Η Τζούντι Ντεντς και ο Ίαν ΜακΚέλεν θα μπορούσαν απλώς να καθίσουν απέναντι σε μια κάμερα και να απαριθμήσουν θριάμβους. Ευτυχώς, στο νέο «Tea with Judi Dench» κάνουν κάτι μικρότερο και πολύ πιο ζωντανό: πίνουν τσάι, τρώνε κέικ και μιλούν σαν δύο άνθρωποι που έχουν περάσει μια ολόκληρη ζωή πάνω στη σκηνή χωρίς να χάσουν την όρεξη να πειράζουν ο ένας τον άλλον.
Το ειδικό επεισόδιο προβλήθηκε στις 31 Αυγούστου στο Sky Arts και στο NOW, μετά το πρώτο «Tea with Judi Dench», όπου καλεσμένος της Ντεντς ήταν ο Κένεθ Μπράνα. Αυτή τη φορά, στο σπίτι της στο Σάρεϊ φτάνει ο Ίαν ΜακΚέλεν, φίλος της εδώ και δεκαετίες και ένας από τους λίγους ηθοποιούς που μπορούν να περνούν από τον Σαίξπηρ στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και τους «X-Men» χωρίς να μοιάζει ότι αλλάζουν επάγγελμα.
Η συνάντηση αρχίζει σχεδόν σαν μικρή κωμωδία χαρακτήρων. Ο ΜακΚέλεν φτάνει στο παλιό σπίτι της Ντεντς, του 15ου αιώνα, κρατώντας δύο κομμάτια parkin, το παραδοσιακό κέικ της βόρειας Αγγλίας: ένα από το Γιορκσάιρ, από όπου κατάγεται εκείνη, και ένα από το Λάνκασιρ, για τη δική του πλευρά της ιστορίας. Πριν καν αρχίσει η κουβέντα, υπάρχει ήδη ολόκληρη σκηνή: δύο ηλικιωμένοι θεατρικοί θρύλοι, λίγο κρύο βρετανικό χιούμορ, ένα τραπέζι, κέικ, τσάι και η αίσθηση ότι κανείς δεν προσπαθεί να στήσει μνημείο.
Η συζήτηση γυρίζει στα παιδικά χρόνια του ΜακΚέλεν: στην πρώτη φορά που είδε «Πίτερ Παν», στην αγάπη του για το βρετανικό panto, στην υποτροφία για το Κέιμπριτζ το 1958, όπου βρέθηκε ανάμεσα σε νέους ανθρώπους που αγαπούσαν το θέατρο όσο κι εκείνος. Ανάμεσά τους ήταν ο Τρέβορ Ναν, ο Κόριν Ρέντγκρεϊβ, ο Ντέρεκ Τζάκομπι, η Μίριαμ Μάργκολις και ο Κλάιβ Σουίφτ. Η διαδρομή του, όπως τη θυμάται, δεν έχει τον στόμφο μιας προδιαγεγραμμένης καριέρας. Έχει περισσότερο την αίσθηση ενός νεαρού από το Μπέρνλι που βλέπει ξαφνικά ότι η σκηνή μπορεί να γίνει ζωή.
Η φιλία του με την Τζούντι Ντεντς άρχισε το 1967, στο Oxford Playhouse, όταν εμφανίστηκαν μαζί με τον Ίαν ΜακΣέιν στην παράσταση «The Promise». Από εκεί και μετά, οι δυο τους μοιράστηκαν σκηνές, πρόβες, αμηχανίες, φόβους και εκείνες τις μικρές στιγμές που μόνο οι ηθοποιοί θυμούνται με τόση ακρίβεια: μια ατάκα που κινδυνεύει να χαθεί, ένας συνάδελφος που σε σώζει από το σκηνικό τρακ, ένα γνωστό πρόσωπο στην πλατεία που αλλάζει ανεπαίσθητα τον τρόπο που παίζεις.
Στο επεισόδιο υπάρχουν και αποσπάσματα από παλιές τους ερμηνείες. Ιδιαίτερο βάρος έχει ο «Μάκβεθ» της Royal Shakespeare Company, σε σκηνοθεσία Τρέβορ Ναν, όπου ο ΜακΚέλεν και η Ντεντς έπαιξαν τον Μάκβεθ και τη Λαίδη Μάκβεθ σε μια λιτή, σχεδόν γυμνή παραγωγή του 1976, που μεταφέρθηκε στην τηλεόραση το 1978. Αυτό που έμεινε δεν ήταν η φτώχεια των μέσων. Ήταν η ένταση δύο ηθοποιών που μπορούσαν να γεμίσουν τον χώρο χωρίς τίποτε περιττό γύρω τους.
Η εκπομπή δεν τους αντιμετωπίζει σαν να έχουν ήδη αποσυρθεί στην επίσημη ιστορία. Η Ντεντς δεν είναι μόνο «Dame Judi». Ο ΜακΚέλεν δεν είναι μόνο «Sir Ian», ούτε μόνο ο Γκάνταλφ ή ο Magneto για όσους τον έμαθαν αργότερα. Είναι δύο άνθρωποι που θυμούνται πώς δουλεύεται μια σκηνή, πώς σώζεται μια παράσταση, πώς κουβαλιέται μια ζωή γεμάτη ρόλους χωρίς να εξαφανιστεί τελείως ο άνθρωπος πίσω από αυτούς.
Η κουβέντα, όμως, δεν μένει μόνο στο θέατρο. Ο ΜακΚέλεν μιλά για τη σεξουαλικότητά του, για το δημόσιο coming out του, για τη στάση του απέναντι στο Section 28, την ομοφοβική διάταξη της εποχής Θάτσερ που σημάδεψε τη βρετανική ΛΟΑΤΚΙ ιστορία, αλλά και για μια προσωπική του πληγή: ότι οι γονείς του πέθαναν πριν προλάβει να τους μιλήσει ανοιχτά για τη ζωή του. Η στιγμή δεν γίνεται μάθημα γενναιότητας. Είναι πιο ήσυχη και γι’ αυτό πιο δυνατή: ένας άνδρας που έζησε μια μεγάλη δημόσια ζωή αναρωτιέται ακόμη για όσα δεν ειπώθηκαν μέσα στην οικογένεια.
Κάπου εκεί η εκπομπή βρίσκει τον τόνο της. Δεν είναι απλώς χαριτωμένη τηλεόραση με δύο αγαπημένους ηθοποιούς σε ένα όμορφο σπίτι. Είναι ένας τρόπος να γιορτάζεις ανθρώπους όσο είναι ακόμη εδώ, χωρίς να τους παγώνεις σε εικόνα αρχείου. Η Ντεντς και ο ΜακΚέλεν γελούν, θυμούνται, κοντοστέκονται μπροστά στον χρόνο, αλλά δεν του παραδίδονται. Ο ένας δίνει στον άλλον χώρο να είναι αστείος, ευάλωτος, λαμπερός, κουρασμένος, ζωντανός.
Αυτό είναι και το δώρο του προγράμματος. Σε μια εποχή που η ποπ κουλτούρα συχνά μετατρέπει τους μεγάλους ηλικιωμένους καλλιτέχνες σε προτομές πριν προλάβουν να ολοκληρώσουν την τελευταία τους φράση, η Τζούντι Ντεντς και ο Ίαν ΜακΚέλεν κάνουν κάτι πιο ανθρώπινο: κάθονται για τσάι και αφήνουν το θέατρο να φανεί όχι σαν μνημείο, αλλά σαν μια παλιά τέχνη που επιμένει να περνά από στόμα σε στόμα, από βλέμμα σε βλέμμα, από έναν ηθοποιό σε έναν άλλον.
Με στοιχεία από Guardian















