Για να φτιάξει το γλυπτό πορτρέτο της Μισέλ Λαμί, ο Αμερικανός καλλιτέχνης Barry X Ball την έβαλε να σταθεί μέσα σε μια κατασκευή με 160 φωτογραφικές μηχανές. Οι κάμερες κατέγραψαν ταυτόχρονα το πρόσωπο και το σώμα της, δημιουργώντας ένα τρισδιάστατο ψηφιακό μοντέλο. Χρειάστηκαν εβδομάδες δουλειάς για να αποδοθούν οι λεπτομέρειες των ρούχων και των χαρακτηριστικών της. Όταν η Λαμί είδε το αποτέλεσμα, αστειεύτηκε ότι η σάρωση της είχε προσθέσει υπερβολικά πολλές ρυτίδες. Εκείνο που την ενδιέφερε περισσότερο, ωστόσο, ήταν το υλικό: ο μεξικανικός όνυχας, με τις φυσικές τρύπες και τις ανομοιομορφίες του, και το μαύρο βελγικό μάρμαρο, που θα χρησιμοποιούνταν για το πρόσωπο και τα χέρια της. Σε έναν κόσμο που προσπαθεί να λειάνει κάθε ατέλεια, εκείνη προτιμούσε μια πέτρα που είχε ήδη τη δική της ιστορία.
Αυτή η προσήλωση στα υλικά βρίσκεται και πίσω από το «Five Easy Pieces», τη νέα έκθεση του Ρικ Όουενς και της Μισέλ Λαμί στην γκαλερί Carpenters, στο Μαρέ του Παρισιού. Από τις 20 Οκτωβρίου έως τις 15 Μαρτίου 2027, πέντε νέες εκδοχές χαρακτηριστικών επίπλων της σειράς Rick Owens Furniture παρουσιάζονται μαζί με έργα από την προσωπική τους συλλογή σύγχρονης τέχνης. Η Λαμί έχει αναλάβει την επιμέλεια, φέρνοντας δίπλα στις επιβλητικές κατασκευές του Όουενς καλλιτέχνες με τους οποίους το ζευγάρι έχει αναπτύξει προσωπικές και δημιουργικές σχέσεις.
Στις φωτογραφίες από την έκθεση, ένα λευκό γλυπτό με βαθιά χαραγμένο ανθρώπινο πρόσωπο προβάλλει μέσα από έναν σχεδόν μαύρο χώρο. Αλλού, μια αυστηρή μεταλλική επιφάνεια απλώνεται σαν αρχιτεκτονικό κατάλοιπο, ενώ μια βαριά ξύλινη καρέκλα έχει στην πλάτη της ένα μεγάλο κέρατο. Τα έπιπλα μοιάζουν περισσότερο με γλυπτά παρά με αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο έχουν σχεδιαστεί μαρτυρά μια ιδιαίτερη γνώση του σώματος: το βάρος, την επαφή, τη στάση, ακόμη και τον χώρο που μπορεί να καταλάβει κανείς μαζί με άλλους ανθρώπους.
Η σχέση του ζευγαριού με τον σχεδιασμό επίπλων ξεκίνησε πριν από περίπου είκοσι χρόνια, όταν εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι και άρχισαν να κατασκευάζουν αντικείμενα για το σπίτι τους. Η συνεργασία εξελίχθηκε σε μια ξεχωριστή δημιουργική δραστηριότητα, την οποία η Λαμί αναπτύσσει και επιβλέπει σε συνεργασία με εξειδικευμένους τεχνίτες. Η δική της παρουσία είναι καθοριστική στην παραγωγή, στην αναζήτηση υλικών και στις τεχνικές λύσεις. Ο Όουενς αναζητά την αυστηρή γεωμετρία και τις μεγάλες, καθαρές φόρμες. Εκείνη συχνά επιμένει στην ατέλεια, στις ανωμαλίες της επιφάνειας και στα ίχνη της ανθρώπινης εργασίας.
Στη νέα έκθεση, το επιβλητικό K Plug Table παρουσιάζεται σε σκουριασμένο ατσάλι, έπειτα από προηγούμενες εκδοχές σε αλάβαστρο και μπρούντζο. Η πρώτη μακέτα του είχε κατασκευαστεί από τη Λαμί, με βάση σχέδια του Όουενς. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του βρίσκεται στην ισορροπία των επιφανειών του, που εφαρμόζουν μεταξύ τους χωρίς συμβατικές ενώσεις. Το ίδιο μέταλλο χρησιμοποιείται στις νέες εκδοχές των καθισμάτων Pedalò, όπου στρογγυλά δερμάτινα μαξιλάρια τοποθετούνται μέσα στις κοίλες μεταλλικές επιφάνειες.
Η σκουριά αποτελεί εδώ συνειδητή επιλογή. Στην περσινή έκθεση «Rust Never Sleeps», στο Λονδίνο, οι δύο δημιουργοί είχαν πειραματιστεί με την ελεγχόμενη οξείδωση, αποφασίζοντας σε ποιο ακριβώς στάδιο θα σταματούσε η αλλοίωση του μετάλλου. Μιλώντας τότε για το αγαπημένο της τραπέζι, η Λαμί συνέδεσε τη διαδικασία με τη φθορά του πολιτισμού, αλλά και με την αντίσταση σε αυτήν. Εξήγησε ότι φαντάζεται τα τραπέζια τους γεμάτα ανθρώπους, σε δείπνα όπου θα συζητούν, θα γιορτάζουν και θα οργανώνονται ενάντια στον φασισμό. Για εκείνη, ακόμη και ένα βαρύ, σκουριασμένο τραπέζι μπορεί να είναι ένας τόπος συνάντησης.
Οι Tomb Chair και Stag Chair παρουσιάζονται τώρα για πρώτη φορά σε ξύλο που έχει παραμείνει βυθισμένο επί χιλιάδες χρόνια σε ελώδη νερά. Το υλικό έχει αποκτήσει μια βαθιά γκριζοπράσινη απόχρωση, χωρίς να έχουν χαθεί τα φυσικά του χαρακτηριστικά. Ο καναπές Double Bubble συνδυάζει σκουριασμένο ατσάλι με δέρμα κροκοδείλου στο χρώμα του γραφίτη, ενώ το Antler Bed, κατασκευασμένο από ανακυκλωμένο ξύλο φτελιάς, καταλαμβάνει δικό του χώρο στον επάνω όροφο της γκαλερί.
Τα κέρατα αποτελούν εδώ και χρόνια ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία των επίπλων τους. Η Λαμί εξηγεί ότι χρησιμοποιούν κέρατα που τα ζώα αποβάλλουν φυσικά, ενώ έχει υπερασπιστεί τη χρήση ξύλου και άλλων φυσικών υλικών απέναντι στα συνθετικά υποκατάστατα. Οι επιλογές αυτές δεν στερούνται αντιφάσεων. Δέρμα κροκοδείλου, σπάνιοι λίθοι και εξαιρετικά απαιτητικές κατασκευές ανήκουν σε έναν κόσμο συλλεκτικής πολυτέλειας, όσο κι αν οι δημιουργοί τους επιμένουν στην αξία της φυσικής φθοράς και της επαναχρησιμοποίησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η συνύπαρξη αυτών των επίπλων με έργα της προσωπικής τους συλλογής. Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που επέλεξε η Λαμί βρίσκονται οι Barry X Ball, Marilyn Minter, Youssef Nabil, Giovanni Leonardo Bassan, Arnaud Kalos και Scarlett Rouge, κόρη της. Η συλλογή αυτή δεν είναι απλώς ένα σύνολο έργων που αγοράστηκαν για να διακοσμήσουν το σπίτι τους. Πολλά συνδέονται με μακροχρόνιες συζητήσεις, επισκέψεις σε εργαστήρια και προσωπικές σχέσεις.
Χαρακτηριστική είναι η ιστορία της γνωριμίας της Λαμί με τον Barry X Ball στη Βενετία. Εκείνος προετοίμαζε μια έκθεση στο Ca’ Rezzonico και πρόσεξε μια παράξενη γυναίκα που επέστρεφε διαρκώς στον χώρο για να παρακολουθεί τη δουλειά του. Η Λαμί δεν ενδιαφερόταν μόνο για τα ολοκληρωμένα γλυπτά, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο ο καλλιτέχνης δούλευε την πέτρα. Αργότερα αγόρασε ένα διπλό γλυπτικό πορτρέτο του Μάθιου Μπάρνεϊ, τόσο βαρύ και δύσκολο στην εγκατάσταση ώστε χρειάστηκε να κατασκευαστεί ειδική ψευδοροφή στο σπίτι της. Τα αιχμηρά του στοιχεία ήταν μάλιστα τόσο επικίνδυνα, ώστε η ίδια τοποθέτησε πάνω τους φελλούς από μπουκάλια σαμπάνιας για να προστατεύσει τους επισκέπτες.
Η συνεργασία τους συνεχίζεται και στη σημερινή έκθεση. Ο Ball συνδυάζει την τρισδιάστατη σάρωση με ψηφιακή επεξεργασία, μηχανές κοπής και παραδοσιακή γλυπτική εργασία. Η Λαμί, που έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής της συνεργαζόμενη με τεχνίτες, δεν αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως απειλή. Θεωρεί ότι οι μηχανές μπορούν να διευκολύνουν την κατασκευή, αλλά η επιλογή, η ιδέα και η ανθρώπινη κρίση παραμένουν ουσιαστικές. Το ίδιο το υλικό, με τις ατέλειες και τις ιδιοτροπίες του, εξακολουθεί να καθορίζει το τελικό αποτέλεσμα.
Ο τίτλος «Five Easy Pieces» προέρχεται από την ομώνυμη ταινία του Μπομπ Ράφελσον, με τον Τζακ Νίκολσον, που κυκλοφόρησε το 1970. Η Λαμί αγαπά την ιστορία ενός ανθρώπου που απορρίπτει τις κοινωνικές προσδοκίες και τις συμβατικές αντιλήψεις περί επιτυχίας. Η επιλογή είναι ειρωνική: τα πέντε «εύκολα κομμάτια» της έκθεσης είναι προϊόντα εξαιρετικά περίπλοκης κατασκευής, με υλικά που απαιτούν μεγάλη εμπειρία και ακρίβεια.
Σε μια παλαιότερη συζήτησή της με τον Ball, η Λαμί είχε αναφερθεί και στην ανάγκη των καλλιτεχνών να συνεχίζουν να δημιουργούν, ακόμη κι όταν γνωρίζουν ότι ο χρόνος τους είναι περιορισμένος. «Όλοι παλεύουμε με τον φόβο του θανάτου», είχε πει. Μπροστά στις σκουριασμένες επιφάνειες, στο ξύλο που πέρασε χιλιάδες χρόνια μέσα στο νερό και στις μαρμάρινες μορφές που θα διατηρηθούν πολύ περισσότερο από τα πρόσωπα που απεικονίζουν, η φράση αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Στο «Five Easy Pieces», η Λαμί και ο Όουενς παρουσιάζουν αντικείμενα που κουβαλούν ήδη τα σημάδια του χρόνου. Δεν προσπαθούν να κρύψουν τη φθορά τους.
Αντίθετα, την έχουν ενσωματώσει στην κατασκευή, αφήνοντας χώρο για όσα θα συμβούν πάνω τους στο μέλλον.
Με στοιχεία από Carpenters















