Όταν η Βρετανία ψήφισε υπέρ της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 23 Ιουνίου 2016, το αποτέλεσμα που κρίθηκε με μικρή διαφορά, άφησε πολλούς άναυδους και πυροδότησε ένα κλίμα πολιτικής έντασης στην χώρα, το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, έχει επιδεινωθεί από τότε.
Με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι το 23% των ψηφοφόρων που ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης μετανιώνουν πλέον για την επιλογή τους – είτε επειδή έχουν αλλάξει γνώμη σχετικά με την Ευρώπη, είτε επειδή θεωρούν ότι οι πολιτικοί χειρίστηκαν άσχημα τη διαδικασία εξόδου – φαίνεται ότι πολλοί συμφωνούν ότι το Brexit δεν ήταν επιτυχές.
Υπάρχει όμως ένας τομέας στον οποίο τα δεδομένα των τελευταίων 10 ετών αποκαλύπτουν την πραγματική έκταση της αποτυχίας του – οι οικονομολόγοι εκτιμούν πλέον ότι το Brexit έχει μειώσει το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν του Ηνωμένου Βασιλείου κατά 8%.
Αυτό σημαίνει ότι, κατά μέσο όρο, ο Βρετανός είναι έως και 8% φτωχότερος από ό,τι αν το Brexit δεν είχε συμβεί ποτέ, ενώ σε εθνικό επίπεδο υπάρχει μια αντίστοιχη «απώλεια φορολογικών εσόδων που εισπράττει η κυβέρνηση και τα οποία δαπανά για τις δημόσιες υπηρεσίες», δήλωσε ο Τζόναθαν Πόρτες, καθηγητής οικονομικών και δημόσιας πολιτικής στο King’s College του Λονδίνου.
Μεταξύ των οικονομολόγων, «υπάρχει σαφής συναίνεση ότι το Brexit έχει προκαλέσει σημαντική ζημιά», πρόσθεσε ο Πόρτες.
Το Brexit έφερε την «κόλαση»
Για την ανάλυση των στοιχείων σχετικά με το Brexit, οι οικονομολόγοι του Ινστιτούτου Έρευνας Οικονομικής Πολιτικής του Στάνφορντ χρησιμοποίησαν δύο μοντέλα. Το πρώτο συνέκρινε τον ρυθμό ανάπτυξης του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας με αυτόν άλλων χωρών, λαμβάνοντας υπόψη παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις, όπως η πανδημία του Covid-19, καθώς και τις επιπτώσεις των πολέμων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
«Πριν από το δημοψήφισμα για το Brexit, το Ηνωμένο Βασίλειο τα πήγαινε καλά, αλλά από τότε έχουμε μείνει πίσω σε σχέση με άλλες χώρες», δήλωσε ο Γκρέγκορι Θουέιτς, ένας από τους συντάκτες της μελέτης του Στάνφορντ και αναπληρωτής καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ.
«Η οικονομία μας είναι περίπου 8% μικρότερη από ό,τι θα ήταν αν δεν είχαμε αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με βάση μια σύγκριση με άλλες χώρες», πρόσθεσε.
Η δεύτερη μέθοδος αξιολόγησε επιχειρήσεις εντός της Βρετανίας, προκειμένου να διαπιστωθεί πόσο καλά τα πήγαν εκείνες που είχαν συχνές επαφές με την ΕΕ μετά το Brexit, σε σύγκριση με εκείνες που δεν είχαν.
Διαπιστώθηκε ότι εκείνες που εξακολουθούν να έχουν στενές επαφές με την ΕΕ παρουσίαζαν σημαντικά χειρότερες επιδόσεις. «Όταν αναλύεις αυτά τα στοιχεία, φαίνεται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι περίπου 6% φτωχότερο από ό,τι θα ήταν αν δεν είχε αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση», δήλωσε ο Θουέιτς.
Το εμπόριο αγαθών του Ηνωμένου Βασιλείου – ειδικά τα αυτοκίνητα και τα γεωργικά προϊόντα – έχει πληγεί ιδιαίτερα σκληρά, καθώς το Brexit αύξησε τις γραφειοκρατικές απαιτήσεις, καθιστώντας τις καθημερινές διαδικασίες πιο χρονοβόρες και δαπανηρές για τις επιχειρήσεις.
Ο ιδιοκτήτης μιας βρετανικής εταιρείας logistics δήλωσε τον Ιανουάριο σε μια κυβερνητική επιτροπή ότι ήταν «αληθινή κόλαση» να συγκεντρώσει ένα σωρό έγγραφα με 26 σφραγίδες για να εξάγει αρνίσιο και βοδινό κρέας στην ΕΕ – σε αντίθεση με το ένα μόνο φύλλο που απαιτούνταν πριν από το Brexit.
Υπάρχουν ελπίδες ότι η Βρετανία και η ΕΕ θα εφαρμόσουν μια νέα συμφωνία για τη διευκόλυνση του εμπορίου, ιδίως όσον αφορά τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα αυγά, τα ψάρια και το φρέσκο κρέας, η οποία θα τεθεί σε ισχύ από το καλοκαίρι του 2027.
Ωστόσο, αυτό θα έρθει πολύ αργά για τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη κλείσει λόγω των αυξημένων απαιτήσεων. Οι εξαγωγές τροφίμων του Ηνωμένου Βασιλείου προς την ΕΕ έχουν συρρικνωθεί κατά σχεδόν ένα τέταρτο από την έναρξη ισχύος του Brexit, σύμφωνα με την Ομοσπονδία Τροφίμων και Ποτών της Βρετανίας.
Η αποχώρηση επιδείνωσε τον πληθωρισμό στη Βρετανία
Ταυτόχρονα, ο αντίκτυπος του Brexit συνέβαλε σημαντικά στον πληθωρισμό των τιμών των τροφίμων στο Ηνωμένο Βασίλειο, με αποτέλεσμα βασικά προϊόντα όπως ο χυμός πορτοκαλιού να εκτοξευθούν κατά 134%.
Ενώ οι υψηλόμισθοι μπορεί να είναι σε θέση να απορροφήσουν τις αυξήσεις των τιμών και τη στασιμότητα των μισθών που έχουν επηρεάσει τους Βρετανούς σε γενικές γραμμές από το δημοψήφισμα, για τους υπόλοιπους η κατάσταση είναι πιο δύσκολη. «Χτυπάει πιο σκληρά τους πιο αδύναμους, και αυτό σημαίνει ότι οι φτωχοί υποφέρουν περισσότερο», δήλωσε ο Θουέιτς.
Ωστόσο, πρόσθεσε, δεν είναι τόσο απλό να συνδέσει κανείς άμεσα το Brexit με πιθανούς δείκτες φτώχειας – όπως η ραγδαία αύξηση της χρήσης των τραπεζών τροφίμων στο Ηνωμένο Βασίλειο τα τελευταία 10 χρόνια – καθώς υπάρχουν πολλοί άλλοι κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες που παίζουν ρόλο.
«Το Brexit δεν ήταν σε καμία περίπτωση το μοναδικό [οικονομικό] πρόβλημα του Ηνωμένου Βασιλείου», δήλωσε ο Πόρτες. «Όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, όπως έλλειψη επενδύσεων, αργή ανάπτυξη και έλλειψη καινοτομίας – αλλά το Brexit, πέρα από όλα αυτά, έχει εμποδίσει την πρόοδο της [οικονομίας] της Βρετανίας».
Η δεκαετής επιβάρυνση που επέφερε το Brexit στην οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου συνέπεσε με μια περίοδο κατά την οποία η χώρα δεν μπορούσε να το αντέξει οικονομικά.
Οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, υγειονομικής περίθαλψης και εκπαίδευσης δεν έχουν ανακάμψει πλήρως από τις περικοπές λιτότητας που εφάρμοσε η κυβέρνηση του πρώην πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον τη δεκαετία του 2010 – η ίδια κυβέρνηση που προκήρυξε το δημοψήφισμα για το Brexit.
Εν τω μεταξύ, οι φυλακές βρίσκονται σε «απαράδεκτη» κατάσταση, το εθνικό οδικό δίκτυο καταρρέει, ενώ ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων του Ηνωμένου Βασιλείου έχει προειδοποιήσει ότι, χωρίς επενδύσεις, οι ένοπλες δυνάμεις θα αναγκαστούν να υποστούν περικοπές στις επιχειρησιακές τους δραστηριότητες.
Δέκα χρόνια μετά από ένα δημοψήφισμα που συρρίκνωσε την οικονομία της Βρετανίας και μείωσε τα φορολογικά έσοδα, τα επίπεδα φτώχειας αυξάνονται και οι δημόσιες υπηρεσίες καταρρέουν.
«Οι τρόποι για να μετριαστούν αυτά τα φαινόμενα είναι να προσπαθήσουμε να αντιστρέψουμε άμεσα μέρος της ζημίας από το Brexit, διαπραγματευόμενοι μια στενότερη συμφωνία με την ΕΕ, και να διοικήσουμε τη χώρα όσο το δυνατόν καλύτερα σε κάθε άλλο τομέα», δήλωσε ο Θουέιτς.
Με πληροφορίες από France 24














