βλέπεις ένα queer σώμα να επιστρέφει και να λέει: όλα αυτά είναι και δικά μου. Οι εικόνες στον τοίχο είναι και δικές μου. Ο σταυρός που με τρόμαξε είναι μέρος της μνήμης μου. Η φουστανέλα που μου είπαν ότι ανήκει σε άλλους είναι ύφασμα που μπορώ να μετατρέψω. Το χωριό δεν είναι μόνο των κανονικών. Το Άργος δεν είναι μόνο παρελθόν. Η παράδοση δεν αποφασίζει μόνη της ποιος τη φοράει.

Το πιο συγκινητικό δεν είναι ότι η παράδοση αποδέχεται το drag. Αυτό θα ήταν πολύ εύκολο, σχεδόν διαφημιστικό. Το πιο συγκινητικό είναι ότι το drag δεν χρειάζεται την αποδοχή της παράδοσης για να την κατοικήσει. Η Pythia δεν στέκεται εκεί σαν αίτημα. Στέκεται σαν γεγονός.

Όχι σαν συμφιλίωση.

Σαν επιστροφή.

Και όχι από εκείνες τις επιστροφές που κλείνουν πληγές με μουσική υπόκρουση. Η Pythia δεν γύρισε για να κάνει το σπίτι να αισθανθεί καλύτερα. Γύρισε για να σταθεί μέσα του χωρίς να διορθωθεί. Αυτό είναι αρκετό. Μερικές φορές αυτό είναι σχεδόν αδιανόητο. Όχι ότι όλα συμφιλιώθηκαν. Όχι ότι το σπίτι της χώρας σου δεν πονάει πια. Όχι ότι η χώρα κατάλαβε ξαφνικά τα παιδιά που έμαθε να διορθώνονται.

Αλλά ότι ένα από αυτά τα παιδιά γύρισε. Και δεν διορθώνεται πια.

Ίσως γι’ αυτό οι εικόνες δεν μοιάζουν ελληνικές. Μοιάζουν με επιστροφή που δεν ζητά τρυφερότητα για να υπάρξει. Η Pythia στέκεται μέσα στο ελληνικό σπίτι, κάτω από το ελληνικό σκοτάδι, πάνω στο ελληνικό χώμα, φορώντας μια παράδοση που δεν είχε προβλέψει ποτέ αυτό το σώμα. Και ακριβώς επειδή δεν το είχε προβλέψει, μοιάζει ξαφνικά λιγότερο νεκρή. Η παράδοση δεν πέθανε.

Ούτε Αχ δεν θα πω/ ένα πολυποστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

 

Απλώς δεν περίμενε ότι θα γυρίσει σπίτι ως drag queen.
Και η
Pythia δεν γύρισε στο Άργος για να αποδείξει ότι ανήκει στην παράδοση.

Γύρισε για να της θυμίσει ότι ποτέ δεν της ανήκε ολόκληρη.

 





Πηγή: www.lifo.gr