Το Συμβούλιο της Επικρατείας διατήρησε τον βασικό κορμό του Μητρώου ΜΚΟ, αλλά επέφερε σειρά ουσιαστικών ηττών στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου. Έκρινε αντισυνταγματικό το Μητρώο Μελών, ακύρωσε τη δυνατότητα της διοίκησης να αποφασίζει με ασαφή κριτήρια για την εγγραφή οργανώσεων, έβαλε τέλος στη γενική έκθεση χορηγών και συνδρομητών και δεν δέχθηκε τον αυτόματο διετή αποκλεισμό ΜΚΟ μετά τη διαγραφή τους.
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας διατήρησε την υποχρέωση εγγραφής των ΜΚΟ στο Μητρώο του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, όμως ακύρωσε ή έκρινε αντισυνταγματικές κομβικές διατάξεις που αφορούσαν την εγγραφή οργανώσεων, το Μητρώο Μελών, τη δημοσιοποίηση χορηγών και την επανεγγραφή μετά από διαγραφή.
Η απόφαση του ΣτΕ αποδομεί κομβικά σημεία ενός πλαισίου ελέγχου των ΜΚΟ που θεμελιώθηκε επί υπουργίας Νότη Μηταράκη και διατηρήθηκε ή εξειδικεύτηκε με μεταγενέστερες υπουργικές ρυθμίσεις
Αντισυνταγματικό το Μητρώο Μελών
Το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματική τη διάταξη που επέτρεπε να καθορίζονται με υπουργική απόφαση οι όροι εγγραφής και πιστοποίησης των μελών, υπαλλήλων και συνεργατών των οργανώσεων.
Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ ο νόμος δεν όριζε ο ίδιος τις ουσιαστικές προϋποθέσεις και εγγυήσεις της διαδικασίας, αλλά παρέπεμπε στον εκάστοτε υπουργό να τις καθορίσει. Κατά το ΣτΕ, όταν μια ρύθμιση επηρεάζει ευθέως τη δυνατότητα προσώπων να εργάζονται, να συνεργάζονται ή να συμμετέχουν στη δράση μιας οργάνωσης, τα βασικά στοιχεία της πρέπει να προβλέπονται από τον νομοθέτη και όχι να αφήνονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη διοικητική εξουσία.
Η κρίση έχει ευρύτερη θεσμική σημασία, δεδομένου ότι η συμμετοχή σε μια οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών συνδέεται με την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Επομένως, η Πολιτεία δεν μπορεί να δημιουργεί καθεστώτα πιστοποίησης ή αποκλεισμού προσώπων με ασαφείς κανόνες, χωρίς προβλεψιμότητα και χωρίς σαφή νομοθετική βάση.
«Όχι» στην ανεξέλεγκτη κρίση της διοίκησης
Το ΣτΕ ακύρωσε και τη ρύθμιση που επέτρεπε στον Γενικό Γραμματέα Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο να εγκρίνει ή να απορρίπτει την εγγραφή μιας οργάνωσης στο Μητρώο, αξιολογώντας συνολικά τη δράση της.
Πρόκειται για μία από τις πλέον ουσιαστικές παρεμβάσεις της απόφασης, καθώς η εγγραφή στο Μητρώο συνδέεται με τη δυνατότητα των οργανώσεων να δραστηριοποιούνται στις δομές του υπουργείου και να λαμβάνουν εθνική ή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Μια ασαφής δυνατότητα της διοίκησης να αποκλείει έναν φορέα, χωρίς αυστηρά προσδιορισμένα κριτήρια, μπορεί να λειτουργήσει ως έμμεσο σύστημα αδειοδότησης της κοινωνικής δράσης.
Το ΣτΕ έκρινε ότι η επίμαχη πρόβλεψη δεν καλυπτόταν από τη νομοθετική εξουσιοδότηση. Κατά τη μειοψηφία, επιπλέον, προσέκρουε στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας, ακριβώς επειδή δεν καθιστούσε επαρκώς σαφές με ποιους όρους μια οργάνωση μπορεί να γίνει δεκτή ή να αποκλειστεί.
Τέλος στις αυτόματες διετείς απαγορεύσεις με απόφαση ΣτΕ
Η Ολομέλεια του ΣτΕ έβαλε φρένο και στην οριζόντια απαγόρευση επανεγγραφής μιας οργάνωσης για δύο χρόνια μετά τη διαγραφή της από το Μητρώο. Το ΣτΕ δεν δέχθηκε ότι κάθε παράβαση των κανόνων λειτουργίας πρέπει να οδηγεί στην ίδια βαριά και αυτοματοποιημένη συνέπεια.
Η διάκριση είναι ουσιαστική. Άλλη βαρύτητα έχει μια πραγματική πλημμέλεια στην εκτέλεση έργου που έχει αναλάβει μια οργάνωση και άλλη μια τυπική παράβαση ή διοικητική αστοχία. Η επιβολή του ίδιου διετούς αποκλεισμού σε κάθε περίπτωση παραβλέπει την αρχή της αναλογικότητας και μπορεί να αποδειχθεί δυσανάλογη, ιδιαίτερα για μικρότερους φορείς με περιορισμένη διοικητική και οικονομική δυνατότητα.
Ακυρώθηκε επίσης η γενική υποχρέωση δημοσιοποίησης στοιχείων συνδρομητών και χορηγών των ΜΚΟ. Η συγκεκριμένη ρύθμιση ξεπερνούσε το ερώτημα της λογιστικής διαφάνειας και άγγιζε ευθέως το δικαίωμα των πολιτών να στηρίζουν έναν φορέα χωρίς να εκτίθενται δημόσια.
Η διαφάνεια στη χρηματοδότηση οργανώσεων που λαμβάνουν δημόσιους πόρους αποτελεί θεμιτό δημόσιο σκοπό. Ωστόσο, η γενική δημοσιοποίηση όλων όσοι συνδέονται οικονομικά με έναν φορέα μπορεί να οδηγήσει σε αποθάρρυνση της συμμετοχής και της δωρεάς. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για οργανώσεις που δρουν στο προσφυγικό και στο μεταναστευτικό, πεδία όπου η δημόσια συζήτηση είναι συχνά πολωμένη και όπου η στοχοποίηση οργανώσεων ή προσώπων δεν είναι άγνωστο φαινόμενο.
Το διακύβευμα, συνεπώς, δεν είναι να αποκρύπτονται οι οικονομικές ροές από τις αρμόδιες αρχές, αλλά να μην εξισώνεται η διοικητική λογοδοσία με τη δημόσια έκθεση κάθε πολίτη που επιλέγει να στηρίξει μια οργάνωση.
Παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η απόφαση αφήνει ανοικτό ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο. Το ΣτΕ απευθύνει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για προϋποθέσεις εγγραφής που συνδέονται με ποινικές διώξεις ή καταδίκες μελών της διοίκησης και νομίμων εκπροσώπων των ΜΚΟ.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλείται να κρίνει τη συμβατότητα με το άρθρο 12 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ της προϋπόθεσης να μην έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για οποιοδήποτε κακούργημα, καθώς και της προϋπόθεσης να μην υπάρχει τελεσίδικη καταδίκη για συκοφαντική δυσφήμηση. Παράλληλα, τίθεται ζήτημα ως προς τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων ποινικού μητρώου στελεχών οργανώσεων, υπό το πρίσμα του άρθρου 10 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων.
Η παραπομπή μεταφέρει στο ευρωπαϊκό επίπεδο το ερώτημα αν το κράτος μπορεί να συνδέει τη δυνατότητα μιας οργάνωσης να δρα με το ποινικό παρελθόν, ή ακόμη και με μια εκκρεμή δίωξη, των ανθρώπων που τη διοικούν.















