Τα ταρώ του Τζιλιάνου και το θέατρο των φίλων
Μια πανέμορφη νέα έκδοση με τα ταρώ ενός φίλου μου
Στους λίγους φίλους που μπόρεσα να κάνω, στης ζωής τα θολά κύματα, συγκαταλέγεται ο Γιώργος Τζιλιάνος. Αυτός ήρθε να με σώσει στα πρώτα τεύχη του «01» όταν δύο ξεντερίσματα μ’ άφησαν ξεκρέμαστο, μικρόψυχα κι εκδικητικά, πιστεύοντας ότι θα αναγκαστώ να το κλείσω. Κι έτσι θα γινόταν. Δεν είχα ιδέα τότε από εκδόσεις, φωτοσύνθεση, τυπογραφικά κ.λ.π. (μιλάμε εκδόσεις προ κομπιούτερ) ― ήταν ένας κυκεώνας τεχνικών απαιτήσεων κι εγώ, είχα μπει μόλις στο άθλημα, ορμητικός πλην άσχετος. Ήξερα τι θέλω, αλλά δεν ήξερα πώς γίνεται. Και στο δεύτερο τεύχος είχα βρεθεί χωρίς art director.
Απευθύνθηκα στον Τζιρτζιλάκη, βασικό συντελεστή του αρχιτεκτονικού περιοδικού «Τεύχος» που έβγαινε τότε. Σπουδαίο και στο περιεχόμενο και στην αισθητική. Του ζήτησα να με φέρει σε επαφή με τον άνθρωπο που το έστηνε. Τον Γιώργο. Συναντηθήκαμε στο χαώδες γραφείο του 01, μια Κυριακή πρωί, πάνω από τη Βαρβάκειο. Σε ένα λεπτό είχαμε γίνει φίλοι. Το τρίτο τεύχος του «01», βγήκε σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Και ήταν καλύτερο από πριν.

Έκτοτε 30+ χρόνια περάσανε και ζήσαμε, όπως ζουν οι φίλοι. Με γλύκες και ξινίλες κι εξομολογήσεις και κραιπάλες και ταξίδια -σαν εραστές χωρίς σεξ. Και να τώρα που τα δύο αυτά πρόσωπα, οι δικοί μου αρχαίοι, έρχονται ξανά, μαζί, κρατώντας το βιβλίο του Γιώργου με τα ταρώ του Καραγκιόζη.
Τα είχε σχεδιάσει όταν ήταν σπουδαστής στη Ρώμη, τότε που έδεσε η φιλια του με τον Τζιρτζιλάκη -άλλος βαθυς δεσμός ακλόνητος μέσα στα χρόνια. Δεν ξέρω από ταρώ, ποτέ δεν κοίταξα πέρα απ’ τον ίσκιο μου, ξέρω μονάχα τα ταρώ του Νταλί και τα ταρώ της κυρίας Σόζοστρις του Έλιοτ. Αλλά καταλαβαίνω το σαγηνευτικό μυστήριο του πράγματος. Όπως και την δαιμονική ταύτιση του Τρελού με τον Καραγκιόζη.
Ωστόσο ξέρω ότι κρατάω ένα βιβλίο πανέμορφο, που μόλις εκδόθηκε από την Κάππα Εκδοτική. Με όλες τις φιγούρες των Ταρώ ζωγραφισμένες ως μορφές θεάτρου σκιών από τον Γιώργο. Και όλες τις σημασίες της κάθε μιας στο πλάϊ, σαν ευχή, ή βασκανιά. Το ξεφυλλίζω με συγκίνηση. Και με συγκίνηση διαβάζω τα σημειώματα των φίλων μου -από τα οποία αναδημοσιεύω ορισμένα αποσπάσματα.
Τυπώθηκαν μόνο 100 αντίτυπα. Είναι δίγλωσσο (ελληνικά και αγγλικά). Διατίθενται μόνο εδώ και στο σάϊτ της Κάππα Εκδοτικής.
«Ο δικός μου Τρελός». Πώς ο Γιώργος από μια μάντρα στο Παγκράτι έφτασε στη Ρώμη, σχεδιάζοντας τα ταρώ.
Η μάνα μου δούλευε ταξιθέτρια σε σινεμά και, πολλές φορές, μην έχοντας πού να μας αφήσει με τον αδελφό μου, μας έπαιρνε μαζί της στη δουλειά. Όταν το έργο ήταν «κατάλληλο», χαζεύαμε στην οθόνη φρόνιμοι και μαγεμένοι. Στα «ακατάλληλα» μας έβρισκες στην καμπίνα του χειριστή της μηχανής προβολής, μέχρι να τελειώσει το έργο. «Σινεμά Ο Παράδεισος».
Σχεδόν ακριβώς απέναντι από το σινεμά ήταν μια μάντρα του Καραγκιόζη. Οι προθήκες με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, από τη μια, και, αντικριστά, ένας πολύχρωμος κόσμος πάνω σε στρατσόχαρτα και κόντρα πλακέ. Ούτε που ξέρω πώς άρχισε αυτό το νταραβέρι, τα παιδιά του καραγκιοζοπαίχτη να παίρνουν τη θέση μας στο σινεμά, κι εμείς να περνάμε στην άλλη πλευρά του δρόμου, μέσα στη μάντρα με τα γιασεμιά.
Έτσι, σαν μικρό παιδί, είδα πολύ σινεμά και πολύ Καραγκιόζη. Ο Καραγκιόζης μάλιστα, πιο προσιτός σ’ εμάς, έγινε παιχνίδι και «επάγγελμα». Στην πίσω αυλή του σπιτιού σκαρώναμε παραστάσεις με τον αδελφό μου, φτιάχνοντας τους ήρωες (άκοπα φύλλα με φιγούρες του Καραγκιόζη από τις εκδόσεις Άγκυρα) και τα σκηνικά με χαρτόνια και αλευρόκολλα. Το «λευκό μου σεντονάκι», που είχαμε πάρει κρυφά από την ντουλάπα, φωτιζόταν με κεριά – κάποιες φορές γινόταν και παρανάλωμα! Για καθίσματα βάζαμε μαδέρια πάνω σε χαμηλές ντάνες από τούβλα. Το εισιτήριο για τα παιδιά της γειτονιάς, αν δεν υπήρχε ελεύθερη είσοδος, ήταν πεντάρες και δεκάρες.
Πέρασαν αρκετά χρόνια, δύσκολα αλλά και όμορφα, μέχρι να βρεθώ φοιτητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης. Έχοντας περάσει πριν ευκολία με τα μαθήματά μου στην Ακαδημία, γεγονός που μου άφηνε πολύ ελεύθερο χρόνο. Όταν, λοιπόν, δεν αλήτευα εξερευνώντας την πόλη, αφιέρωνα πολλές ώρες και ξενύχτια να σχεδιάζω και μετά να σκαλίζω σε χαρτόνι φιγούρες⁹ και σκηνικά του Καραγκιόζη. Η ενασχόλησή μου με το θέατρο σκιών ήταν στο κόκκινο εκείνο τον καιρό.
Σε ένα από τα μαθήματα της χαρακτικής, μας ζητήθηκε να σχεδιάσουμε μια τράπουλα Ταρώ όπως τη φανταζόμασταν. Πέρα από κάτι αόριστο, δεν είχα ιδέα τι είναι τα Ταρώ. Αγόρασα σχετικά βιβλία και κάνα δυο τράπουλες για να ενημερωθώ, αλλά και πάλι δεν έβρισκα τη μορφή που θα έδινα. Αυτό που έψαχνα όμως ήταν, ως συνήθως, μπροστά στα μάτια μου, πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα σε «ροκανίδια» από χαρτόνι, χρώματα και σχέδια σε ρυζόχαρτο.
Στη Μεγάλη Αρκάνα των Ταρώ, το πρώτο χαρτί με το νούμερο 0 είναι ο Τρελός. Ο δικός μου Τρελός λοιπόν θα ήταν ο Καραγκιόζης. Αυτό ήταν! Άρχισα να σχεδιάζω. Διάβαζα ξανά και ξανά τη σημασία κάθε κάρτας και μελετούσα τα σύμβολα και τη μορφή κάθε χαρτιού, μέχρι που ολοκλήρωσα το σχεδιασμό. Όταν πια παρουσίασα τη δουλειά μου, ο καθηγητής μου με κοίταξε για λίγο και μου είπε ένα και μόνο, αλλά πολύ κολακευτικό, σχόλιο: «Tu hai capito tutto, vattene» [Τα κατάλαβες όλα, μπορείς να πηγαίνεις].
Σε δεύτερο χρόνο, αφού είχα ήδη εισβάλει στο κόσμο των Ταρώ, σχεδίασα και τη Μικρή Αρκάνα, από την οποία προέρχεται η γνωστή μας τράπουλα. Μια βασική διαφορά μεταξύ κοινής τράπουλας και μικρής Αρκάνας, εκτός από το σχεδιασμό τους, είναι ότι ο Ιππότης και ο Υπηρέτης συγχωνεύονται σε ένα χαρτί, τον Φάντη ή Βαλέ.
Γ. Τ.
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ. Από τον Γιώργο Τζιρτζιλάκη
Με τον Γιώργο Τζιλιάνο γνωριστήκαμε σ’ ένα λεωφορείο, τα πρώτα χρόνια των σπουδών μας στη Ρώμη. Και θα μπορούσα να πω ότι από τότε η σχέση μας παρέμεινε, μ’ έναν κάποιο τρόπο, άλλοτε υπνώττουσα (στη στάση) κι άλλοτε σε μια συγκοπτόμενη κίνηση, όπως εκείνη του μεσημεριανού λεωφορείου 58/, στο Corso Trieste. Αναπτύξαμε γρήγορα φιλία, άγουρα οράματα, τσάρκες, λεπτολογήσεις, παρατεταμένα συμπόσια και φλύαρες συνευρέσεις. Χωρίς να λείπουν, βέβαια, και ορισμένες συνεργασίες οπτικού υλικού (όπως η περιβόητη αφίσα για το ρεμπέτικο), που το 1989 —έχοντας επιστρέψει πια στην Αθήνα— έφτασαν στο αποκορύφωμά τους: ο Τζιλιάνος ανέλαβε τον γραφιστικό σχεδιασμό του περιοδικού αρχιτεκτονικής, τέχνης και design Τεύχος, που αποφασίσαμε να εκδώσουμε μια ξαναμμένη τετράδα παλιννοστούντων αρχιτεκτόνων.
Όλα αυτά τα χρόνια, αν κάτι διέκρινα να τον χαρακτηρίζει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, είναι η επιθυμία της φιλίας και της αγάπης. Με αδυσώπητες, μάλιστα, απαιτήσεις συνέπειας, διαθεσιμότητας και αφοσίωσης. Έχοντας διαβεί δύσκολα παιδικά χρόνια, για τον Τζιλιάνο οι φίλοι ήταν ένα είδος διευρυμένης οικογένειας, που κάνουν τον κόσμο κατοικήσιμο, δημιουργικό και φιλόξενο.
Αυτός ήταν εξαρχής ο «νόμος του οίκου» (η οικο-νομία) που κατέστησε το δώμα της Via San Marino 36 προστατευτικό κέλυφος με βεράντα για την παρέα της Ρώμης. Μην παραλείψω και την έμφυτη ροπή του να φτιάχνει μύθους, αντικείμενα, εικόνες και χώρους, αδιαχώριστα το καθένα από τα άλλα. Εδώ που τα λέμε, αυτός είναι ο «τρόπος ομιλίας» του Τζιλιάνου, το συστατικό της τελεστικής μανίας του, που έμοιαζε να τροφοδοτείται από την αγάπη του για το λαϊκό σύμπαν και τον Γιάννη Τσαρούχη. Οι αυτοσχέδιοι μύθοι μετατρέπουν τις εικόνες και τα αντικείμενα σε γεγονότα· σ’ ένα είδος πεπρωμένου που παραμένει προσκολλημένο στο καθεστώς της μνήμης και της νοσταλγίας (δηλαδή της επιστροφής) (…)
Αυτή η επιθυμία της φιλίας και της αγάπης έκανε τον Τζιλιάνου να δημιουργεί αλληλουχίες φίλων, σειρές, πτυχώσεις φίλων. Παραθέτω ορισμένα από τα ονόματα που συγκρατώ άτακτα: Ελεονώρα (στην αφετηρία), Νίκος, Θανάσης, Φανή, Μαίη, Ναγέρ, Φρόσω, Τάκης, Μανώλης, Άγκυ, Γιώργος, Μυρσίνη, Στάθης, Μιχάλης, Ερρίκος, Άννα, Θόδωρος Κυριάκος και, βέβαια, η καίρια παρουσία της Ελένης· για να ακολουθήσουν οι Γιώργος, Γιάννα, Νανά, Καίτη, Τέτα, Νίκος, Γιάννης αλλά και πολλοί άλλοι που μου διαφεύγουν. Πρόκειται για τη γενεαλογία μιας γενιάς ή, μάλλον καλύτερα, όμορων γενεών, που κατά περίεργο τρόπο αισθάνομαι ότι ανακαλύπτω μεταμφιεσμένη στις κάρτες των ταΤΑΡΩμου. Οι αλληλουχίες των φίλων και οι φιγούρες των Ταρώ συνοδεύουν —για να μην πω στοιχειώνουν— όλα αυτά τα χρόνια τον Τζιλιάνου σ’ ένα είδος αμοιβαίας αντιμεταχώρησης, αξεδιάλυτα.














