Η ΕΦΗΒΕΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ποτέ μια εύκολη ηλικία. Όλα είναι πιο έντονα, πιο απόλυτα, πιο επείγοντα. Η μετάβαση από την παιδικότητα στην ενηλικίωση κουβαλούσε ανέκαθεν αβεβαιότητα, συγκρούσεις με όλους και όλα, συναισθηματικές μεταπτώσεις, την αγωνία της ταυτότητας και της αποδοχής σε όλα τα επίπεδα, το άγχος της επιτυχίας, τον φόβο της αποτυχίας.
Το πρόσφατο τραγικό περιστατικό με τα δύο κορίτσια, ο θάνατος των οποίων από τα μέχρι τώρα στοιχεία αποδίδεται σε αυτοχειρία, και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε από ένα μέρος των media προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις και επικρίσεις για έλλειψη σεβασμού απέναντι στις οικογένειες των παιδιών αλλά και για μια προσέγγιση που επιχείρησε να ερμηνεύσει με απλουστευτικό τρόπο ένα εξαιρετικά σύνθετο φαινόμενο.
Ειδικοί ψυχικής υγείας υπενθύμισαν αυτές τις μέρες μέσα από τις δημόσιες τοποθετήσεις τους τις διεθνείς οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, σύμφωνα με τις οποίες η δημοσιογραφική κάλυψη τέτοιων περιστατικών απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία. Υποστήριξαν ότι η δραματοποίηση, οι απλουστευτικοί τίτλοι, οι αποσπασματικές ερμηνείες και η αναζήτηση μίας μοναδικής αιτίας δεν συμβάλλουν ούτε στην κατανόηση ούτε στην πρόληψη των αυτοκτονιών. Αντιθέτως, μπορεί να λειτουργήσουν επιβαρυντικά για ευάλωτα άτομα.
Οι σημερινοί έφηβοι είναι παιδιά που στα πρώτα χρόνια της ζωής τους βίωσαν την οικονομική κρίση και την ανασφάλεια μέσα στις ίδιες τους τις οικογένειες, αργότερα την πανδημία, τον εγκλεισμό και την κοινωνική απομόνωση.
Με αυτήν τη θεώρηση ως αφετηρία, η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην αναζήτηση εύκολων εξηγήσεων για μεμονωμένα τραγικά περιστατικά. Αλλά δεν μπορεί και να στρουθοκαμηλίζει απέναντι σε μια πραγματικότητα που δείχνει ότι η ψυχική επιβάρυνση των εφήβων είναι υπαρκτή και, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, επιδεινούμενη.
Τι αποτυπώνουν οι αριθμοί
Η πιο πρόσφατη πανελλήνια έρευνα του Ερευνητικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας «Κώστας Στεφανής» (ΕΠΙΨΥ) για τις συμπεριφορές που συνδέονται με την υγεία των εφήβων πραγματοποιήθηκε το 2022 στο πλαίσιο του διεθνούς προγράμματος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και κατέγραψε μια εικόνα που προκαλεί προβληματισμό. Στην έρευνα συμμετείχε πανελλήνιο αντιπροσωπευτικό δείγμα 6.250 μαθητών της ΣΤ’ Δημοτικού, της Β’ Γυμνασίου και της Α’ Λυκείου, που απάντησαν ανώνυμα στο ερωτηματολόγιο, κατόπιν γονικής συναίνεσης.
Περισσότεροι από ένας στους τρεις 15χρονους στην Ελλάδα (34,1%) δήλωσαν ότι έχουν σκεφτεί, έστω και μία φορά, να βλάψουν τον εαυτό τους, απαντώντας σε σχετική ερώτηση. Σχεδόν ένας στους επτά (13,7%) ανέφερε ότι έχει κάνει τουλάχιστον μία απόπειρα αυτοκτονίας. Από εκείνους που απάντησαν θετικά, το 22,2% δήλωσε ότι εξαιτίας της απόπειρας χρειάστηκε να επισκεφτεί γιατρό, ενώ το 12,6% δήλωσε ότι χρειάστηκε νοσηλεία. Για τα 15χρονα κορίτσια τα αντίστοιχα ποσοστά είναι υπερδιπλάσια. Σχεδόν τα μισά 15χρονα κορίτσια (45,7%) δηλώνουν ότι έχουν σκεφτεί να βλάψουν τον εαυτό τους, ενώ διπλάσιο είναι και το ποσοστό όσων αναφέρουν απόπειρα (17,7%). Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι οι αριθμοί. Είναι η μεταβολή τους. Για χρόνια, τα διαθέσιμα στοιχεία των ερευνών του ΕΠΙΨΥ για τους 15χρονους στην Ελλάδα έδειχναν σχετική αποκλιμάκωση. Το ποσοστό των 15χρονων που είχαν σκεφθεί έστω και μία φορά να βλάψουν τον εαυτό τους είχε μειωθεί από 28% το 2011 στο 24,3% το 2019.
Οι αναφορές για απόπειρα αυτοκτονίας είχαν επίσης υποχωρήσει, από περίπου 15% σε 9,7%. Το 2022 αυτή η πορεία αντιστρέφεται απότομα. Το ποσοστό των μαθητών που έχουν σκεφτεί έστω και μία φορά να βλάψουν τον εαυτό τους αυξάνεται κατά σχεδόν 10 ποσοστιαίες μονάδες και φτάνει το 34,1%, ενώ οι αναφορές για έστω και μία απόπειρα αυτοκτονίας καταγράφουν επίσης υψηλότερα επίπεδα. Από το 9,7% το 2019, το 2022 αυξάνεται σε 13,7%.

ψυχολόγος στο Κέντρο Ημέρας για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας της οργάνωσης «ΚΛΙΜΑΚΑ»
Η Δήμητρα Ζαφειροπούλου, που είναι ψυχολόγος στο Κέντρο Ημέρας για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας της οργάνωσης «ΚΛΙΜΑΚΑ», μας περιγράφει μια ολοένα αυξανόμενη ψυχική επιβάρυνση σε παιδιά και εφήβους, η οποία αποτυπώνεται στις κλήσεις που δέχεται η Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία: «Τα τελευταία χρόνια έχουμε αυξημένη παρουσία νεότερων ηλικιών στη γραμμή, ακόμη και παιδιών 12 και 13 ετών. Αυτό που κυριαρχεί στις αναφορές των εφήβων και των παιδιών είναι συμπτώματα που παραπέμπουν σε κατάθλιψη: πεσμένη διάθεση, έλλειψη νοήματος, έλλειψη ελπίδας για το μέλλον», λέει.
Από τις τοποθετήσεις των ειδικών που μίλησαν στο ρεπορτάζ της LiFO προκύπτει η εικόνα μιας κοινωνίας πιο ανταγωνιστικής και απαιτητικής, όπου, όπως περιγράφουν, η αποδοχή και η επιτυχία φαίνεται να συνδέονται περισσότερο με την προβολή και τη γρήγορη αναγνώριση παρά με την προσπάθεια για μια πιο ουσιαστική διαδρομή.
Προκύπτει επίσης η εικόνα μιας γενιάς που, σύμφωνα με τις αναλύσεις τους, μεγάλωσε μέσα σε αλλεπάλληλες κρίσεις και συλλογικές ανατροπές. Οι σημερινοί έφηβοι είναι παιδιά που στα πρώτα χρόνια της ζωής τους βίωσαν την οικονομική κρίση και την ανασφάλεια μέσα στις ίδιες τους τις οικογένειες, αργότερα την πανδημία, τον εγκλεισμό και την κοινωνική απομόνωση.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, πολλοί γονείς, απορροφημένοι από το καθημερινό κυνήγι της επιβίωσης, δυσκολεύονται να είναι ουσιαστικά παρόντες στη ζωή των παιδιών τους, ενώ άλλοι εμφανίζονται αμήχανοι απέναντι στον ίδιο τον γονεϊκό τους ρόλο, στη διαχείριση των ορίων, των συγκρούσεων και των απαιτήσεων που συνοδεύουν την εφηβεία.
Όσο για το σχολείο, τον δεύτερο σημαντικότερο πυρήνα στη ζωή των εφήβων μετά το οικογενειακό τους περιβάλλον, παραμένει παθητικός παρατηρητής. Εγκλωβισμένο στη διαχείριση της επίδοσης και της καθημερινής λειτουργίας, δεν διαθέτει ούτε τον χρόνο ούτε τα εργαλεία για να εντοπίσει έγκαιρα τη σιωπηλή πολλές φορές ψυχική δυσφορία των εφήβων.
Τι έχει αλλάξει σ’ αυτήν τη γενιά;
Ο Θάνος Κανελλόπουλος, παιδοψυχίατρος και συντονιστής των Μονάδων Παιδιών και Εφήβων της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ), υποστηρίζει ότι για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή εφηβεία πρέπει πρώτα να δει το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε αυτή η γενιά.
«Πρέπει λίγο να σκεφθούμε τι μνήμες έχει ένας έφηβος σήμερα. Αν σκεφτούμε τι συνέβαινε όταν ήταν πέντε ή έξι ετών, μια ηλικία στην οποία τα παιδιά έχουν τις πρώτες ξεκάθαρες μνήμες στις οποίες μπορούν να ανατρέξουν, θυμόμαστε την οικονομική κρίση», λέει. Αυτά που άκουγαν, όπως λέει, τα παιδιά ήταν περίπου τα εξής: «”Ο μπαμπάς θα απολυθεί”, “Δεν θα έχουμε δουλειά”, “Θα χάσουμε το σπίτι μας”. Μόλις λίγο συνήλθαμε, ήρθε ο Covid: “Θα πεθάνουμε όλοι”, “Φόρα τη μάσκα σου”, “Μην πλησιάζεις τη γιαγιά”. Σε πολύ κρίσιμα παράθυρα της ηλικίας των σημερινών εφήβων υπήρχαν διαρκώς εξωτερικοί στρεσογόνοι παράγοντες, αλλά και ένα γενικότερο κοινωνικό κλίμα ανασφάλειας. Μεγάλωσαν σε ένα πολύ δύσκολο υπόβαθρο», σημειώνει.

Με λίγα λόγια, οι σημερινοί έφηβοι δεν είναι αντιμέτωποι μόνο με τις συνήθεις δυσκολίες της εφηβείας: «Είναι μια γενιά που κουβαλά εμπειρίες συλλογικού στρες και διαδοχικών ανατροπών, σε μια περίοδο της ζωής όπου η αίσθηση σταθερότητας και ασφάλειας είναι κρίσιμη για την ψυχική ανάπτυξη». Σε αυτό το δύσκολο παζλ προστέθηκε και ένας ψηφιακός κόσμος που άλλαξε ριζικά τους όρους: «Ο σχολικός εκφοβισμός παλιότερα άρχιζε και τελείωνε στο προαύλιο. Σήμερα, με τον κυβερνοεκφοβισμό, μπορεί να φτάσει παντού, να διαρκεί περισσότερο και να είναι πολύ πιο δύσκολο να περιοριστεί», αναφέρει.
Η εύθραυστη εφηβεία
Αν και το κοινωνικό περιβάλλον έχει γίνει πιο απαιτητικό, οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι η εφηβεία δεν ήταν ποτέ μια εύκολη ηλικία. Ο Χρήστος Ζερβής, ψυχίατρος, παιδοψυχίατρος, ψυχαναλυτής και για πολλά χρόνια υπεύθυνος του Τμήματος Ψυχιατρικής Εφήβων και Νέων στο νοσοκομείο «Γ. Γεννηματάς», η οποία δημιουργήθηκε το 1985 και υπήρξε μια πρωτοποριακή δομή για τα ελληνικά δεδομένα, το περιγράφει μέσα από έναν διαχρονικό συμβολισμό: «Στη μυθολογία είναι η ιστορία του Ικάρου. Είναι ο έφηβος που θέλει να μεγαλώσει, θέλει να πετάξει, όπως έκανε ο Ίκαρος, θέλει να πάει πάρα πολύ μακριά. Μπορεί συχνά να πηγαίνει λίγο πιο πέρα από τις δυνάμεις του ή ματαιώνεται επειδή έχει σκεφτεί πάρα πολύ υπερβολικά, ή το περιβάλλον του να του δημιουργεί μια ματαίωση σε σχέση με αυτό που περίμενε». Έχοντας πολύχρονη κλινική εμπειρία, μας εξηγεί τα πώς και τα γιατί αυτής της εξαιρετικά εύθραυστης ηλικιακής περιόδου.
«Η εφηβεία είναι μια πολύ δύσκολη φάση. Έχουμε ένα παιδί που μεταμορφώνεται σωματικά και ψυχικά. Αυτό το βλέπουμε ως κάτι φυσικό ή ακόμη και ευχάριστο, αλλά για τον ίδιο τον έφηβο μπορεί να είναι πηγή μεγάλης αγωνίας», λέει.

Υποστηρίζει ότι για ορισμένους εφήβους, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν προϋπάρχουσες ψυχικές ευαλωτότητες ή μια λιγότερο ασφαλής ψυχική βάση που εδραιώνεται από το οικογενειακό περιβάλλον, αυτή η μετάβαση μπορεί να αποδειχθεί ακόμη πιο δύσκολη. Οι αλλαγές στο σώμα, οι νέες προσδοκίες, η ανάγκη αποδοχής, οι επιθυμίες και οι ματαιώσεις δεν βιώνονται πάντα ως μια ομαλή πορεία προς την ωρίμανση:
«Ένα χαρακτηριστικό της εφηβείας είναι ότι έχουμε μια πολύ μεγάλη μεταμόρφωση σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Ο έφηβος δεν προλαβαίνει εύκολα να οικειοποιηθεί αυτό το καινούργιο, να καταλάβει τα νέα του χαρακτηριστικά, τις νέες προσδοκίες, τα δικά του θέλω», λέει. Πώς μεταφράζεται αυτή η εσωτερική αναταραχή στη συναισθηματική πραγματικότητα ενός εφήβου; «Αν δεν προλάβουμε κάτι να το κατανοήσουμε ψυχικά, υπάρχει αυτό που ονομάζουμε “πέρασμα στην πράξη”. Δηλαδή κάτι που ο έφηβος δεν προλαβαίνει να το σκεφτεί, γιατί δεν έχει ακόμη τη δομή, δεν έχει ωριμάσει ψυχικά, για να μπορέσει να το διαχειριστεί και να σκεφτεί ότι θα κάνω το άλλο και μετά το δεύτερο, και αν δεν πετύχει θα κάνω κάτι άλλο, μετατρέπεται σε πράξη. Ο έφηβος απογοητεύεται εύκολα, ενθουσιάζεται εύκολα, αντιδρά εύκολα. Μια σκέψη ή μια βεβαιότητα μπορεί να μετατραπεί σε παρόρμηση να κάνει κάτι».
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δυσκολία της εφηβείας οδηγεί σε κρίση. Σημαίνει όμως ότι πρόκειται για μια ηλικία στην οποία η ένταση των συναισθημάτων, η ταχύτητα των αλλαγών και η ακόμη υπό διαμόρφωση ψυχική ανθεκτικότητα μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να κάνουν την ισορροπία πιο εύθραυστη. Μας εξηγεί ότι, πέρα από την εφηβεία και τις μεγάλες αλλαγές που καλείται να διαχειριστεί κάποιος σ’ αυτήν την ηλικία, σημαντικό ρόλο παίζουν οι ψυχικές βάσεις που έχουν μπει στο οικογενειακό περιβάλλον.
«Στην αρχή της ζωής εγκαθίστανται κάποιοι βασικοί πυρήνες, που έχουν να κάνουν με το περιβάλλον μέσα στο οποίο έχει μεγαλώσει κανείς: πόσο ασφαλής έχει νιώσει, πόσο έχει αισθανθεί ότι έχει αγαπηθεί, πόσο του έχει μεταφερθεί, για να το πω πολύ απλοϊκά, η ιδέα ότι η ζωή είναι ωραία», προσθέτει ο Χρ. Ζερβής.
Η κοινωνία που παράγει πίεση και οι δυσκολίες της γονεϊκότητας
Αν η εφηβεία είναι από τη φύση της μια εύθραυστη μετάβαση, το περιβάλλον μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται σήμερα μοιάζει να εντείνει αυτή την ευθραυστότητα: «Υπάρχουν θεωρίες που λένε ότι όταν η εφηβεία είναι σε κρίση, σημαίνει ότι οι κοινωνίες έχουν πρόβλημα, ότι είναι και κρίση της κοινωνίας». «Είμαστε σε μια κοινωνία πολύ ανταγωνιστική, πολύ επιθετική, που έχει χάσει διάφορες βάσεις και στηρίγματα που υπήρχαν παλαιότερα», λέει. Σε αυτό το περιβάλλον, υποστηρίζει, αλλάζει και η ίδια η γονεϊκότητα. Οι γονείς βρίσκονται αντιμέτωποι με τις δικές τους αγωνίες, οικονομικές, επαγγελματικές, προσωπικές, και συχνά εγκλωβίζονται είτε στο καθημερινό κυνήγι της επιβίωσης είτε στην προσπάθεια να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους όσο το δυνατόν περισσότερα «εφόδια»: γνώσεις, δεξιότητες, προοπτικές, ασφάλεια.
«Τα παιδιά όμως χρειάζονται και κάτι άλλο. Χρειάζονται ένα περιβάλλον. Η συναισθηματική επαφή είναι πάρα πολύ σημαντική», σημειώνει. Ο ίδιος μάς λέει ότι οι ψυχικές βάσεις μετρούν, αλλά μετράει επίσης και τι θα συμβεί στην εφηβεία όσον αφορά τη γονεϊκή παρουσία: «Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι εάν κάποιος θέλει να γίνει γονέας, θα πρέπει να σκεφτεί ότι θα είναι παρών για το παιδί του για μεγάλο χρονικό διάστημα».
Η εφηβεία κουβαλάει μια δική της αντίφαση: το παιδί απομακρύνεται, διεκδικεί αυτονομία, δοκιμάζει τα όριά του, αλλά σύμφωνα με τον κ. Ζερβή έχει ανάγκη τη γονεϊκή παρουσία. «Ένας έφηβος κατά ένα μεγάλο μέρος είναι ακόμη παιδί. Εχει δύο κομμάτια μέσα του. Μέχρι να μεγαλώσει το ενήλικο, υπάρχει και το παιδικό. Παρότι μπορεί να λέει “δεν σας χρειάζομαι”, πρέπει ένας γονέας να είναι κάπου εκεί», αναφέρει.
Σ’ αυτό το δύσκολο περιβάλλον, στο οποίο «έχουμε χάσει πολλά πράγματα, όχι μόνο εξαιτίας των social media, αλλά και από τις ζεστές ανθρώπινες επαφές μέσα στην οικογένεια και γενικότερα στην κοινωνία», λέει ο Χρήστος Ζερβής, «τα παιδιά χρειάζονται να νιώθουν ότι υπάρχει ένα περιβάλλον στήριξης, μια αίσθηση εμπιστοσύνης, κάτι στο οποίο μπορούν να ακουμπήσουν». Εάν αυτό το περιβάλλον, «με κάποια πίστη και κάποια στήριξη, δεν είχε υπάρξει από την αρχή και δεν συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της εφηβείας, όταν τα παιδιά χρειάζονται πολύ μεγάλη παρουσία, τότε αυτό που είναι εφηβικό, ασταθές, μπορεί να βρει τα παιδιά κάπως απελπισμένα, σε κάποια μοναξιά, χωρίς να μπορούν να φανταστούν το μέλλον, χωρίς να μπορούν να πιστέψουν σε κάτι. Είναι μεγάλο πράγμα να πιστεύει κανείς σε κάτι, ότι θα βρει τον δρόμο του».
Ο Θ. Κανελλόπουλος υπενθυμίζει ότι τα πρώτα πρότυπα στη ζωή ενός παιδιού είναι οι ίδιοι οι γονείς. «Τα παιδιά και οι έφηβοι αποζητούν πρότυπα. Αν ο γονιός είναι απορροφημένος από μια διαδικασία επιβίωσης ή από τις δυσκολίες της καθημερινότητας, αποσύρεται. Και τότε το παιδί πού θα βρει πρότυπο; Στην καλύτερη περίπτωση στους συνομηλίκους του. Σε άλλες περιπτώσεις, στον influencer, στα challenges, μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης». «Οπότε, χάνοντας οι γονείς τον γονεϊκό τους ρόλο, χάνονται και τα παιδιά. Δεν έχουν μια πυξίδα», σημειώνει.
Κάθε χρόνο και πιο δύσκολα περιστατικά
Δεν πρόκειται, βέβαια, για μια εύκολη εξίσωση αναφορικά με τις ευθύνες, ούτε για ενοχοποίηση των γονέων που κινούνται μέσα στις δικές τους πιέσεις. Οι ειδικοί περιγράφουν περισσότερο μια μεταβολή της ίδιας της γονεϊκότητας, σε μια εποχή που η συναισθηματική διαθεσιμότητα και η σταθερή παρουσία των ενηλίκων δοκιμάζονται στην πράξη. Η Φρίντα Κωνσταντοπούλου, παιδοψυχολόγος, περιγράφει μια ολοένα δυσκολότερη εικόνα από την κλινική της εμπειρία.
«Κάθε χρόνο γίνεται και ένα πιο δύσκολο ιατρείο», λέει, παρατηρώντας ότι περιστατικά έντονης ψυχικής δυσφορίας, που παλαιότερα θεωρούνταν πιο σπάνια, εμφανίζονται πλέον πολύ συχνότερα. Η ίδια θα μας πει ότι υπάρχουν συγκεκριμένες εποχές που αυτή η δυσφορία παρουσιάζει εντάσεις: «Ο Μάιος είναι ο πιο δύσκολος μήνας, λόγω των εξετάσεων. Πλέον πολύ δύσκολος είναι και ο Σεπτέμβριος, με την έναρξη της σχολικής χρονιάς, όπου βλέπουμε ακόμη και σχολικές αρνήσεις, κάτι που παλαιότερα δεν το βλέπαμε».
Για την ίδια, πρόκειται για ένα βαθύ κοινωνικό και πολυπαραγοντικό φαινόμενο, που δεν μπορεί να αποδοθεί σε μία μόνο αιτία, αλλά περνά αναπόφευκτα και μέσα από τον πυρήνα της κοινωνίας: την οικογένεια.

«Αυτό που βλέπω πολύ έντονα τα τελευταία χρόνια είναι μια δυσκολία στον γονεϊκό ρόλο», λέει, περιγράφοντας παιδιά που μεγαλώνουν με ελάχιστη επαφή με τη ματαίωση, την απογοήτευση ή την εμπειρία ότι δεν μπορούν να έχουν πάντα αυτό που επιθυμούν και ότι δεν είναι ικανά να πετύχουν σε όλα.
«Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί οι γονείς δεν θέλουν; Γιατί δεν μπορούν;» σημειώνει, παρατηρώντας ότι συχνά η προσπάθεια προστασίας του παιδιού από κάθε δυσάρεστο συναίσθημα μπορεί τελικά να λειτουργήσει εις βάρος της ψυχικής του ανθεκτικότητας. Και εξηγεί ότι όταν μιλά για «ματαίωση», δεν εννοεί αυστηρότητα ή μια παιδαγωγική των απαγορεύσεων, αλλά τη σταδιακή εξοικείωση του παιδιού με την πραγματικότητα ότι δεν θα πηγαίνουν όλα πάντα όπως θέλει. «Το παιδί χρειάζεται να γνωρίζει ότι τα πράγματα δεν θα πάνε πάντα καλά. Ότι μπορεί να μην είναι καλό σε κάτι, να απογοητευτεί, να ακούσει ένα “όχι”».
Κατά την παρατήρησή της, αυτή η δυσκολία συχνά δεν σταματά στο σπίτι αλλά ακολουθεί το παιδί και στο σχολικό περιβάλλον, όταν οι γονείς επεμβαίνουν ακόμη και εκεί και δεν θέλουν να αφήσουν το παιδί να έρθει σε επαφή με τις απαιτήσεις ή τις απογοητεύσεις της σχολικής ζωής και των επιδόσεων.
«Δεν σημαίνει ότι μεγαλώνουμε παιδιά χωρίς όρια και κανόνες», διευκρινίζει. Αλλά ότι πολλές φορές οι γονείς δυσκολεύονται να αντέξουν τη δυσφορία που θα προκαλέσει στα παιδιά τους μια αποτυχία ή ακόμη και το να αρχίσουν να καταλαβαίνουν ότι δεν είναι καλά σε όλα και δεν μπορούν να τα καταφέρουν παντού: «Συμβαίνει πολλές φορές τα παιδιά να είναι παντοδύναμα μέσα στην οικογένεια, να κάνουν ό,τι θέλουν. Μεγαλώνουν σαν πρίγκιπες και πριγκίπισσες και στη συνέχεια θα πρέπει να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον πολύ εχθρικό, όταν θα βγουν στην κοινωνία».
Το σχολείο και όσα δεν φαίνονται
Αν η οικογένεια είναι ο πρώτος χώρος όπου θα περίμενε κανείς να εντοπιστεί η ψυχική δυσφορία ενός παιδιού, το σχολείο είναι ο χώρος όπου αυτή εκτυλίσσεται μπροστά σε ενήλικες που βλέπουν τους εφήβους σχεδόν κάθε μέρα. Κι όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι γίνεται πάντα ορατή.
Ο θεσμός του σχολικού ψυχολόγου έχει πλέον εδραιωθεί περισσότερο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Από το 2014 έχει νομοθετηθεί η παρουσία του στην εκπαίδευση, ενώ από το 2023 ξεκίνησαν να υπάρχουν οι πρώτες οργανικές θέσεις, με περίπου 1.000 σχολικούς ψυχολόγους να έχουν πλέον μονιμοποιηθεί. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ηλία Βασιλειάδη, εκπρόσωπο της Ένωσης Σχολικών Ψυχολόγων, οι ανάγκες απέχουν ακόμη πολύ από το να καλύπτονται. «Η αναλογία σήμερα είναι περίπου ένας σχολικός ψυχολόγος προς πέντε σχολεία», λέει. Αυτό, εξηγεί, καθιστά εξαιρετικά δύσκολο να αναπτυχθεί το βασικότερο εργαλείο της δουλειάς του: η σχέση εμπιστοσύνης. «Ουσιαστικά ο ψυχολόγος δεν μπορεί να αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης με τα παιδιά, γιατί πρέπει να πηγαίνει από το ένα σχολείο στο άλλο. Δεν μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ενεργό μέλος της σχολικής κοινότητας».
Κι όμως, η ανάγκη είναι υπαρκτή. Γιατί, όπως σημειώνει, η ψυχική δυσφορία δεν εκδηλώνεται πάντα με τρόπο που να τραβά την προσοχή. «Το ότι υπάρχουν σοβαρά συναισθηματικά ζητήματα στα παιδιά μας πολλές φορές δεν το αντιλαμβανόμαστε ως κοινωνία, όταν οι μαθητές δεν ενοχλούν. Ό,τι δεν ενοχλεί στο σχολείο, δεν θεωρείται πρόβλημα».

Όταν τον ρωτάμε αν ένας σχολικός ψυχολόγος σε κάθε σχολείο θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα, η απάντησή του είναι πιο σύνθετη. «Θα βοηθούσε να είναι πιο διακριτός και πιο συγκεκριμένος ο επιστημονικός του ρόλος», λέει. Για τον ίδιο, το πραγματικό ζητούμενο είναι διαφορετικό: «Το κλειδί είναι να καλλιεργούμε άλλη σχολική κουλτούρα. Όχι την κουλτούρα “κοίτα τη δουλειά σου”. Μια κουλτούρα όπου το παιδί μπορεί να εκφράσει την ευκολία ή τη δυσκολία του και να ξέρει ότι το σχολείο είναι εδώ, όχι για να του κάνει τα χατίρια αλλά για να να το διευκολύνει να χειραφετηθεί, δηλαδή να αναλάβει ευθύνες. Αυτό είναι που λείπει».
Σημειώνει, μάλιστα, ότι ο ρόλος του σχολικού ψυχολόγου δεν περιορίζεται στον μαθητή αλλά περιλαμβάνει και τη στήριξη της οικογένειας, κάτι που στην πράξη συχνά μένει στα χαρτιά. «Αν έχεις δύο σχολεία αντί για πέντε, μπορείς να κάνεις συμβουλευτική, να στηρίξεις οικογένειες. Όταν ο συνάδελφος τρέχει για να προλάβει τα διαγνωστικά και μόνο, τι υποστήριξη να κάνει; Απλώς ο ρόλος μας γραφειοκρατικοποιείται και δεν μπορούμε να προσφέρουμε».
Πότε η δυσκολία δεν είναι «απλώς εφηβεία»
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο μεγάλη αγωνία για κάθε γονιό: πότε μια συμπεριφορά είναι μέρος της φυσιολογικής έντασης της εφηβείας και πότε αποτελεί ένδειξη ότι συμβαίνει κάτι πιο σοβαρό; Πολλά από τα χαρακτηριστικά που μπορεί να συνδέονται με μια ψυχική δυσκολία μοιάζουν, επιφανειακά τουλάχιστον, με γνώριμες εφηβικές συμπεριφορές: απόσυρση, μεταπτώσεις στη διάθεση, συγκρούσεις, δυσκολίες στον ύπνο, έντονη αντίδραση ή ανάγκη απομόνωσης. Ο Θάνος Κανελλόπουλος επιμένει ότι ακριβώς εκεί βρίσκεται η δυσκολία.
«Η κατάθλιψη στην εφηβεία πολύ εύκολα περιγράφεται απλοϊκά ως “είναι έφηβος”», λέει. «Αποσύρεται, έχει ευμετάβλητη συμπεριφορά, δεν κοιμάται καλά, πέφτει η σχολική του επίδοση. Πολλά από αυτά μπορεί να τα δεις στην εφηβεία. Όχι πάντα όμως». Η διάκριση, εξηγεί, δεν γίνεται από ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό: «Το κλειδί είναι η λειτουργικότητα. Αν ένα παιδί πηγαίνει σχολείο, τρώει, κοιμάται σχετικά καλά, διατηρεί κάποιες κοινωνικές σχέσεις, μπορεί να περνά πολλές ώρες στο κινητό του ή να κοπανάει τις πόρτες όταν του λένε να διαβάσει, αλλά αυτό από μόνο του δεν σημαίνει κατάθλιψη». Η διαφορά, λέει, βρίσκεται στη συνολική εικόνα. Όταν το παιδί αποσύρεται σταθερά, χάνει το ενδιαφέρον του για πράγματα που πριν το κινητοποιούσαν, διαταράσσεται ο ύπνος ή η διατροφή του, απομακρύνεται από φίλους, πέφτει η σχολική του επίδοση και γενικά δεν λειτουργεί όπως πριν, τότε χρειάζεται προσοχή.
Η «ΚΛΙΜΑΚΑ», μέσα από το Κέντρο Ημέρας για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας, τη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία και το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών, αποτελεί έναν από τους λίγους φορείς στην Ελλάδα που καταγράφουν συστηματικά το φαινόμενο και έρχονται καθημερινά σε επαφή με ανθρώπους σε ψυχική κρίση.
Τα διαθέσιμα στοιχεία του Παρατηρητηρίου δείχνουν ότι, παρότι οι αυτοκτονίες σε παιδιά και εφήβους παραμένουν αριθμητικά περιορισμένες σε σχέση με άλλες ηλικιακές ομάδες, το φαινόμενο μόνο αμελητέο δεν είναι. Σύμφωνα με τα στοιχεία του, το 2022 καταγράφηκαν έντεκα αυτοκτονίες παιδιών και εφήβων ηλικίας 12-19 ετών, το 2023 δέκα, το 2024 επίσης δέκα, ενώ ήδη μέχρι τον Μάιο του 2026 έχουν καταγραφεί εννέα περιστατικά.
Για τη Δήμητρα Ζαφειροπούλου, το πιο κρίσιμο λάθος είναι να αναζητούμε μια μονοδιάστατη εξήγηση. «Αυτό δεν προκύπτει από έναν παράγοντα. Είναι πολυπαραγοντικό», σημειώνει. «Πολλοί άνθρωποι, και ιδιαίτερα σε αυτές τις ηλικίες, θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής. Όταν όμως αυτές οι δυσκολίες ξεπερνούν τα ψυχικά μας αποθέματα, τότε αυτό που επηρεάζει καθοριστικά την εξέλιξη είναι η ψυχική ευαλωτότητα».
Όπως διευκρινίζει, αυτή η ευαλωτότητα μπορεί να σχετίζεται με την ύπαρξη ψυχικής νόσου, αλλά και συνολικότερα με τον τρόπο που ένα άτομο διαχειρίζεται την πίεση, τη ματαίωση και τα προσωπικά αδιέξοδα. Από την καθημερινή εμπειρία της γραμμής παρέμβασης, η εικόνα που περιγράφει είναι σαφής: «Στην Ελλάδα, μέσα από τα επίσημα στατιστικά αλλά και τα δικά μας δεδομένα, ο δείκτης θνησιμότητας σε αυτές τις ηλικίες είναι σχετικά μικρός. Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο για τις αυτοκαταστροφικές σκέψεις και συμπεριφορές», λέει.
«Αυτό που παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια είναι αυξημένη ψυχική επιβάρυνση στα παιδιά και στους εφήβους, αλλά και αυξημένη παρουσία νεότερων ηλικιών στη γραμμή, ακόμη και παιδιών 12 και 13 ετών. Αυτό που ακούμε συχνότερα είναι συμπτώματα που παραπέμπουν σε κατάθλιψη: πεσμένη διάθεση, έλλειψη νοήματος, έλλειψη ελπίδας για το μέλλον».
Και εδώ εντοπίζει ένα ακόμη πρόβλημα: ότι πολλές φορές ούτε οι οικογένειες ούτε συνολικά η κοινωνία είναι αρκετά εκπαιδευμένες ώστε να αναγνωρίσουν εγκαίρως τα σημάδια. «Σίγουρα δεν είναι εύκολο να αναγνωριστούν. Αλλά οποιαδήποτε αιφνίδια αλλαγή στη συμπεριφορά, ειδικά η απόσυρση, τα αισθήματα απελπισίας, οι αυτοκαταστροφικές αναφορές, οι αλλαγές στη λειτουργικότητα, στον ύπνο, στο φαγητό, στη διάθεση, χρειάζεται να κινητοποιήσουν τους γονείς», λέει.
Παράλληλα, επιμένει στην πρόληψη, λέγοντας ότι γονείς και παιδιά μπορούν να προβούν σε περισσότερες ενέργειες προτού εκδηλωθεί οποιαδήποτε κρίση.
«Επειδή η αυτοκτονικότητα είναι ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα, αυτό που λέμε και εμείς μέσα από την κλινική μας εμπειρία είναι ότι πιστεύουμε πως χρειάζεται κάτι ολιστικό. Μια υπηρεσία που εφαρμόζεται στο Κέντρο Ημέρας για την Αυτοκτονία είναι η γενετική συμβουλευτική, η οποία είναι μια εξειδικευμένη διαδικασία ενημέρωσης και υποστήριξης ατόμων και οικογενειών σχετικά με την ύπαρξη κάποιας κληρονομικής ή βιολογικής ευαλωτότητας σε κάποια πάθηση. Και το λέω επειδή πιστεύουμε πως το να γνωρίζει ένας γονιός το ιστορικό του και ένα παιδί την ευαλωτότητά του, και να την αντιμετωπίζει όπως μια ιατρική ασθένεια, είναι ένας πολύ κρίσιμος παράγοντας που μπορεί να συμβάλει στο να αποτρέπονται τέτοιου είδους συμπεριφορές ή να εκπαιδεύονται και οι γονείς και οι έφηβοι ώστε να αναζητούν βοήθεια προτού εκδηλωθεί η αυτοκτονική κρίση».















