Κάποτε το διάβασμα ήταν μοναχικό, λίγο αντικοινωνικό, σχεδόν ύποπτο. Ένα σώμα σκυμμένο πάνω από ένα βιβλίο, έξω από τον θόρυβο, έξω από την εικόνα, έξω από την ανάγκη να φαίνεται ενδιαφέρον. Τώρα το βιβλίο επέστρεψε στο κέντρο της εικόνας. Όχι πάντα ως σκέψη. Συχνά ως αξεσουάρ.
Τα τελευταία χρόνια, η λογοτεχνία έχει αρχίσει να περνά ξανά μέσα από τη μόδα, τα social media και την οικονομία του γούστου. Ο οίκος Dior λανσάρει Book Tote με εξώφυλλα κλασικών βιβλίων όπως ο Οδυσσέας του Τζέιμς Τζόις και ο Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ. Η Coach συνεργάζεται με την Penguin για μικροσκοπικά βιβλία-μπρελόκ που μπορείς όντως να διαβάσεις. Η Miu Miu έχει Literary Club. Η Chanel έχει το δικό της Rendez-vous littéraire. Τα celebrity book clubs της Ντούα Λίπα, της Κάια Γκέρμπερ και της Ρις Γουίδερσπουν κάνουν βιβλία να ταξιδεύουν πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι θα μπορούσε οποιαδήποτε παλιά κριτική στήλη.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά γεννιέται μια καινούργια φιγούρα: οι hot literati. Άνθρωποι που διαβάζουν, αλλά το κάνουν με ωραίο φως. Που έχουν βιβλιοθήκη, αλλά και σωστό styling. Που αγαπούν τη λογοτεχνία, αλλά ξέρουν και πώς να τη βάλουν στο Instagram χωρίς να φαίνεται σαν εργασία εξαμήνου.
Δεν είναι απαραίτητα κακό. Σε μια εποχή που μεγάλα κομμάτια του κοινού έχουν απομακρυνθεί από το διάβασμα, το να ξαναγίνει το βιβλίο επιθυμητό έχει κάτι σχεδόν ανακουφιστικό. Αν κάποιος αγοράσει ένα βιβλίο επειδή το είδε σε ένα ωραίο post, δεν χάθηκε ο πολιτισμός. Μπορεί και να κερδίθηκε ένας αναγνώστης. Το πρόβλημα αρχίζει αλλού: όταν το διάβασμα γίνεται λιγότερο τρόπος σκέψης και περισσότερο τρόπος να φανείς.
Για μια γενιά που δύσκολα θα αγοράσει σπίτι, η επένδυση στο γούστο γίνεται μικρή ιδιοκτησία. Δεν αγοράζεις ασφάλεια, αγοράζεις εικόνα. Βιβλία, art books, σπάνιες εκδόσεις, tote bags, ωραία ράφια, ωραία καφέ με σωστό φως, ωραία σώματα που κρατούν ωραία βιβλία. Το γούστο γίνεται το μέρος όπου μπορείς ακόμη να δείξεις ότι ανήκεις κάπου — ή ότι δεν ανήκεις εκεί όπου ανήκουν οι άλλοι.
Έτσι το βιβλίο μετατρέπεται σε κοινωνικό νόμισμα. Δεν έχει σημασία μόνο τι διαβάζεις, αλλά τι δείχνει για σένα ότι το διαβάζεις. Ο Οδυσσέας πάνω σε μια τσάντα δεν είναι απλώς Τζέιμς Τζόις. Είναι σήμα. Το βιβλίο στο τραπέζι του καφέ δεν είναι μόνο βιβλίο. Είναι μια μικρή ανακοίνωση ταυτότητας. Είμαι περίεργος, είμαι ευαίσθητος, είμαι έξυπνος, είμαι κάπως αλλιώς, έχω γούστο, έχω χρόνο, έχω βλέμμα.
Η ειρωνεία είναι ότι η ανάγνωση, μια πράξη που κανονικά σε βγάζει από τον εαυτό σου, γίνεται ξανά ένας τρόπος να τον στήσεις καλύτερα. Να τον φωτίσεις. Να τον κάνεις πιο ποθητό. Να τον βάλεις μέσα σε μια αισθητική. Δεν διαβάζεις μόνο. Φαίνεσαι να διαβάζεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η μόδα του διαβάσματος είναι άδεια. Τα celebrity book clubs έχουν όντως ανοίξει χώρο για συγγραφείς που ίσως δεν θα έφταναν τόσο εύκολα σε τόσο μεγάλο κοινό. Το BookTok και το Bookstagram έκαναν νέους ανθρώπους να μιλούν με πάθος για μυθιστορήματα, έστω και μέσα από φίλτρα, ράφια και αλγορίθμους. Υπάρχει κάτι συγκινητικό στο ότι, μέσα σε μια τόσο γρήγορη και εξαντλημένη ψηφιακή κουλτούρα, το βιβλίο επιμένει ακόμη να φαίνεται επιθυμητό.
Αλλά υπάρχει και κάτι πιο σκοτεινό: η παλιά κατηγορία του «διαβασμένου» ανθρώπου, που ήταν ήδη ταξική, μπορεί τώρα να γίνει και εμφανισιακή. Να μη χρειάζεται μόνο να έχεις πρόσβαση σε βιβλία, χρόνο και γλώσσα, αλλά και να μοιάζεις σωστά μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Να είσαι αρκετά ωραίος, αρκετά cool, αρκετά φωτογενής για να ανήκεις στη νέα λογοτεχνική σκηνή.
Και τότε το διάβασμα, αντί να ανοίγει δωμάτια, αρχίζει πάλι να βάζει πόρτες. Μόνο που τώρα οι πόρτες δεν γράφουν «κανόνας», «πανεπιστήμιο», «κριτική» ή «υψηλή λογοτεχνία». Γράφουν στιλ, εικόνα, hotness, taste.
Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι αν το διάβασμα έγινε σέξι. Ας έγινε. Καλύτερα ένα βιβλίο σε λάθος tote bag παρά καθόλου βιβλίο. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να αντέξουμε το βιβλίο και όταν δεν μας κολακεύει. Όταν δεν μας κάνει πιο ωραίους. Όταν δεν δείχνει καλά στο τραπέζι. Όταν δεν χωράει σε story. Όταν μας κάνει αμήχανους, βαρετούς, μπερδεμένους, λιγότερο διαθέσιμους στην εικόνα.
Γιατί εκεί, ίσως, αρχίζει ακόμη το πραγματικό διάβασμα. Όχι στο σημείο που το βιβλίο μας κάνει sexy. Αλλά στο σημείο που μας χαλάει λίγο την πόζα.
με στοιχεία από Guardian















